5/3/26

8. Ο περίεργος θάνατος της ποιήτριας Κλειώς Σαλόνγκα

 ΣΠΥΡΟΣ ΚΕΝΤΙΡΕΣ: ΝΕΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

 

Στα ΜΜΕ γινόταν ένας μικρός χαμός εκείνες τις μέρες. Σε όλο τον κόσμο ήταν γνωστή η σπουδαία ποιήτρια Κλειώ Σαλόνγκα, μολονότι λίγοι ήταν εκείνοι που γνώριζαν και την ποίησή της. Οι περισσότεροι τη γνώριζαν από τις φωτογραφίες της, αρκετοί από κάποιες τηλεοπτικές συνεντεύξεις που είχε δώσει κάποτε, μερικοί από κάποια άρθρα της που είχαν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και φυσικά όλοι όσοι ανήκαν στον κύκλο της διανόησης, οι οποίοι επί πλέον είχαν μελετήσει την ποίησή της και είχαν γράψει γι’ αυτήν.

 

Τα ΜΜΕ συναγωνίζονταν το ένα το άλλο σε πληροφορίες που έπαιρναν από μυστικές πηγές, μολονότι δεν ανέφεραν τίποτα για εγκεφαλικό. Το μόνο που ήξεραν ήταν ότι η ποιήτρια είχε κάνει το τραπέζι σε κάποιους φίλους της την παραμονή ή το ίδιο βράδυ της δολοφονίας της. Ούτε τα ονόματά τους δεν γνώριζαν.

 

Λόγιοι εξέφραζαν τη βαθιά τους λύπη για την απώλεια, κριτικοί μιλούσαν για την απαράμιλλη ποιητική της δεξιότητα και άλλες τέλος πάντων προσωπικότητες του χώρου απαιτούσαν από την αστυνομία να βρεθεί τάχιστα ο δολοφόνος.

 

«Θα βρεθεί οπωσδήποτε», διαβεβαίωνε ο Χαράλαμπος Δεβρεντής τους φορτικούς δημοσιογράφους, «είναι θέμα χρόνου, μην ανησυχείτε».

 

 

Ο δεύτερος που ήρθε στον νέο γύρο των ανακρίσεων ήταν ο εκδότης Σπύρος Κεντιρές. Ήταν νευρικός, ανήσυχος και άλλαζε συνεχώς στάσεις στην καρέκλα που καθόταν.

 

«Ύποπτο αυτό», σκέφτηκε ο αστυνόμος που εν τω μεταξύ είχε μάθει και άλλα πράγματα για τον βίο και την πολιτεία του.

 

-Αν θέλετε να καπνίσετε, μπορείτε να το κάνετε ελεύθερα, του είπε καθησυχαστικά και έβγαλε από το συρτάρι του το σταχτοδοχείο.

 

-Ευχαριστώ, θα καπνίσω, είπε ο Κεντιρές. Τα χέρια του έτρεμαν ελαφρά, καθώς άναβε το τσιγάρο.

 

«Πολύ ύποπτο», ξανασκέφτηκε ο αστυνόμος.

 

-Ας τα πάρουμε πάλι από την αρχή, κύριε Κεντιρέ. Το βράδυ του δείπνου το θύμα σάς φλέρταρε προκλητικά, όπως μου είπατε. Δηλαδή τι έκανε;

-Και τι δεν έκανε, κύριε αστυνόμε. Μου έπιανε τα χέρια και μου τα χάιδευε, χάιδευε το πρόσωπό μου, μου έλεγε πως είμαι όμορφος και τρελαίνω τις γυναίκες, ότι μου γράφει ποιήματα και πως η επόμενη συλλογή της θα είναι ολόκληρη ερωτικά ποιήματα για μένα, τι  να σας πω, τα είχα χάσει εντελώς. Τέτοιο απροκάλυπτο κόλλημα και μάλιστα μπροστά σε άλλους δεν μου είχε ξανασυμβεί.

-Κι εσείς πώς αντιδράσατε;

-Το γύρισα στο αστείο, καταλαβαίνετε, ένιωθα μεγάλη αμηχανία. Έδειχνα εύθυμος, για να μη χαλάσω την ατμόσφαιρα, αλλά στην πραγματικότητα ήμουν πολύ σαστισμένος.

-Σαστισμένος ή τσαντισμένος;

 

Ο εκδότης έσβησε το τσιγάρο του στο σταχτοδοχείο  και άναψε αμέσως ένα άλλο.

 

-Για να είμαι ειλικρινής, είχα αρχίσει να εκνευρίζομαι.

-Οι άλλοι τι έκαναν;

-Κοίταζαν. Τι να κάνουν κι αυτοί…

-Μήπως χαμογελούσαν;

-Μπορεί, δεν ξέρω. Δεν θυμάμαι πάνω στην ταραχή μου.

-Σκεφτήκατε καθόλου την περίπτωση να ήθελε η μακαρίτισσα να σας γελοιοποιήσει;

 

Ο Κεντιρές έμεινε με το στόμα ανοιχτό:

-Γιατί να έκανε κάτι τέτοιο;

-Ίσως να σας είχε άχτι για κάτι.

-Για ποιο πράγμα; Δεν είχαμε διαφορές μεταξύ μας!

-Η Κλειώ Σαλόνγκα ισχυριζόταν ότι την κλέβατε, δεν της δίνατε τα δικαιώματά της από τις πωλήσεις των βιβλίων της.

-Αυτό είναι ψέμα! Ήμουν πάντα έντιμος απέναντί της. Πάντα!

-Ίσως είχε θυμώσει που δεν ανταποκρινόσασταν στο φλερτ της.

-Με μια ηλικιωμένη γυναίκα; Μα ήταν δυνατόν αυτό;


Έμεινε για λίγο σιωπηλός κοιτάζοντας αφηρημένα έξω από το παράθυρο.


-Είναι τρελά πράγματα αυτά που ακούω! μονολόγησε.

-Να σας πω τότε κάτι που δεν είναι καθόλου τρελό, είπε ήσυχα ο Χαράλαμπος Δεβρεντής. Είναι αλήθεια ότι είστε χρεωμένος ως τον λαιμό; Ότι η επιχείρησή σας είναι έτοιμη να κλείσει; Ότι έχετε μπλέξει σε κύκλωμα τοκογλύφων που σας απειλούν;

 

Ο Κεντιρές μαρμάρωσε. Έμεινε έτσι μαρμαρωμένος ένα δυο λεπτά, ενώ ο Δεβρεντής έπαιζε με το στιλό του και περίμενε υπομονετικά.

 

Μετά κατέρρευσε. Κρεμάστηκε σαν μαριονέτα στην καρέκλα και το τσιγάρο του γλίστρησε από τα δάχτυλά του και έπεσε στο πάτωμα. Ο Δεβρεντής πετάχτηκε πάνω και φώναξε κάποιους αστυφύλακες να τον βοηθήσουν. Έριξαν νερό στο πρόσωπό του, ξεκούμπωσαν το πουκάμισό του, του έκαναν αέρα, ενώ ο Κεντιρές τούς παρακολουθούσε άφωνος.

 

-Πώς αισθάνεσθε; ρώτησε ο Δεβρεντής.

-Καλύτερα, ευχαριστώ, ψιθύρισε ο Κεντιρές. Το παθαίνω πότε πότε αυτό, όταν είμαι σε υπερένταση.

-Θέλετε να φωνάξουμε γιατρό;

 

Ο Κεντιρές ανακάθισε στην καρέκλα του παίρνοντας μια φυσιολογική στάση:

 

-Δεν χρειάζεται. Είμαι καλά τώρα.

-Μπορούμε να συνεχίσουμε δηλαδή;

-Ναι, βεβαίως. Τι λέγαμε;

-Ότι είστε καταχρεωμένος και σας κυνηγούν οι τοκογλύφοι.

-Αφήστε τα, έχω μπλέξει, αναστέναξε ο εκδότης.

-Διακόσιες χιλιάδες ευρώ θα έλυναν το  πρόβλημά σας;

-Δεν είμαι δολοφόνος, κύριε αστυνόμε.

-Αν όμως σας απειλούσαν κάποιοι δολοφόνοι;

-Δεν είμαι δολοφόνος, επανέλαβε ο Κεντιρές.

 

Ύστερα ξαφνικά έβαλε τα κλάματα.

-Η ζωή μου καταστράφηκε! Είμαι χαμένος έτσι κι αλλιώς! Θέλετε να με συλλάβετε; Ορίστε! Δεν θα αντισταθώ!

-Θα σας βρουν και στη φυλακή οι τοκογλύφοι, είπε ο Δεβρεντής ψυχρά. Και εν πάση περιπτώσει, προς το παρόν είστε απλώς ύποπτος.

 

Έβγαλε από το συρτάρι του ένα κουτί με χαρτομάντιλα και του έδωσε ένα.

 

-Μη βγείτε κλαμένος από δω μέσα. Και να ξέρετε ότι αργά ή γρήγορα οι δημοσιογράφοι θα μάθουν τα ονόματά σας. Κάποιος θα τους τα σφυρίξει.

-Μπορώ να φύγω τώρα;

-Μια ερώτηση ακόμα, κύριε Κεντιρέ: μετά από εκείνο το επεισοδιακό δείπνο στης Κλειώς Σαλόνγκα, επιστρέψατε στο σπίτι σας;

-Ήμουν πολύ ταραγμένος και για να καλμάρω πήγα για ποτό σ’ ένα μπαρ στα Εξάρχεια.

-Σε ποιο μπαρ;

-Στο «Monster». Με γνωρίζει ο μπάρμαν. Μπορείτε να τον ρωτήσετε. Ήπια δυο ουίσκι και μετά πήγα σπίτι μου.

-Τον Περπατέα που έπεσε στις σκάλες, όταν κατεβαίνατε. τον πήρατε είδηση;

-Έπεσε ο Περπατέας;

-Έπεσε και στράβωσε η μέση του.

-Κάτι μου φάνηκε ότι άκουσα, ένα βογκητό κάποια στιγμή, αλλά δεν είμαι σίγουρος. Με τόση ταραχή, καταλαβαίνετε…

-Καταλαβαίνω, κύριε Κεντιρέ.


(Συνεχίζεται)



 

Δεν υπάρχουν σχόλια: