«Η ΚΛΕΙΩ ΗΤΑΝ ΨΥΧΟΥΛΑ»
Ο Ευδαίμων Περπατέας ήρθε
στο τμήμα κουτσαίνοντας. Ήταν ένας ψηλός άνδρας, αδύνατος, με βαμμένα μαύρα
μαλλιά και ευγενική φυσιογνωμία.
-Καθίστε, κύριε Περπατέα,
μη στέκεστε όρθιος. Βλέπω ότι έχετε κάποιο πρόβλημα.
-Γκρεμίστηκα από τις
σκάλες, είπε ο Περπατέας και κάθισε στην καρέκλα παίρνοντας μια περίεργη στάση.
Περίεργη ήταν όμως και η
φωνή του. Ο Δεβρεντής στύλωσε τα αφτιά του για να καταλάβει καλύτερα.
-Ποιες σκάλες; ρώτησε.
-Εκείνο το βράδυ που
φύγαμε από το σπίτι της Κλειώς.
-Γιατί δεν πήρατε το
ασανσέρ;
-Φύγαμε κακήν κακώς,
ήμασταν και εκνευρισμένοι, δεν είχαμε την υπομονή να περιμένουμε το ασανσέρ.
Καθώς κατεβαίναμε βιαστικοί, κάπου παραπάτησα και κατρακύλησα στα σκαλοπάτια.
Κατάφερα να σηκωθώ, αλλά η ζημιά είχε γίνει. Στράβωσε η μέση μου.
-Δεν βρέθηκε κανείς να
σας βοηθήσει;
-Δυστυχώς όχι. Οι άλλοι
προπορεύονταν και δεν με πήραν είδηση. Ήμασταν εξάλλου όλοι άνω κάτω με όσα
συνέβησαν μέσα στο διαμέρισμα.
-Τι ακριβώς συνέβη μέσα
στο διαμέρισμα, κύριε Περπατέα;
-Θα με κεράσετε μια κόκα
κόλα; Έχει στεγνώσει το στόμα μου.
-Βεβαίως.
Ο αστυνόμος σηκώθηκε και
βγήκε έξω για να δώσει την παραγγελία. Κρυπτομοφυλόφιλος, σκέφτηκε, καθώς
ανέλυε στο μυαλό του το ηχόχρωμα της φωνής του Περπατέα και τα βαμμένα μαλλιά
του. Πρέπει να έχει περάσει δύσκολες ώρες αυτός ο άνθρωπος.
-Ας τα πάρουμε από την
αρχή, είπε επιστρέφοντας και καθίζοντας στην πολυθρόνα του. Ποια ήταν η σχέση
σας με τη θανούσα;
-Ήταν η καλή μου νεράιδα,
είπε ο Περπατέας. Επί τρία χρόνια που ήμουν άνεργος μού έδινε κάθε μήνα 300
ευρώ. Χάρη σ’ αυτήν επιβίωσα και δεν βρέθηκα στον δρόμο.
-Τι δουλειά κάνατε;
-Δημοσιογράφος στην
εφημερίδα «Ειδήσεις». Όταν έκλεισε η εφημερίδα με την κρίση, βρέθηκα χωρίς
δουλειά.
-Είστε ακόμα άνεργος;
-Με προσέλαβαν στο
περιοδικό «Εντυπώσεις» για ένα διάστημα, αλλά λόγω περικοπών είμαι πάλι άνεργος
εδώ και δυο μήνες.
-Έχετε οικογένεια, κύριε
Περπατέα;
-Όχι. Ζω μόνος.
-Πώς γνωριστήκατε με την
Κλειώ Σαλόνγκα;
-Της είχα πάρει μια
συνέντευξη πριν χρόνια. Μετά κατά καιρούς συναντιόμασταν σε κάποιες εκδηλώσεις.
Τότε ακόμα η Κλειώ δεν είχε κλειστεί στον εαυτό της. Όταν έμαθε ότι έμεινα
άνεργος, με κάλεσε στο σπίτι της και μου είπε ότι θα με βοηθά οικονομικά, μέχρι
να ξαναβρώ δουλειά.
-Ήταν τόσο καλός άνθρωπος
η μακαρίτισσα;
-Ήταν ψυχούλα η Κλειώ.
Αλλά είχε και τις ιδιοτροπίες της. Και ποιος δεν έχει δηλαδή…
Η συζήτηση διακόπηκε,
καθώς ένας αστυφύλακας έφερε την κόκα κόλα και την ακούμπησε στο γραφείο.
-Πιείτε την κόκα κόλα
σας, κύριε Περπατέα και συνεχίζουμε μετά.
-Ευχαριστώ πολύ.
Ο Ευδαίμων Περπατέας ήπιε
μονορούφι το αναψυκτικό.
-Διψούσα πολύ,
απολογήθηκε μετά.
-Συνεχίζουμε λοιπόν. Στον
υπολογιστή της Σαλόνγκα είδαμε ότι ανταλλάσσατε τακτικά μηνύματα για πράγματα
εντελώς καθημερινά.
-Ναι, από τότε που
παραξένεψε πολύ, εδώ και λίγα χρόνια, δεν ήθελε να βγαίνει από το σπίτι της
ούτε και καλούσε κανέναν. Είχε και κάποιες δυσκολίες στο περπάτημα, μεγάλη
γυναίκα, βλέπετε... Ακόμα και στο τηλέφωνο ήταν λακωνική, δεν ήθελε πολλά
πολλά. Της άρεσε όμως να επικοινωνεί με μηνύματα στο μέσεντζερ.
-Τα μηνύματα που
ανταλλάσσατε μεταξύ σας ήταν πολύ πρακτικής φύσεως, όπως είδαμε.
-Ναι, όπως το λέτε. Είχα
υποχρέωση απέναντί της. Αφού δυσκολευόταν να περπατήσει, ανέλαβα τις εξωτερικές
δουλειές της.
-Και ο ανιψιός της; Δεν
ενδιαφερόταν γι’ αυτήν;
-Πώς, πώς…Αλλά έμενε στο
Μαρούσι, είχε το οδοντιατρείο του, δεν μπορούσε να κατεβαίνει κάθε μέρα να τη
βλέπει. Την πήγαινε όμως στους γιατρούς, όταν χρειαζόταν, φρόντιζε για τα
φάρμακά της, ήταν πολύ τυπικός σ’ αυτά τα θέματα.
-Μάλιστα, είπε ο
Δεβρεντής παίζοντας το στιλό του. Κι εσείς κάνατε τις καθημερινές δουλειές της.
-Της είχα μεγάλη υποχρέωση.
-Και δεν ανησυχήσατε που
χάθηκε μια ολόκληρη εβδομάδα;
-Όχι. Προφανώς δεν με
χρειαζόταν. Δεν ήμουν κάθε μέρα στο σπίτι της.
Ο Δεβρεντής ξεφύλλισε τον
φάκελο που είχε μπροστά του. Έριξε μια ματιά κάπου κι έπειτα σήκωσε το κεφάλι:
-Ήταν όντως μεγάλη
ποιήτρια η Κλειώ Σαλόνγκα, όπως λένε; ρώτησε.
-Ήταν σπουδαία! Νομίζω η
καλύτερη της γενιάς της.
-Αλλά ήταν και τσιγκούνα.
Πώς και σας έδινε κάθε μήνα 300 ευρώ;
-Σε αντάλλαγμα έκανα όλες
τις εξωτερικές δουλειές της. Και δεν ήταν τσιγκούνα, οικονόμα ήταν.
Ο Χαράλαμπος Δεβρεντής
έκανε μια παύση και συμβουλεύτηκε ξανά τα χαρτιά του.
- Πόσων ετών είστε, κύριε
Περπατέα;
-Πενήντα έξι.
-Μάλιστα, αρκετά
μικρότερος κι εσείς από τη μακαρίτισσα.
-Έχει κάποια σημασία
αυτό;
-Από ό,τι καταλαβαίνω
τώρα, όχι, δεν έχει καμιά σημασία.
-Τι εννοείτε;
-Τίποτα, κάτι δικές μου
σκέψεις κάνω, είπε ο αστυνόμος παρατηρώντας τον Περπατέα. Ας έλθουμε τώρα στο
περίφημο δείπνο της Πέμπτης. Τα πράγματα δεν πήγαν καθόλου καλά εκείνο το
βράδυ. Συμφωνείτε;
-Συμφωνώ. Και η αιτία
ήμουν εγώ.
-Εσείς;
-Μάλιστα εγώ.
-Για εξηγήστε μου
καλύτερα.
-Ήμασταν στο τραπέζι
τέσσερις άγνωστοι μεταξύ μας άνδρες και ήταν φυσικό να υπάρχει στην αρχή κάποια
αμηχανία. Γνωρίζαμε βέβαια ο ένας την ύπαρξη των άλλων από τις διηγήσεις της
Κλειώς, αλλά ποτέ δεν είχαμε βρεθεί από κοντά. Προσωπικά δεν συμπάθησα κανέναν.
Ο εκδότης έδειχνε προσποιητά εύθυμος, αλλά εγώ ήξερα από την Κλειώ ότι την
εκμεταλλευόταν και της έδινε ψίχουλα από τα δικαιώματά της στις πωλήσεις των
βιβλίων της. Ο ανιψιός της αντίθετα ήταν σιωπηλός, αλλά η Κλειώ μού τον είχε
περιγράψει ως νυφίτσα που αδημονεί να τη δει στο φέρετρο για να την κληρονομήσει. Ο δε ποιητής είχε
ένα ενοχλητικό υπεροπτικό ύφος, αν και μετά που έπιασε κουβέντα με τον εκδότη,
άλλαξε στάση, έγινε πιο φυσιολογικός.
-Από τον ποιητή δεν είχε
παράπονα η Κλειώ;
-Πώς, βεβαίως. Τον έλεγε
κολλιτσίδα που δεν την άφηνε στην ησυχία της. Με στόχο εννοείται να τον
προωθήσει στους κύκλους των διανοουμένων.
-Γνωρίζετε κάτι για την
ερωτική της ζωή;
Ο Ευδαίμων Περπατέας
κοίταξε τον αστυνόμο εμβρόντητος:
-Ερωτική ζωή στην ηλικία
της;
-Εξετάζουμε όλα τα
ενδεχόμενα. Από όσο ξέρω, φλέρταρε με τον εκδότη της πολύ φανερά εκείνο το
βράδυ.
-Τον γελοιοποιούσε, κύριε
αστυνόμε. Ήθελε να τον φέρει σε αμηχανία. Και τα κατάφερε. Και σ’ αυτό το
σημείο αντέδρασα εγώ και γι’ αυτό φέρω μεγάλη ευθύνη.
-Τι κάνατε δηλαδή;
(Συνεχίζεται)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου