7/3/26

10. Ο περίεργος θάνατος της ποιήτριας Κλειώς Σαλόνγκα

 

 ΤΟ ΚΛΕΦΤΡΟΝΙ


Οι μέρες περνούσαν και το μυστήριο δεν λυνόταν. Κι όμως, ο Χαράλαμπος Δεβρεντής ένιωθε ότι η λύση ήταν μπροστά στα μάτια του και αυτός απλώς δεν την έβλεπε.

 

Ήταν έτοιμος να ζητήσει ένταλμα για να ερευνήσει τα σπίτια των υπόπτων, αν και δεν είχε ακόμη ανακρίνει για δεύτερη φορά τον Ευδαίμονα Περπατέα, ο οποίος έλειπε στο χωριό του εκείνες τις μέρες, όταν η αστυνομία συνέλαβε ένα κλεφτρόνι, από αυτά που μπαίνουν στα αφύλαχτα σπίτια και τα ρημάζουν.

 

Αυτή τη φορά το κλεφτρόνι είχε σταθεί άτυχο. Τον είχαν πιάσει επ’ αυτοφώρω τη στιγμή που έβγαινε από ένα εξοχικό στην Παλλήνη, φορτωμένο κοσμήματα και δυο ακριβά κινητά. Δεν ήταν ούτε δέκα οχτώ χρονών, μικρόσωμος και ευλύγιστος σαν γάτος. Συνηθισμένος στις συλλήψεις και εξοικειωμένος με τους αστυνομικούς ο Νεκτάριος Ρομποτέλης, ζήτησε μια πορτοκαλάδα, την ήπιε με την ησυχία του και μετά είπε:

 

-Άμα σας δώσω πληροφορίες για κείνη τη Σαλόνγκα, θα μειωθεί η ποινή μου;

 

Οι αστυνομικοί του τμήματος Παλλήνης έμειναν κόκαλο.

 

-Τι ξέρεις εσύ, ρε μαλακισμένο, για τη Σαλόνγκα;

-Ξέρω, είπε ο μικρός.

-Για πες, τι ξέρεις;

-Δεν λέω τίποτα, αν δεν μου υποσχεθείτε ότι θα μειωθεί η ποινή μου.

-Εντάξει, θα μειωθεί η ποινή σου. Για λέγε!

-Να το πει και ο Εισαγγελέας, είπε ο μικρός που δεν ήταν τελικά και τόσο αγαθιάρης.

 

 

Την επόμενη μέρα ο Χαράλαμπος Δεβρεντής δεχόταν στο γραφείο του τον Νεκτάριο Ρομποτέλη για μια σύντομη ανάκριση. Το πιθανότερο ήταν ότι το κλεφτρόνι είχε επινοήσει κάποιο παραμύθι για να τους ξεγελάσει και να μειωθεί η ποινή του, όπως κάνουν πολλοί του σιναφιού του. Αλλά πάλι ποτέ κανείς δεν ξέρει.

 

-Λοιπόν, Ρομποτέλη, όλα εντάξει, ο Εισαγγελέας συμφώνησε. Για λέγε τώρα, τι ξέρεις για τη Σαλόνγκα;

-Μπορώ να έχω μια πορτοκαλάδα;

 

 Ο Δεβρεντής σηκώθηκε για να την παραγγείλει.

 

-Να είναι παγωμένη όμως! φώναξε από πίσω του ο Νεκτάριος, όχι καμιά νερόβραστη σούπα!

 

Ο Δεβρεντής τού έριξε μια άγρια ματιά, αλλά ο Νεκτάριος έμεινε ατάραχος.

 

-Λέγε τι ξέρεις να μην καθυστερούμε, είπε ο Δεβρεντής επιστρέφοντας στην πολυθρόνα του.

-Θα καθυστερήσουμε λίγο, γιατί έχω να πω πολλά, είπε ο μικρός.

 

Μια σπίθα άναψε στον νου του αστυνόμου. Τούτο εδώ το κλεφτρόνι έδειχνε μεγάλη σιγουριά. Κάτι ήξερε, δεν αερολογούσε.

 

-Να έρθει πρώτα η πορτοκαλάδα, να ηρεμήσω κι εγώ λίγο, είπε ο Νεκτάριος μισοξαπλώνοντας στην καρέκλα.

 

«Έτσι και μας κοροϊδεύει αυτό εδώ το ρεμάλι, θα φάει πολύ ξύλο», σκέφτηκε ο Δεβρεντής. Παράλληλα χαμογέλασε στον μικρό.

 

-Όλα καλά; είπε για να πει κάτι.

-Τι όλα καλά και αηδίες, το μεροκάματο βγαίνει δύσκολα, είπε ο Νεκτάριος.

-Να βρεις μια έντιμη δουλειά, να πάψεις να μας απασχολείς κι εμάς.

-Αν δούλευα σε μια έντιμη δουλειά, εσείς θα ψάχνατε για τον δολοφόνο της Σαλόνγκας στον αιώνα τον άπαντα.

 

Ο Δεβρεντής έχασε την υπομονή του:

-Τι στο διάολο ξέρεις; Θα μας πεις καμιά φορά;

-Πρώτα να έρθει η πορτοκαλάδα.

 

Ευτυχώς εκείνη τη στιγμή έφεραν την πορτοκαλάδα και ο Νεκτάριος άρχισε να την πίνει γουλιά γουλιά.

-Τέλεια, είπε, όπως ακριβώς την ήθελα!

 

Ο Δεβρεντής ένιωσε τα νεύρα του να τεντώνονται άσχημα. Με δυσκολία κρατήθηκε να μη σηκωθεί και ν’ αρχίσει στις φάπες το κλεφτρόνι.

 

Ο μικρός ήπιε την πορτοκαλάδα του, άφησε το μπουκάλι στο γραφείο και είπε:

-Και τώρα αρχίζουμε.

 

(Συνεχίζεται)

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: