26/12/23

Για ένα δευτερόλεπτο

 





Διάβαζε ο ποιητής τα ποιήματά του,


εσύ απέναντί μου


και ήθελα να σε κοιτάξω


-ήθελα τόσο πολύ να σε κοιτάξω,


τόσο πολύ,


που δεν σε κοίταζα,


γιατί δεν θα το άντεχα αυτό-


κι έπειτα ο ποιητής είπε σε ένα στίχο του


«αγάπη μου»,


τότε έχασα τη δύναμή μου,


σε κοίταξα στα μάτια


και, ναι, με κοίταξες κι εσύ,


αστραπιαία συνεννοηθήκαμε,


ύστερα γυρίσαμε το βλέμμα μας αλλού.


 

Για ένα δευτερόλεπτο αγαπηθήκαμε.


Δεν είναι λίγο,


όχι,


λίγο δεν είναι.



 

21/12/23

5. Χριστούγεννα ("Ένα παιδί μεγαλώνει στα Ταμπακαριά")

 







Τα Χριστούγεννα ο μπαμπάς που είναι δασικός υπάλληλος έφερνε παλιότερα ένα αληθινό δεντράκι για να το στολίσουμε.  Εγώ όμως έβλεπα στις βιτρίνες τα ψεύτικα δεντράκια και μου άρεσαν περισσότερο. Και όλο γκρίνιαζα, «θέλω ένα ψεύτικο δεντράκι, είναι πιο ωραίο, θέλω ψεύτικο δεντράκι», τους γκρίνιαζα συνέχεια και τελικά βαρέθηκαν να με ακούν και αγόρασαν ένα ψεύτικο δεντράκι που είναι πιο ωραίο.

 

Η μαμά φέρνει την κούτα με τα στολίδια και το στολίζουμε, κρεμάμε καρδούλες, μικρές γυαλιστερές μπάλες και άλλα τέτοια, ρίχνουμε στα κλαδιά του  μπαμπάκι που θυμίζει χιόνι και μετά βάζουμε και τα πολύχρωμα λαμπιόνια και είναι ένα πολύ όμορφο χριστουγεννιάτικο δεντράκι.

 

Δώρα όμως δεν κάνουμε ο ένας στον άλλο, δεν έχουμε τέτοιες συνήθειες εμείς.

 

Κατεβαίνουμε στην πόλη για βόλτα και είναι τόσο όμορφα εκεί, ο κόσμος πάει κι έρχεται και είναι πολύς, σπρωχνόμαστε για να προχωρήσουμε, και όλα τα μαγαζιά είναι στολισμένα και γεμάτα παιχνίδια. Τα κοιτάζω θαμπωμένη, αλλά δεν λέω τίποτα στους γονείς μου. Ξέρω ότι δεν πρόκειται να μου πάρουν παιχνίδι, ποτέ δεν μου παίρνουν, έτσι κι εγώ έχω σταματήσει να τους ζητάω.

 

Πέρυσι όμως που είχε έρθει για τις γιορτές ο θείος Σωτήρης, ο αδελφός της μαμάς, με πήρε και κατεβήκαμε στην πόλη και μου είπε να διαλέξω ένα παιχνίδι να μου το πάρει. Εγώ τρελάθηκα από τη χαρά μου και κοίταζα τα παιχνίδια στις βιτρίνες και δεν ήξερα ποιο να διαλέξω, όλα τα ήθελα. Κοίταζα, κοίταζα και δεν χόρταιναν τα μάτια μου και τελικά πήρα το πιο μικρό και το πιο χαζό παιχνίδι που υπήρχε, ένα αυτοκινητάκι, κι έπειτα σκεφτόμουν, γιατί διάλεξα αυτή τη σαχλαμάρα, αντί να πάρω μια κούκλα. Αλλά ήταν που ντρεπόμουν τον θείο Σωτήρη και δεν ήθελα να δώσει πολλά λεφτά για μένα.

 

Ωραία είναι τα Χριστούγεννα και η Πρωτοχρονιά ωραία είναι, τρώμε γλυκά και δεν έχει και σχολείο. Αλλά βαριέμαι όλη μέρα μόνη. Εκτός αν έρθουν στο διπλανό χωράφι τα παιδιά της γειτονιάς και τότε πάω κι εγώ και παίζουμε, μέχρι που νυχτώνει.

 

Ε, χμ, τι άλλο να πω για τα Χριστούγεννα, δεν ξέρω…


(Συνεχίζεται)


17/12/23

Σαν μια μικρή αχτίδα

 






Έτσι


σαν μια μικρή αχτίδα


ήλιου ζεστού,


ήλιου γλυκού


που τρύπησε τα σύννεφα


κι έφτασε κατ’ ευθείαν στην καρδιά μου,


έτσι είσαι,


αυτό είσαι,


φωτεινό μαχαίρι


που εισχωρεί στα σκοτάδια μου.



16/12/23

4. Το σπίτι μας ("Ένα παιδί μεγαλώνει στα Ταμπακαριά")

 

1.    


 

Το σπίτι μας έχει τρία δωμάτια, μια κουζίνα, όπου εκεί καθόμαστε όλη μέρα, το σαλόνι και την κρεβατοκάμαρα. Παλιότερα κοιμόμουν κι εγώ στην κρεβατοκάμαρα, το κρεβατάκι μου ήταν δίπλα στο κρεβάτι των γονιών μου, αλλά μετά μεγάλωσα και τα πόδια μου έβγαιναν έξω από τα κάγκελα και τότε οι γονείς μου με έβαλαν να κοιμάμαι στο ντιβάνι του σαλονιού. Στο σαλόνι όμως δεν κάθεται κανείς μας, το έχουμε μόνο για τους επισκέπτες και κάθε πρωί που σηκώνομαι, η μαμά ρίχνει πάνω στο ντιβάνι ένα πανί με κλάρα και δεν φαίνεται πως κοιμήθηκα εκεί.

 

Άμα βρέχει, το σπίτι στάζει σε μερικά σημεία και η μαμά βάζει ταψιά και κατσαρόλες από κάτω που μαζεύουν τις σταγόνες που πέφτουν. Και οι τοίχοι έχουν μερικούς λεκέδες που είναι από την υγρασία, όπως λέει η μαμά. Στο υπόγειο, κάτω από το σπίτι, ο μπαμπάς φυλάει μια μεγάλη εγκυκλοπαίδεια του Ελευθερουδάκη και την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους του Παπαρρηγόπουλου και καμιά φορά που κατεβαίνω εκεί, ξεφυλλίζω τα βιβλία, αλλά δεν καταλαβαίνω και πολλά πράγματα, αυτά τα βιβλία είναι για τους μεγάλους.

 

Έχει και σκορπιούς εκεί μέσα, έχω δει μερικούς. Η μαμά ανατριχιάζει μόνο που λέει «σκορπιός», αγριεύεται και σηκώνεται η τρίχα της, τους φοβάται πολύ. Εμένα πάλι δεν με νοιάζει.

 

Εκτός από τους σκορπιούς που δεν τους θέλει, η μαμά αγαπά όλα τα άλλα ζώα, ενώ κανείς άλλος από όσους ξέρω δεν τα αγαπά. Αγαπούσε και τον Μπόμπι, έναν ασπρόμαυρο γάτο με πράσινα μάτια, που πέρασε μια μέρα από την ταράτσα μας και η μαμά τού έδωσε να φάει. Και από τότε ερχόταν αυτός κάθε μέρα σπίτι μας και έτρωγε, έγινε φίλος μας κι εγώ τον αγαπούσα πολύ και τον βάφτισα Μπόμπι. Ο Μπόμπι γύριζε όλη μέρα, ποιος ξέρει πού γύριζε, και μετά ερχόταν σπίτι για φαγητό. Αλλά μια μέρα χάθηκε και δεν τον ξαναείδαμε. Και κάποιος γείτονας μάς είπε πως τον πάτησε αυτοκίνητο.

 

Πάνω από το υπόγειο είναι η ταράτσα μας, δηλαδή η ταράτσα είναι το ταβάνι του υπόγειου.  Εκεί βγάζουν τα τρία δωμάτια του σπιτιού μας. Είναι μια μεγάλη ταράτσα με τοιχάκι γύρω-γύρω  κι από κάτω βλέπουμε τον χωματόδρομο με τα ταμπάκικα και πιο πέρα τη θάλασσα. Και από την άλλη μεριά της ταράτσας, μακριά στο βάθος, βλέπουμε τον τρούλλο της Ευαγγελίστριας και πιο ψηλά το Ακρωτήρι μέσα στα πεύκα και ξεχωρίζουμε ένα άσπρο σημαδάκι εκεί πέρα που είναι το άγαλμα της Ελευθερίας. Μια φορά πήγαμε στο Ακρωτήρι και το είδα από κοντά. Οι μεγάλοι λένε πως είναι άσχημο. Αφού το λένε, έτσι θα είναι.

 

Όμως η ταράτσα μας έχει δυο μεγάλα βαθουλώματα και η μαμά μού φωνάζει να μην πατώ εκεί, γιατί μπορεί να γκρεμιστεί η ταράτσα και να σκοτωθώ. Κανείς δεν πατά πάνω σ’ αυτά τα βαθουλώματα, είναι πολύ επικίνδυνα. Αλλά στα άλλα σημεία της ταράτσας μπορούμε να πατάμε και το καλοκαίρι οι γονείς μου καλούν τους φίλους τους εκεί, στρώνουν τραπέζια και παίζουν χαρτιά.

 

Η μαμά φτιάχνει τούρτες για να τους κεράσει, κάτι πολύ όμορφες τούρτες, και τις στολίζει από πάνω με διάφορα σχέδια δικά της, σε όλα τα χρώματα, πράσινο, μπλε, κίτρινο, κόκκινο, πορτοκαλί. Αλλά τώρα σταμάτησε να τους βάζει όλα αυτά τα χρώματα, γιατί τα απαγορέψανε, είναι, λέει, επικίνδυνα για την υγεία.

 

https://www.topontiki.gr/2017/03/24/to-gigantio-agalma-tis-eleftherias-pou-dichase-ta-chania-photos/

 (Σήμερα το άγαλμα αυτό έχει γκρεμιστεί).



(Συνεχίζεται)


 

15/12/23

Ο άγγελος

 





Έσκυψε ο άγγελος


και μου εκμυστηρεύτηκε τα πάθη του.


Πάγωσες την ψυχή μου,


του είπα,


κι εγώ που


τόσο πολύ σε είχα αγαπήσει!


Και τώρα ακόμα μ’ αγαπάς,


μου απάντησε χαμογελώντας


και είχε τόση σιγουριά


αυτός ο άγγελος ο εκπεσών.



14/12/23

Timi Yuro: "Just say I love him"

 





Μεγάλη επιτυχία του 1963.




Πες του μονάχα πως τον αγαπώ,


πως τον αγάπησα από την πρώτη στιγμή


κι ακόμα πες του πόσο, μα πόσο πολύ θέλω


να του πω αυτό που έχω στην καρδιά μου.


 

Πες του μόνο πως τον έχω ανάγκη,


όπως τα τριαντάφυλλα έχουν ανάγκη τη βροχή,


κι ακόμα πες του πόσο λαχταρώ


 να τον δω ξανά, έστω για μια φορά.


 

Τυχαία αν τον συναντήσεις,


οποτεδήποτε, σε όποιο μέρος, όπου και να’ ναι,


αχ, πες του πόσο ανόητη ήμουν που τον άφησα,


πες του


πόσο πολύ μια ανόητη μπορεί να νοιάζεται γι’ αυτόν.


 

Και αν σου πει


πως νιώθει μοναξιά καμιά φορά,


πες του μόνο αυτό: ότι τον αγαπώ,


πες του ότι τον θέλω να γυρίσει.


 

Αχ, ναι, να γυρίσει ξανά…




https://www.youtube.com/watch?v=Kgc9lkVrxPs


 

 

Just say I love him

I've loved him from the start

And tell him how I'm yearning

To say what's in my heart

 

Just say I need him

Like roses need the rain

And tell him how I'm longing

to see him once again

 

If you should chance to meet him

Anytime, anyplace, anywhere

Oh, Say I was a fool to leave him

And tell him how much a fool can care

 

And if he tells you

he's lonely now and then

Won't you just say I love him

And want him back again

 

And if he tells you, yeah

he's lonely now and then, oh

Won't you just say I love him

And I want him back again

Oh, again...

 

10/12/23

3. Το κούρεμα ("Ένα παιδί μεγαλώνει στα Ταμπακαριά")

 

1.    






 

 

Όταν ήμουν πολύ μικρή, με κούρεψαν γουλί.

Είχα, λέει, αδύνατα μαλλιά και αν με κούρευαν, θα έβγαιναν μετά πιο γερά, έτσι νόμιζαν. Με πήγε στο κουρείο ο ξάδερφός μου ο Γιώργος που εκείνο τον καιρό έμενε στο σπίτι μας. Ο Γιώργος είναι γιος της θείας Ροδάνθης από το Ηράκλειο. Αλλά αυτή δεν θέλει τα παιδιά της κι αυτά πάνε στους θείους τους, από το ένα σπίτι στο άλλο.

 

Θυμάμαι που με πήγε σ’ ένα κουρείο κοντά στην Ευαγγελίστρια κι ο κουρέας με κούρεψε, μου ξύρισε το κεφάλι εντελώς, και γυρίσαμε μετά σπίτι και όλοι γελούσαν και με φώναζαν Μιχάλη. Η μαμά μού είχε κιόλας αγοράσει κοντά παντελονάκια και με έντυσαν αγόρι. Εμένα δεν μου άρεσε καθόλου αυτό και τους φώναζα πως είμαι κορίτσι, αλλά εκείνοι γελούσαν κι εγώ θύμωνα πολύ. Και δεν μου άρεσε και το «Μιχάλης», ήταν άσχημο όνομα.

 

Ο μπαμπάς μού αγόρασε ένα ποδηλατάκι και με βγάλανε και φωτογραφίες να κάνω ποδήλατο κουρεμένη και με κοντό παντελονάκι σαν να ήμουν στ' αλήθεια ένας Μιχάλης.

 

Στο τέλος συνήθισα κι εγώ και δεν με πείραζε που με είχαν κουρέψει γουλί, αφού όλοι ήξεραν πως είμαι κορίτσι. Αλλά, άμα κατεβαίναμε στην πόλη, ο κόσμος νόμιζε ότι ήμουν αγόρι και στην παρέλαση της 25ης Μαρτίου που με είχε πάει ο μπαμπάς να τη δούμε, ένας κύριος δίπλα μου που τον εμπόδιζα μου είπε «πιο πέρα, μικρέ!». Πήγα πιο πέρα και δεν είπα τίποτα κι ο μπαμπάς μου χαμογέλασε που με είδε μουτρωμένη, αλλά ούτε κι αυτός είπε τίποτα.

 

Τέλος πάντων, μάκρυναν κάποτε τα μαλλιά μου και ξανάγινα κορίτσι και φόρεσα τα φουστανάκια μου και όλοι με φώναζαν με το κανονικό μου όνομα. Όμως τα μαλλιά μου που ξαναφύτρωσαν το ίδιο αδύνατα ήταν.

 

Τώρα έχω μακριά μαλλιά που η μαμά μου μού τα κάνει αλογοουρά. Αλλά τα τραβά πολύ δυνατά για να μου τα μαζέψει κι εγώ πονάω και φωνάζω, αυτή όμως δεν μου δίνει σημασία, τα τραβά και μου λέει «μπροστακάλι τι’ ν’ ο πόνος» που πάει να πει ότι δεν πειράζει που πονάω, φτάνει να είμαι όμορφη. Αν και δεν καταλαβαίνω τι δουλειά έχει το πορτοκάλι με την ομορφιά. Και μετά μου δένει από πάνω και έναν ωραίο μεγάλο φιόγκο, άλλοτε θαλασσί, άλλοτε ροζ, άλλοτε άσπρο.

 

Κοιτάζομαι στον καθρέφτη και κάνω σκέρτσα και παίρνω πόζες. Θέλω να μεγαλώσω γρήγορα, να βάζω κραγιόν και να φοράω ψηλά τακούνια.

 

Όταν μεγαλώσω, θα είμαι όμορφη. 

Θα είμαι σίγουρα όμορφη.


 (Συνεχίζεται)





4/12/23

2. Οι Παπαδάκηδες ("Ένα παιδί μεγαλώνει στα Ταμπακαριά")

 




Η μαμά πίνει καφέ τα απογεύματα με την κυρία Σοφία και λένε διάφορα, εγώ κάθομαι και τις ακούω και, όταν έρθει τέσσερις η ώρα, φεύγω και πάω πάλι στο σχολείο. Παλιότερα που δεν ήξερα να λέω την ώρα, μου έλεγε η μαμά πότε έπρεπε να φύγω, αλλά δεν την πίστευα και της έλεγα ότι ήθελε να με ξαποστείλει πιο νωρίς για να μείνει με την κυρία Σοφία και να πούνε τα μυστικά τους. Αυτή μου έλεγε «Όχι, κοντεύει τέσσερις, φύγε τώρα» κι εγώ έφευγα.

 

Για να πάω στο σχολείο κατεβαίνω από την ξύλινη σκάλα μας στον κήπο που εκεί η μαμά έχει φυτέψει πατάτες, ντομάτες και άλλα λαχανικά, σκαρφαλώνω μετά στο τοιχάκι του κήπου πατώντας σε κάτι κούτσουρα που έχουν βάλει εκεί οι γονείς μου, μετά πατάω σε κάτι άλλα κούτσουρα από την άλλη μεριά και βρίσκομαι στο πίσω χωράφι του διπλανού σπιτιού, έπειτα περνώ από τον μπροστινό κήπο του διπλανού σπιτιού, βγαίνω στον κεντρικό δρόμο, την οδό Ελευθερίου Βενιζέλου,  κι αποκεί σε δυο λεπτά είμαι στο σχολείο.

 

Μπορώ όμως να πάω κι από άλλο δρόμο, να βγω δηλαδή κανονικά από το σπίτι μας και να περπατήσω στον χωματόδρομο, μέχρι να φτάσω στον κεντρικό δρόμο, αλλά έτσι κάνω μεγάλο κύκλο και η μαμά μού έμαθε αυτό τον δρόμο μέσα από το χωράφι και τον κήπο του διπλανού σπιτιού που είναι πιο κοντινός.

 

Σ’ αυτό εδώ το σπίτι μένουν τρεις οικογένειες. Είναι ένα παλιό αρχοντικό που το έχει ένας Εβραίος και το έχει χωρίσει στα τρία και το νοικιάζει στις τρεις οικογένειες. Στον πάνω όροφο μένει μια οικογένεια που δεν την ξέρω καλά, μόνο τον γιο τους ξέρω που τον λένε Χριστόφορο. Κάτω έχει ένα διάδρομο και δεξιά κι αριστερά δωμάτια που είναι ανάκατα μοιρασμένα, σε άλλα μένει μια κυρία με τον γιο της και σε άλλα μένουν οι Παπαδάκηδες που είναι πολύ φίλοι με τους γονείς μου.

 

Οι Παπαδάκηδες είναι κομμουνιστές και αυτό είναι κάτι σαν κουσούρι, αλλά, όταν κάνουν παρέα με τους γονείς μου δεν μιλούν γι’ αυτό, μιλούν για άλλα πράγματα και τα βράδια μαζεύονται και παίζουν χαρτιά πότε στο σπίτι μας και πότε στο δικό τους. Όποιος χάνει, ρίχνει τα λεφτά σε έναν κουμπαρά κι άμα γεμίσει ο κουμπαράς, τον σπάνε και πάμε όλοι μαζί σε μια ταβέρνα και τρώμε.

 

Τα βράδια, όταν είναι η σειρά των γονιών μου να πάνε στους Παπαδάκηδες, άλλοτε με παίρνουν μαζί κι άλλοτε με βάζουν να κοιμηθώ και μετά φεύγουν. Σκαρφαλώνουν κι εκείνοι το τοιχάκι πατώντας τα κούτσουρα, κατεβαίνουν στο χωράφι και πάνε και χτυπάνε την πόρτα της κουζίνας των Παπαδάκηδων. Κάθονται εκεί στην κουζίνα και παίζουν χαρτιά.

 

Εμένα δεν με νοιάζει που φεύγουν, δεν φοβάμαι που με αφήνουν μόνη μου. Μόνο μια φορά φοβήθηκα, γιατί, αντί να κοιμηθώ, καθόμουν και διάβαζα τη Ζωή του Παιδιού και είχε μια ιστορία με πνεύματα και τρόμαξα, φοβόμουν να κλείσω το φως και να μείνω στο σκοτάδι. Και για πιο ασφάλεια έφυγα από το κρεβάτι μου και πήγα και κάθισα στο κρεβάτι των γονιών μου και τους περίμενα. Μετά που γύρισαν αυτοί, με βρήκαν ξύπνια και ανησύχησαν. Εγώ τους είπα τι με είχε φοβίσει και τότε ο μπαμπάς χαμογέλασε, «δεν είναι αλήθεια αυτά τα πράγματα», μου είπε, «άδικα τρόμαξες» και η μαμά μου το ίδιο είπε, αλλά εγώ τώρα δεν φοβόμουν πια, αφού είχαν έρθει οι γονείς μου.

 

Τον κουμπαρά τον έχουμε εμείς στο σπίτι μας και μια μέρα που ήμουν μόνη τον κατέβασα από το ράφι και τον αναποδογύρισα. Κουδούνιζαν από μέσα τα δίφραγκα και τα τάλιρα, αλλά δεν έβγαινε κανένα από τη σχισμή. Πήρα τότε ένα μαχαίρι και το έβαλα μέσα στη σχισμή κρατώντας αναποδογυρισμένο τον κουμπαρά και μια δραχμή γλίστρησε πάνω στη λάμα του μαχαιριού και βγήκε έξω. Ωραίο κόλπο ήταν αυτό κι από τότε, όποτε έλειπαν οι γονείς μου, έπαιρνα το μαχαίρι και το έχωνα στον κουμπαρά κι έβγαζα δραχμές, δίφραγκα και τάλιρα, αλλά όχι πολλά, μην το καταλάβουν, όταν τον σπάσουν και δεν βρουν μέσα λεφτά. Μ’ αυτά που έβγαζα έπαιρνα κουλούρι στο σχολείο και καραμέλες από το περίπτερο της πλατείας, γιατί η μαμά μου δεν ήθελε να μου δίνει λεφτά, μου έδινε μια φέτα ψωμί με βούτυρο να φάω στο διάλειμμα, αλλά εγώ ζήλευα τα άλλα παιδιά που αγόραζαν κουλούρι.

 

Μια μέρα όμως το κατάλαβαν. Είδαν πως είχα μερικά τάλιρα στη σάκα μου και με ρώτησαν πού τα βρήκα. Δεν ήξερα τι να τους πω κι αυτοί αγρίεψαν και τότε αναγκάστηκα να τους πω την αλήθεια. Θύμωσαν πολύ κι έδωσαν τον κουμπαρά στους Παπαδάκηδες να τον φυλάνε. Ο μπαμπάς μου με είπε κλέφτρα κι εγώ στενοχωρήθηκα. Δεν μου το είπε θυμωμένος,  μου το είπε περιφρονητικά κι εγώ ντράπηκα, δεν ήθελα να με λέει κλέφτρα ο μπαμπάς μου.


(Συνεχίζεται)



2/12/23

"Ένα παιδί μεγαλώνει στα Ταμπακαριά"

 



 

Η νουβέλα μου «Ένα παιδί μεγαλώνει στα Ταμπακαριά» περιέχει τις αναμνήσεις των δέκα πρώτων χρόνων της ζωής μου στα Ταμπακαριά των Χανίων, όπου έμενα με τους γονείς μου.

 

Σήμερα η γειτονιά αυτή έχει γίνει ένα είδος μουσείου, όπου πάνε οι λεγόμενοι διανοούμενοι για να δειπνήσουν σε κάποιο ταμπάκικο διασκευασμένο σε ταβέρνα. Κι από ό,τι βλέπω, κάποιοι θέλουν να μείνουν σ' αυτή τη γραφική γειτονιά, τώρα που έφυγαν οι ταμπάκηδες.


Τότε όμως, στη δεκαετία του ’50, τα Ταμπακαριά ήταν μια υποβαθμισμένη περιοχή της πόλης που μύριζε άσχημα και που η θάλασσα που έγλειφε τις ακτές της ήταν καφετιά και μολυσμένη από τα λύματα που έριχναν μέσα της οι βυρσοδέψες κατά την κατεργασία των δερμάτων.

 

Για ένα παιδί όμως αυτό δεν είχε και τόση σημασία. Σημασία είχαν τα παιχνίδια που έπαιζε με τα παιδιά της γειτονιάς και οι άνθρωποι που κατοικούσαν εκεί με τις διαφορετικές ιστορίες τους ο καθένας. Σημασία είχε επίσης το Δημοτικό Σχολείο που βρισκόταν έξω από τα όρια αυτής της γειτονιάς με τους δασκάλους, τους μαθητές του και τα μικρογεγονότα του. Κι ακόμα, σημασία είχε η πόλη που απλωνόταν πέρα και κάτω από τα Ταμπακαριά με τα μαγαζιά της, την Αγορά της, το Σαντριβάνι της και τη μικροαστική της αξιοπρέπεια.

 

Όλα αυτά, κτίρια, πρόσωπα και γεγονότα, χαράχτηκαν σιγά σιγά στη μνήμη μου και έμειναν αξέχαστα.

 

Τη νουβέλα μου «Ένα παιδί μεγαλώνει στα Ταμπακαριά» σκέφτομαι να τη δημοσιεύσω σε συνέχειες στο μπλογκ μου και στο φέις μπουκ. Ήδη δημοσίευσα την πρώτη ενότητα με τον τίτλο «Ο Φαρούκ». Κάθε δυο-τρεις μέρες θα αναρτώ και μια μικρή ενότητα.

 

Κάποιοι θα τη διαβάζουν. Για μένα αυτό είναι αρκετό.

 

 

1/12/23

1. Ο Φαρούκ ("Ένα παιδί μεγαλώνει στα Ταμπακαριά")

 

 

Ο κύριος Στέλιος είναι χοντρός και φορά κάτι πράσινα γυαλιά μέρα νύχτα. Τα χέρια του είναι πάντα βρόμικα, όσο κι αν τα καθαρίζει, έχει καφετιά δάχτυλα από τις ουσίες που πιάνει κάθε μέρα. Η μαμά τον λέει Φαρούκ, μοιάζει πολύ με τον βασιλιά της Αιγύπτου που τώρα πια όμως δεν είναι βασιλιάς. Ο Φαρούκ παντρεύτηκε πριν λίγο καιρό την κυρία Σοφία που μένει δίπλα μας.

 

Τα σπίτια μας, το δικό μας και της κυρίας Σοφίας, ήταν κάποτε ένα μεγάλο σπίτι, μετά οι δυο αδελφές που το κληρονόμησαν, το μοίρασαν στα δυο και το νοίκιασαν. Λοιπόν η κυρία Σοφία μένει στο διπλανό κομμάτι, κάτι κλειστές πόρτες μάς χωρίζουν.

 

Ο κύριος Στέλιος μπορεί να έχει βρόμικα χέρια, αλλά έχει και λεφτά. Δικό του είναι το ταμπάκικο κάτω στο χωματόδρομο, λίγα βήματα πιο πέρα από το σπίτι μας. Τις προάλλες ήρθε κι έφερε στην κόρη της κυρίας Σοφίας δυο ζευγάρια γοβάκια, το ένα ροζ, το άλλο θαλασσί.  Η Κική τα πρόβαρε συνέχεια, τα κοίταζε, τα καμάρωνε. Τα κοίταζα κι εγώ και ζήλευα, αλλά η Κική είναι μεγάλη, πάει στο γυμνάσιο, εγώ είμαι ακόμα μικρή και φοράω παιδικά παπούτσια.

 

Η Κική δεν τον θέλει τον κύριο Στέλιο, αυτή αγαπά τον μπαμπά της που έχει όμως πεθάνει. Μια μέρα η μαμά μου μιλούσε με την κυρία Σοφία κι έλεγαν πόσο μοιάζει η Κική του κυρίου Στέλιου, «ίδιος ο πατέρας της ο Στέλιος είναι», είπε η μαμά μου και η Κική τότε θύμωσε πολύ και στράβωσε τα μούτρα της, «από πού κι ως πού μοιάζω εγώ του ξένου ανθρώπου;» φώναξε.

 

Αλλά όμως μοιάζουν πολύ. Ξανθοί είναι και οι δυο κι έχουν γαλανά μάτια, ενώ η κυρία Σοφία είναι μελαχρινή και το άλλο της παιδί, ο Αριστείδης που είναι στα καράβια είναι κι αυτός μελαχρινός.

 

Η μαμά δεν μου λέει εμένα τίποτα, εγώ όμως ακούω που τα συζητά με τον μπαμπά και έχω καταλάβει τι συμβαίνει. Λοιπόν η κυρία Σοφία ήταν παντρεμένη παλιά και είχε κάνει τον Αριστείδη με τον άντρα της. Μετά έπιασε φίλο τον κύριο Στέλιο κι έκανε μαζί του την Κική. Έπειτα πέθανε ο άντρας της, αλλά δεν ξέρω πώς και γιατί, και έμεινε χήρα η κυρία Σοφία. Και τότε ο κύριος Στέλιος την έφερε να μείνει εδώ δίπλα μας. Ο κύριος Στέλιος αγαπά πολύ  την κόρη του την Κική, ασχέτως ότι εκείνη δεν τον λέει ποτέ μπαμπά και δεν τον χωνεύει. Αυτός όμως όλο δώρα τής φέρνει και την καλοπιάνει και ποτέ δεν θυμώνει μαζί της.

 

Μια φορά ήρθε ξαφνικά ο Αριστείδης από τα καράβια κι έστησε με τη μάνα του μεγάλο καυγά, φώναζε πολύ και η κυρία Σοφία τού απαντούσε χαμηλόφωνα και προσπαθούσε να τον καλμάρει. Εγώ τους άκουγα από δίπλα, αλλά δεν κατάλαβα, γιατί ακριβώς μάλωναν, υποπτεύομαι όμως ότι μάλωναν για τον κύριο Στέλιο.

 

Η μαμά μου εν τω μεταξύ γυρόφερνε τον κύριο Στέλιο, ήθελε σώνει και καλά να τον βάλει να παντρευτεί την κυρία Σοφία και του έλεγε διάφορα που μετά τα έλεγε πάλι στον μπαμπά μου και τα άκουγα κι εγώ. Του έλεγε πως είναι αμαρτία να κρατά αστεφάνωτη την κυρία Σοφία και τι θα λέει ο κόσμος κι αυτός απαντούσε πως ντρεπόταν να πάει γαμπρός στην εκκλησία σ’ αυτή την ηλικία και να είναι η νύφη χήρα με δυο μεγάλα παιδιά και τότε η μαμά μου του έλεγε πως θα τα κανονίσει όλα αυτή, θα φέρει τον παπά στο σπίτι να γίνει ο γάμος μακριά από τον κόσμο και μάλιστα θα είναι αυτή η κουμπάρα.

 

Λέγε- λέγε τον έπεισε τελικά τον Φαρούκ και έγινε ο γάμος στο σπίτι της κυρίας Σοφίας και ήμασταν μόνο πέντε έξι άνθρωποι μπροστά και ο παπά- Ζαχαρίας από την εκκλησία της Ευαγγελίστριας.

 

Στο σπίτι μετά η μαμά γελούσε, ήταν πολύ ευχαριστημένη που είχε κάνει μια καλή πράξη, ήταν και κουμπάρα, και έλεγε στον μπαμπά για την Κική που πήρε μερικά κουφέτα και τα έβαλε κάτω από το μαξιλάρι της για να δει στο όνειρό της ποιον θα παντρευόταν κι εκείνη. Μόνο που έβαλε τα κουφέτα στο μαξιλάρι του διπλού κρεβατιού, γιατί ως τότε κοιμόταν μαζί με τη μητέρα της. Και η μαμά μου τότε έβαλε τα γέλια και της είπε «Πού βάζεις τα κουφέτα, Κική; Σε λάθος μέρος τα βάζεις, αποδώ και πέρα στο διπλό κρεβάτι θα κοιμούνται οι γονείς σου». Και η Κική μουδιασμένη τα ξαναμάζεψε  και τα πήγε στο άλλο κρεβάτι το μονό που ήταν στο χολ.

 

Έτσι ο Φαρούκ έγινε γείτονάς μας και κουμπάρος μας και τα βραδάκια πότε-πότε κάνουμε παρέα όλοι μαζί, αλλά η Κική έφυγε, την έβαλαν εσώκλειστη στη Γαλλική Σχολή κι έρχεται μόνο τις Κυριακές και τις γιορτές στο σπίτι της. Ο μπαμπάς της από τότε που πήγε στη Γαλλική Σχολή η Κική, όταν είναι να τσουγκρίσει το ποτήρι του δεν λέει πια  «σ’ υγεία»,  λέει «a votre santé» και το λέει χαμογελαστός και περήφανος.

 

Μια φορά έκανε ένα πάρτι η Κική και ήρθαν οι φίλες της, ήρθαν και νεαροί και χόρευαν με τραγούδια από ένα πικάπ. Μου είπε κι εμένα να πάω και πήγα, αλλά εμένα δεν με χόρευαν, γιατί είμαι μικρή, ενώ οι φίλες της Κικής είναι μεγάλες,  πάνε στο γυμνάσιο. Ήταν εκεί και ένας νεαρός, ο Αντρέας, που μου άρεσε πολύ, αλλά αυτός δεν μου έδινε σημασία, χόρευε με τις άλλες. Από τότε, όποτε βλέπω τον Αντρέα στο δρόμο, τον κοιτάζω, είναι πολύ όμορφος. Αυτός  όμως δεν με κοιτάζει.

 

Πάντως εγώ τη λυπάμαι την Κική που είναι εσώκλειστη στη Γαλλική Σχολή. Και ανησυχώ πολύ, όποτε με μαλώνουν οι γονείς μου και μού λένε πως θα με κλείσουν κι εμένα εκεί μέσα, αν δεν βάλω μυαλό. Άλλοτε πάλι μου λέει η μαμά πως θα με βάλει υπηρέτρια στα ξένα σπίτια. Αλλά αυτό δεν το πολυπιστεύω, έτσι το λέει για να με φοβίσει.


(Συνεχίζεται)