8/3/26

11. Ο περίεργος θάνατος της ποιήτριας Κλειώς Σαλόνγκα

 

  ΝΕΑ ΑΝΑΤΡΟΠΗ

 

Αυτά που διηγήθηκε στη συνέχεια ο Νεκτάριος Ρομποτέλης ήταν κεραυνός εν αιθρία για τον Δεβρεντή.

 

Ο μικρός εκείνο το βράδυ χαζολογούσε στους έρημους δρόμους στην περιοχή Αμπελοκήπων με την ελπίδα να βρει κανένα διαμέρισμα με ανοιχτή μπαλκονόπορτα για να σαλτάρει, αλλά κάτι τέτοιο και μάλιστα νυχτιάτικα αποδείχτηκε μάταιο.

 

Καθώς όμως περνούσε από μια πολυκατοικία και όλα γύρω ήταν σκοτεινά και έρημα, άνοιξε ξαφνικά η εξώπορτα και πετάχτηκαν έξω τρεις άντρες. Ο Νεκτάριος τρύπωσε μέσα στην πολυκατοικία, ενώ οι τρεις άντρες ούτε που γύρισαν να τον κοιτάξουν. Έδειχναν μάλιστα πολύ σκυθρωποί και βιαστικοί.

 

Πήρε το ασανσέρ και ανέβηκε στον πέμπτο όροφο. Έστησε αφτί. Ησυχία. Έριξε μια ματιά στην πόρτα του μοναδικού διαμερίσματος του ορόφου. Ήταν πόρτα ασφαλείας κι αυτός ακόμα δεν είχε ειδικευθεί να ανοίγει τέτοιες πόρτες. Κατέβηκε προσεχτικά στον τέταρτο όροφο. Τα ίδια. Και τα δύο διαμερίσματα είχαν πόρτες ασφαλείας. Ίσως είχε καλύτερη τύχη στον τρίτο όροφο.

 

Εκεί πράγματι τον περίμενε μια πολύ ευχάριστη έκπληξη. Η πόρτα του ενός από τα τρία διαμερίσματα ήταν μεν ασφαλείας, αλλά ήταν ορθάνοιχτη. Και το φως αναμμένο στο χολ. Έβγαλε το σουγιαδάκι του που χρησιμοποιούσε μόνο για εκφοβισμό στις δύσκολες περιστάσεις και μπήκε αθόρυβα στο διαμέρισμα.

 

Εκείνη τη στιγμή ήρθε μούρη με μούρη με μια γριά που ερχόταν να κλείσει την πόρτα. Ο μικρός πρότεινε το σουγιαδάκι του με το ένα χέρι και με το άλλο τής έκανε νόημα να μη βγάλει άχνα.

Η γριά υπάκουσε τρομοκρατημένη.

 

-Πού έχεις τα λεφτά; της ψιθύρισε ο Νεκτάριος.

 

Η γριά τού έκανε νόημα να την ακολουθήσει. Το διαμέρισμα ήταν λίγο πολύπλοκο, με διαδρόμους δεξιά και αριστερά και με δωμάτια με κλειστές πόρτες. Τελικά μπήκαν σε ένα από αυτά, η γριά άνοιξε τη ντουλάπα, τράβηξε έξω ένα συρτάρι και έβγαλε  ένα μάτσο πενηντάευρα.

 

-Πάρ’ τα και πήγαινε στο καλό, του είπε ψευδίζοντας.

-Άλλα δεν έχεις;

-Αυτά είναι όλα που έχω. Δέκα πέντε χιλιάδες, είπε η γριά και ο Νεκτάριος παρατήρησε ότι το στόμα της ήταν κάπως στραβωμένο.

 

Κανονικά, ένας κλέφτης που σέβεται τον εαυτό του δεν φεύγει ποτέ από το σπίτι που ληστεύει, αν δεν το ψάξει ενδελεχώς. Όμως το μάτσο με τα πενηντάευρα ήταν αρκετά χοντρό και ο Νεκτάριος δεν ήθελε να χάσει τον χρόνο του ψάχνοντας αυτό το δαιδαλώδες διαμέρισμα. Από την άλλη, η εκπαίδευσή του στις ληστείες ήταν πολύ ελλιπής, αυτός ήξερε να κλέβει άδεια σπίτια. Και σε αντίθεση με τους συναδέλφους του, δεν είχε αρχίσει ακόμα να δέρνει αυτούς που έκλεβε.

 

Γύρισε λοιπόν την πλάτη του στη γριά και προσπάθησε να βρει την έξοδο, αλλά μπερδεύτηκε μέσα στους διαδρόμους και κάποια στιγμή στάθηκε σαν χαμένος μην ξέροντας προς τα πού να πάει.

 

-Εκείνη τη στιγμή τον είδα, είπε στον Δεβρεντή.

-Ποιον; ρώτησε ο Δεβρεντής τρέμοντας σχεδόν από ανυπομονησία.

-Έναν ψηλό αδύνατο άντρα που κρυβόταν πίσω από μια πόρτα. Να πω την αλήθεια, φοβήθηκα, γιατί πίστευα πως η γριά ήταν μόνη της. Άρχισα να τρέχω και τελικά βρήκα την έξοδο και το’ σκασα.

-Και θέλεις τώρα να σε πιστέψω; είπε ο Δεβρεντής.

-Σ’το ορκίζομαι, κυρ αστυνόμε, σου λέω την αλήθεια!

-Έπιασες τίποτα, όσο ήσουν μέσα στο διαμέρισμα;

-Δεν θυμάμαι. Φόραγα όμως τα γάντια μου.

-Και γιατί να πιστέψω αυτό το παραμύθι και να μην πιστέψω ότι σκότωσες εσύ τη γριά;

-Με το σουγιαδάκι μου; Πλάκα μού κάνεις τώρα; Αφού βρήκατε το μαχαίρι της κουζίνας γεμάτο αίματα!

-Και γιατί να μην τη σκότωσες εσύ με το μαχαίρι της κουζίνας  και μετά με την ησυχία σου να έψαξες το διαμέρισμα; Βρήκες τις διακόσιες χιλιάδες ευρώ και τις βούτηξες. Ε; Πώς σου φαίνεται αυτό το σενάριο;

-Μα τι λες τώρα, κυρ αστυνόμε! Αν είχα εγώ διακόσιες χιλιάδες ευρώ, θα παραθέριζα τώρα στη Μύκονο και θα είχα και καμιά δεκαριά γκόμενες να με νταντεύουν, δεν θα έκλεβα άδεια σπίτια στην Παλλήνη!

 

Ο Δεβρεντής τον παρατήρησε σιωπηλός για λίγη ώρα. Εδώ που τα λέμε ένα δίκιο το είχε ο μικρός.

 

-Και γιατί δεν ήρθες νωρίτερα να μας τα πεις αυτά;

-Για χαζό με έχεις μου φαίνεται. Να έρθω μόνος μου να με συλλάβετε για ληστεία και φόνο; Τώρα όμως είναι αλλιώς. Εγώ ένα απλό κλεφτρόνι είμαι. Να βρείτε αυτόν τον άντρα που κρυβόταν στο διαμέρισμα της Σαλόνγκας. Αυτός τη σκότωσε.

 

Ο Δεβρεντής έμεινε για λίγο σκεφτικός. Το κλεφτρόνι μάλλον έλεγε την αλήθεια και επομένως είχε έρθει η ώρα να τσακώσουν  επιτέλους τον δολοφόνο της Σαλόνγκα, δηλαδή αυτόν που επιχείρησε να την μαχαιρώσει και της προκάλεσε το εγκεφαλικό. Και μετά άρπαξε και τις διακόσιες χιλιάδες ευρώ.

 

-Αν τον δεις αυτόν τον τύπο, θα τον αναγνωρίσεις;

 

Ο μικρός έξυσε το πηγούνι του:

-Χμ, ναι. Αν και δεν είδα ολόκληρο το μούτρο του, μόνο το μισό.

-Καλά. Περίμενε εδώ. Θα πω να σου φέρουν κι άλλη πορτοκαλάδα.

-Είσαι πολύ κύριος, κυρ αστυνόμε, είπε ο Ρομποτέλης. Να σηκωθώ λίγο να ξεμουδιάσω;

-Να κάτσεις εκεί που κάθεσαι.

 

Λίγο αργότερα ο ύποπτος είχε εντοπιστεί. Ο Δεβρεντής έδειξε στον νεαρό μια σειρά από φωτογραφίες ανδρών, ανάμεσα στις οποίες ήταν και οι φωτογραφίες των τεσσάρων καλεσμένων στο μοιραίο εκείνο δείπνο της ποιήτριας. Ο Νεκτάριος Ρομποτέλης έδειξε έναν και είπε με σιγουριά:

 

-Αυτός! Αυτός ήταν!

-Είσαι σίγουρος;

-Εκατό τοις εκατό! Αυτός!

 

Ο Χαράλαμπος Δεβρεντής προσπάθησε να διατηρήσει την ψυχραιμία του.

 

-Μήπως αναγνωρίζεις και εκείνους τους τρεις άνδρες που βγήκαν από την εξώπορτα της πολυκατοικίας, ενώ εσύ έμπαινες;

 

-Και βέβαια! Τους θυμάμαι πολύ καλά. Όταν δω κάποιον μια φορά, τον θυμάμαι για πάντα. Είναι η δουλειά μου αυτή. Ξέρεις εσύ, κύριε αστυνόμε.

 

Ο Δεβρεντής δεν άντεξε άλλο. Του έδωσε μια φάπα στον σβέρκο και του είπε:

-Άσε τις σαχλαμάρες και δείξε μου ποιοι είναι.

 

Το κλεφτρόνι μελέτησε ξανά τις φωτογραφίες που είχε μπροστά του και του υπέδειξε έναν έναν αυτούς τους τρεις που είδε να βγαίνουν από την πολυκατοικία.

 

-Μάλιστα. Πολύ καλά τα πήγαμε σήμερα, Ρομποτέλη. Θα σε χρειαστούμε για μάρτυρα στο δικαστήριο. Και σταμάτα να κλέβεις. Γίνε τίμιος άνθρωπος. Για το καλό σου το λέω.

 

Ο Ρομποτέλης χαμογέλασε:

-Πού να βρω δουλειά, κυρ αστυνόμε; Εύκολο το’ χεις; Αλλά τέλος πάντων είμαι ευχαριστημένος που σας φάνηκα χρήσιμος. Μην το ξεχάσετε όμως αυτό στη δική μου δίκη!

-Μην ανησυχείς, θα το θυμόμαστε.


(Συνεχίζεται)



 

Δεν υπάρχουν σχόλια: