21/5/26

Είναι μάταιο

 

Είναι μάταιο.



Το πολεμάς από παντού


κι από παντού αυτό


ορμά να σε καλύψει,


 

το πολεμάς σπάζοντας τα ρολόγια


κι εκείνο έρχεται


με κάθε αμετάκλητη αυγή,


 

το πολεμάς με τις ιδέες


κι εκείνο μπαίνει στα όνειρά σου


κι όταν ξυπνάς,


θέλεις να κλάψεις,


αλλά δεν μπορείς,


 

στο αίμα σου έχει μπει


και σ’ έχει διαβρώσει,


φτάνει στα βάθη του εαυτού σου


και σε πείθει


πως είναι αυτό το μόνο,


το μοναδικό,


τίποτε άλλο να σε σώσει


δεν μπορεί.


 

Είναι μάταιο.



Τα έχω βάλει


με κάτι δυνατότερό μου


που η γλώσσα


το έχει ονομάσει


ευτυχία.



20/5/26

Μη φεύγεις

 

Αχ, μη φεύγεις,


μόνο εσύ,


καλή μου σκιά,


μόνο εσύ


μου απόμεινες.





 

Απέτυχα

 

Απέτυχα,


λίγη πραμάτεια πούλησα.


Αγάπη λίγη έδωσα,


αγάπη λίγη πήρα.



13/5/26

Βαρέλι δίχως πάτο

 

Είχε ανάγκη να τον αγαπούν. Ει δυνατόν, όλες οι γυναίκες του κόσμου. Τον αγαπούσαν πολλές, μόνο που η αγάπη τους έπεφτε σ’ ένα βαρέλι δίχως πάτο. Αχόρταγος γι’ αγάπη, πεινασμένος πάντα γι’ αγάπη.

 

-Δεν σ’ αγαπώ, του είπε αυτή κατάμουτρα. Σε ορέγομαι. Όταν θα σε χορτάσω, θα σ’ αφήσω.

 

Την καταδίκασε σε απόλυτη στέρηση, μέχρι που την έκανε να τον αγαπήσει.

 

Τότε ησύχασε.

 

Αλλά κι εκείνης η αγάπη στο βαρέλι δίχως πάτο έπεσε.


(Μικρές ιστορίες)



 


 

Νέκυια: ο Κάτω Κόσμος των προγόνων μας

 

 



 

Έγραψα προ καιρού κάτι σχετικό με την Κόλαση. Πως δηλαδή, αν υπάρχει, δεν θα είναι τόπος βασανιστηρίων από τους δαίμονες, όπως φαντάζονταν οι παλαιότεροι, αλλά ένας τόπος αιώνιας κατάθλιψης, όπου οι ψυχές στέκουν εκεί θλιμμένες για πάντα.

 

Μετά θυμήθηκα την Νέκυια, το λ της Οδύσσειας, και σκέφτηκα ότι οι αρχαίοι μας πρόγονοι έτσι περίπου φαντάζονταν την μετά θάνατον ζωή.

 

Την ξαναδιάβασα στα γρήγορα και σας την παραθέτω εν περιλήψει, αλλά όσοι έχετε την όρεξη να τη διαβάσετε, θα απολαύσετε ένα θαυμάσιο κείμενο.

 

Στον Άδη δεν υπάρχουν αθώοι και αμαρτωλοί, δεν υπάρχει σώμα για να βασανιστεί. Όλοι όσοι πεθαίνουν, κατοικούν εκεί ως ψυχές. Άυλες, χωρίς μνήμη, σκιές αδύναμες και άφωνες. Εκεί δεν υπάρχουν γεγονότα, δεν υπάρχει εξέλιξη ούτε ελπίδα.

 

Ο Οδυσσέας κατεβαίνει στον Άδη για να συναντήσει την ψυχή του μάντη Τειρεσία που θα του πει πώς θα γυρίσει στην Ιθάκη.

Κάνει θυσία σφάζοντας πρόβατα που το μαύρο αίμα τους χύνεται σ’ ένα λάκκο προσκαλώντας με τον τρόπο αυτό τις ψυχές που βρίσκονται εκεί.

 

Το αίμα, η πηγή της ζωής, το οσμίζονται οι ψυχές και αρχίζουν να συρρέουν κατακεί.

 

«Κι από το Έρεβος άρχισαν να μαζεύονται οι ψυχές των νεκρών.»

 

Πλήθη από ψυχές κάθε λογής, νέων, παρθένων, γέρων, πολεμιστών που χάθηκαν σε πολέμους έρχονται με μεγάλο θόρυβο εκεί που βρίσκεται το αίμα. Ο Οδυσσέας βγάζει το ξίφος του και τις εμποδίζει να πλησιάσουν, γιατί θέλει πρώτα να μιλήσει με τον Τειρεσία.

 

Ανάμεσα στις ψυχές αναγνωρίζει το «είδωλον» του παλιού του συντρόφου Ελπήνορα που τον παρακαλεί να τον θάψει, γιατί ακόμα είναι άταφος. Ο Οδυσσέας υπόσχεται να το κάνει. Μετά παρουσιάζεται η ψυχή της μητέρας του Αντίκλειας και τέλος η ψυχή του Τειρεσία.

 

«Άφησέ με να πιω αίμα για να σου μιλήσω κανονικά» λέει ο Τειρεσίας στον Οδυσσέα. Αυτός βάζει το σπαθί στην θήκη του και ο μάντης ρουφά μαύρο αίμα. Το αίμα τού μεταγγίζει ένα είδος ζωής και ο Τειρεσίας του μιλά με κανονική ανθρώπινη φωνή. Προλέγει στον Οδυσσέα τις περιπέτειες που τον περιμένουν ακόμα και ότι τελικά θα φτάσει στην Ιθάκη.

 

Όταν τελειώσει τις προφητείες του, ο Οδυσσέας που έβλεπε πιο πέρα το είδωλο της μητέρας του τού λέει:

«Βλέπω την ψυχή της πεθαμένης μάνας μου να κάθεται βουβή κοντά στο αίμα. Δεν άντεξε να δει το πρόσωπο του γιου της ούτε και να του μιλήσει. Πες μου πώς θα μπορούσε να αναγνωρίσει ότι είμαι εγώ;»

 

Ο Τειρεσίας τού εξηγεί ότι όποια ψυχή πιει αίμα, αυτή μπορεί να μιλήσει κανονικά, ενώ οι άλλες ψυχές γυρίζουν ξανά πίσω στο Έρεβος. Ο Οδυσσέας αφήνει την ψυχή της μητέρας του να πιει μαύρο αίμα κι εκείνη αμέσως τον αναγνωρίζει και κλαίγοντας του λέει πώς έχει η κατάσταση στο παλάτι του στην Ιθάκη και ότι ο γιος του Τηλέμαχος κρατά ακόμα την εξουσία.

 

Συγκινημένος αυτός κάνει να την αγκαλιάσει. Τρεις φορές το προσπαθεί, αλλά το «είδωλον» της μητέρας του ξεγλιστρά από τα χέρια του σαν σκιά ή σαν όνειρο. Παραπονεμένος τη ρωτά, γιατί δεν τον αφήνει να την αγγίξει κι εκείνη του λέει ότι από τη στιγμή που σταματά η ανάσα του ανθρώπου, πετά η ψυχή του και φεύγει σαν όνειρο. Η Αντίκλεια είναι τώρα μόνο ψυχή, σκιά, όνειρο. Δεν έχει σώμα.

 

Μετά την Αντίκλεια ο Οδυσσέας αφήνει να πιουν μαύρο αίμα και οι ψυχές γυναικών με ευγενική καταγωγή και ανταλλάσσει μαζί τους λίγα λόγια με φωνή ανθρώπου: μιλά με την Τυρώ, την Αντιόπη, την Λήδη, την Ιφιμέδεια, την Φαίδρα, την Πρόκριδα, την Αριάδνη, την Μαίρα, την Κλυμένη, την Εριφύλη και άλλες πολλές.

 

Ύστερα έρχονται και πίνουν μαύρο αίμα οι άνδρες με ευγενική καταγωγή και συνομιλούν με τον Οδυσσέα : ο Αγαμέμνων, ο Αχιλλέας, ο Αίας ο Τελαμώνιος (σ’ αυτόν μιλά ο Οδυσσέας, αλλά ο Αίας που κατέβηκε στον Άδη αδικημένος δεν του  απαντά), ο Μίνως, ο Ωρίων, ο Τιτυός, ο Τάνταλος, ο Σίσυφος, ο Ηρακλής.

 

Αμέτρητα πλήθη πεθαμένων, ερεθισμένα από την οσμή του αίματος, έχουν εν τω μεταξύ μαζευτεί προκαλώντας τρομαχτικό θόρυβο.

 

Ο Οδυσσέας νιώθει φόβο. Επιστρέφει στο καράβι του που τον ανεβάζει στον επάνω κόσμο.

 

Ο Άδης λοιπόν για τον Όμηρο και για τους αρχαίους μας προγόνους είναι ένας τόπος κατάθλιψης για τις ψυχές όλων ανεξαιρέτως των ανθρώπων που πεθαίνουν. Είναι μια σύλληψη πολύ ανώτερη από εκείνη των παλιών χριστιανών που φαντάζονταν καζάνια, φωτιές, ξεντεριάσματα και δεν ξέρω τι άλλο.

 

Είναι γνωστό αυτό που είπε η ψυχή του μεγάλου ήρωα Αχιλλέα στον Οδυσσέα:

 

«Μακάρι να ήμουν ένας αγρότης και να υπηρετώ κάποιον φτωχό με λίγα χωραφάκια παρά να βασιλεύω στους νεκρούς του Κάτω Κόσμου».

 

Υπήρχαν βέβαια και τα Ηλύσια Πεδία που ήταν κάτι σαν Παράδεισος. Γι’ αυτά θα μιλήσουμε άλλη φορά.

12/5/26

Θεοί και δαίμονες

 

Θεοί και δαίμονες,


εδώ σας θέλω όλους


με ευλογίες και κατάρες,


με προσευχές και με βλαστήμιες.


 

Πάρτε με από δω,


σηκώστε με,


θέλω να δραπετεύσω


από τούτο το δωμάτιο


με τα κάγκελα.


 

Δαίμονες και θεοί,


τι κάνετε;


Διασκεδάζετε μαζί μου,


διασκεδάζετε;



 

11/5/26

Παράλληλο Σύμπαν

 

Σ’ ένα παράλληλο Σύμπαν


συμβαδίζουμε,


σιωπηλοί Γαλαξίες.



10/5/26

Μεταξύ σφύρας και άκμονος

 

Μεταξύ σφύρας και άκμονος.


Πότε η σφύρα,


πότε ο άκμων,


πότε και τα δυο μαζί.



9/5/26

Ό,τι είμαστε

 

Είμαι ό,τι είμαι, επειδή κι εσύ είσαι ό,τι είσαι.


Γι’ αυτό και η αγάπη μας είναι ό,τι είναι.



7/5/26

Το αμείλικτο ρολόι του τοίχου...

 

Το αμείλικτο ρολόι του τοίχου


που δείχνει ολοένα εμπρός


και οι καθρέφτες που αντικατοπτρίζουν


το τρομερό παρόν


και οι φωτογραφίες στην κορνίζα


να θυμίζουν


πως ό,τι ήτανε να ζήσω το έζησα πριν χρόνια


και τελείωσε.



6/5/26

Τα ωραία οράματά μου

 

Τα ωραία οράματά μου,


μόλις θα βγουν στο φως,


θα σβήσουν ανελέητα.



Τα ωραία οράματά μου


θα πλέουν πάντα


μες σε μαγεμένες θάλασσες,


παρέα με τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη


και τα άλλα τέρατα του μύθου.



Σαν φίδι

 

Θα ζήσω


έστω και σερνάμενη σαν φίδι


που αλλάζει συνέχεια πουκάμισα,


σαν φίδι που σέρνεται στο χώμα.



Εργάτρια στον αμπελώνα

 



Ένα καλοκαίρι έκανα διακοπές στο χωριό της μητέρας μου, στο σπίτι του αδελφού της που είχε τρεις κόρες και τρεις γιους. Οι ξαδέρφες μου είχαν την ίδια περίπου ηλικία με μένα και κάναμε παρέα και περνούσα ωραία μαζί τους.

 

Ήρθε όμως η μέρα που οι κοπέλες του χωριού πήγαιναν εργάτριες στους αμπελώνες της περιοχής και μάζευαν σταφύλια. Δεν το έκαναν από φτώχεια. Ήταν κάτι σαν παράδοση αυτή η ιστορία.

 

Θα έμενα επομένως μόνη μου στο σπίτι του θείου και αυτό δεν μου άρεσε καθόλου.

 

-Και τι ακριβώς θα κάνετε εκεί στους αμπελώνες; ρώτησα τις ξαδέρφες μου.

-Θα κόβουμε σταφύλια από τις κρεβατίνες, μου απάντησαν.

-Αυτό μόνο;

-Αυτό.

-Θα έρθω κι εγώ!

 

Την άλλη μέρα, πρωί πρωί, χαράματα, ήρθε το φορτηγό, ανεβήκαμε στην καρότσα τα κορίτσια του χωριού και φτάσαμε στον αμπελώνα ενός μοναστηριού. Εκεί μας υποδέχτηκε ένας νεαρούλης μοναχός, ας τον πούμε Νεκτάριο και όχι με το πραγματικό του όνομα, γιατί μπορεί να ζει ο άνθρωπος και κάποιοι να τον ξέρουν.

 

Μπήκαμε στον απέραντο αμπελώνα και αρχίσαμε να κόβουμε τα σταφύλια και να τα ρίχνουμε σε μεγάλα καλάθια. Γέμιζαν τα καλάθια, κάποιοι έρχονταν και τα έπαιρναν και άφηναν νέα άδεια καλάθια και έτσι πήγαινε το πράγμα υπό την επίβλεψη του Νεκτάριου.

 

Ποια επίβλεψη δηλαδή, που ο Νεκτάριος περιχαρής μας φλέρταρε όλες κι εμείς λέγαμε διάφορα αστεία και σκάγαμε στα γέλια, γελούσε κι αυτός και ήταν μια ωραιότατη διασκέδαση όλη αυτή η ιστορία.

 

Από όλα αυτά το μόνο που θυμάμαι ήταν η φράση του Νεκτάριου: «Κι άμα τελειώσετε, να έρθετε στο μοναστήρι να σας κεράσω περγαμότο» (παραλείποντας σκόπιμα το ν που έπρεπε να βάλει στη λέξη). Ξεσπάσαμε όλες σε γέλια και γελούσε πανευτυχής και ο νεαρός Νεκτάριος – και τώρα που το σκέφτομαι, εύχομαι να κατάλαβε νωρίς το λάθος του που πήγε κι έγινε καλόγερος και να πέταξε τα ράσα και να χάρηκε τη ζωή του.

 

Αργά το απόγευμα μάς περίμενε το φορτηγό, ανεβήκαμε στην καρότσα και επιστρέψαμε στο χωριό. Φύσαγε και ένα δροσερό αεράκι πολύ ευχάριστο που το πλήρωσα εγώ η μεταξωτή με ένα γερό συνάχι που δεν μου επέτρεψε να ξαναπάω στον αμπελώνα.

 

Ήταν μια όμορφη εμπειρία για μένα εκείνη η ημέρα και έστειλα ένα γράμμα στους γονείς μου που παραθέριζαν με φίλους τους στην Κω και τους περιέγραφα τις εντυπώσεις μου.

 

Όταν επιστρέψαμε στην Αθήνα, τους είπα και προφορικά την εμπειρία μου. Και έμεινα σαστισμένη με την αντίδραση της μητέρας μου:

 

-Εμείς να παραθερίζουμε κι εσύ να πας εργάτρια στον αμπελώνα! Τι κλάμα έριξα, όταν διάβασα το γράμμα σου!

 

Δεν είμαστε καλά! Εγώ είχα περάσει πολύ ωραία εκείνη την ημέρα και μακάρι να μη συναχωνόμουν και να ξαναπήγαινα.

 

Όμως ένα δίκιο κατά βάθος το είχε η μαμά.

 

*

Κρεβατίνα: κληματαριά.



 


5/5/26

Δώστε μού τον!

 

Δώστε μού τον!


Δώστε μού τον


ολόκληρο,


ολότελα δικό μου,


δικό μου,


δώστε μού τον!


 

Δεν σας ζητώ


ν’ αλλάξει


η πορεία του κόσμου,


κάτι τόσο λίγο,


τόσο ελάχιστο ζητώ:


ΔΩΣΤΕ ΜΟΥ ΤΟΝ!


ΔΩΣΤΕ ΜΟΥ ΤΟΝ!


ΔΩΣΤΕ ΜΟΥ ΤΟΝ!


 

Ας γίνει μια φορά το θέλημά μου!







4/5/26

Εμποδισμένη αγάπη

 

Η μητέρα καραμπινάτη ναρκισσίστρια.

Που σημαίνει, εκτός των πολλών άλλων, ότι όλοι στην οικογένεια πρέπει να αγαπούν και να θαυμάζουν μόνο αυτήν. Μεταξύ τους τα μέλη της οικογένειας δεν πρέπει να αγαπιούνται. Μια τέτοια αγάπη απαγορεύεται. Όλοι, μα όλοι, πρέπει να θαυμάζουν και να λατρεύουν μόνο αυτήν, όχι να αγαπιούνται μεταξύ τους. Γιατί αυτή είναι η βασίλισσα. Οι άλλοι είναι οι υποτακτικοί της.

 

Η κόρη όμως αγαπούσε τον πατέρα της. Κι εκείνος αγαπούσε την κόρη του. Αυτό η βασίλισσα δεν μπορούσε να το ανεχτεί. Να αγαπιούνται πατέρας και κόρη; Κι αυτή να είναι στην απέξω; Όχι, αυτή η αγάπη έπρεπε με κάθε τρόπο να καταστραφεί.

 

Και τα κατάφερε. Ο πιο απλός και εύκολος τρόπος ήταν να κατηγορεί την κόρη στον πατέρα:

 

«Αυτό μου έκανε πάλι σήμερα», του έλεγε συγχυσμένη, όταν αυτός γύριζε από τη δουλειά.

 

Η κόρη άκουγε τις τερατολογίες της μητέρας της και προσπαθούσε να υπερασπίσει τον εαυτό της: «Δεν έγινε, έτσι, μπαμπά!» του έλεγε και του εξηγούσε πώς είχαν γίνει τα πράγματα. Μάταια εννοείται. Η βασίλισσα επενέβαινε και τη διέψευδε με φωνές και νέες τερατολογίες.

 

Ο πατέρας άκουγε σιωπηλός. Μετά έδινε συμβουλές στην κόρη, να σέβεται τη μαμά, να υπακούει και άλλα τέτοια. Πάντα ήρεμος ωστόσο. Καταλάβαινε ότι η μητέρα τερατολογούσε. Αλλά πώς να πάει κόντρα στη βασίλισσα; Η βασίλισσα θα εξαγριωνόταν και τα πράγματα θα γίνονταν πολύ χειρότερα.

 

Η κόρη άκουγε ντροπιασμένη τις συμβουλές του πατέρα. Τον είχε πείσει η βασίλισσα. Ξέπεφτε επομένως στα μάτια του, ήταν μια κακή κόρη. Έχανε την αγάπη του. Έτσι νόμιζε δηλαδή.

 

Αλλά ο πατέρας πάντα την αγαπούσε. Την αγαπούσε σιωπηλά για να μην εξαγριώσει τη βασίλισσα.

 

Έτσι πέρασαν τα χρόνια και η κόρη έγινε κοπέλα με τη βασίλισσα πάντα να την κατηγορεί και τον πατέρα να ακούει υπομονετικά τις κατηγορίες και να δίνει τυπικές συμβουλές στην κόρη:

 

-Είσαι μορφωμένη εσύ, δείξε κατανόηση, μην της αντιμιλάς, της έλεγε.

 

Φρόντιζαν βέβαια και οι δύο να είναι απόμακροι και σιωπηλοί, ώστε η βασίλισσα να νιώθει ασφαλής στον θρόνο της. Αλλά καμιά φορά ξεχνιούνταν κι έπιαναν την κουβέντα. Ο πατέρας τής έλεγε ιστορίες για τις νέες ανακαλύψεις στον ουρανό, για τα άστρα και τους γαλαξίες ή της διηγόταν άγνωστα γεγονότα από την ελληνική Ιστορία και κυρίως για την Επανάσταση του ΄21 και η κόρη τον άκουγε με προσήλωση και μετά η συζήτηση εξαπλωνόταν και σε άλλα θέματα και υπήρχε στην ατμόσφαιρα μια γλυκιά καταλλαγή, έτσι όπως συζητούσαν και χαμογελούσαν ο ένας στον άλλον και η καταπιεσμένη αγάπη τους έβρισκε χαραμάδες και ανέβαινε στην επιφάνεια και ήταν όλα τόσο όμορφα τότε.

 

Αλλά αυτό κρατούσε πολύ λίγο.

 

Γιατί η βασίλισσα τούς έπαιρνε μυρωδιά και τότε ερχόταν η καταστροφή. Έμπαινε στο δωμάτιο εξαγριωμένη, πάλι είχε βρει μια πρόφαση, και έκανε επίθεση στην κόρη. Η κόρη αντιδρούσε, γιατί ήταν μεγάλη πια και ξεσπούσε τότε άγρια φιλονικία.

 

Η αγάπη πατέρα και κόρης τρομαγμένη βούλιαζε στα λαγούμια της κι εκείνος άκουγε και δεν μιλούσε. Όλα, τα πάντα γίνονταν ερείπια. Η κόρη ένοχη, η βασίλισσα αγέρωχη, ο πατέρας σιωπηλός.

 

Έτσι κύλησαν τα χρόνια.

 

Πέθανε ο πατέρας, πέθανε και η βασίλισσα. Και η κόρη, μεγάλη γυναίκα πια, κατάλαβε, γιατί ερωτευόταν άνδρες που δεν μπορούσαν να της δείξουν αγάπη.

 

Κατάλαβε για ποιο λόγο έκλαιγε μερικές φορές. Κατάλαβε ότι κανείς δεν μπορούσε να σταθεί σύντροφος στο πλάι της, γιατί η βασίλισσα ακόμα και από τον τάφο της τής το απαγόρευε. Κατάλαβε επίσης πόσο πολύ είχε αγαπήσει και αγαπηθεί από τον πατέρα της.

 

Τώρα, κάθε φορά που κλαίει για κάποιον, τα δάκρυά της δεν είναι γι’ αυτόν. Είναι για τον πατέρα της και την αγάπη τους που δεν κατάφερε ποτέ να ολοκληρωθεί.