31/5/26

Το μαύρο και το άσπρο

 

Το μαύρο και το άσπρο


δεν μας δίνουν γκρίζο.


Το μαύρο και το άσπρο


στέκονται πάντα


απέναντι.



30/5/26

Δεν ξέρω τι να κάνω

 

Δεν ξέρω τι να κάνω.


 

Να γράψω ένα ποίημα


ή να συνεχίσω τη νουβέλα μου,


να βγω έξω να βολτάρω


ή να μείνω μέσα.


 

Κυρίως:


να διώξω από το μυαλό μου


τη σκιά που με ακολουθεί


ή να τη φιλήσω,


να τη βρίσω χυδαία,


να της δώσω κλοτσιές


ή πέσω στα πόδια της


και να την προσκυνήσω.


 

Αλήθεια, δεν ξέρω τι να κάνω.



 

29/5/26

Ακόμα κι έτσι

 

Πάντα θα είμαι από πάνω.


Ακόμα κι έτσι, σπασμένη στα δυο.



Τα μηνύματα

 

Στα είκοσί μου χρόνια


ήμουν δυστυχής,


μη ρωτάτε γιατί,


είναι περίπλοκο.


 

Στα τριάντα


είχα αποδεχτεί


μια ζωή


που υποσχόταν μέλλον


και την πίστεψα.


 

Στα σαράντα


πάλι η ζωή


μου έστελνε


μηνύματα αισιόδοξα,


αλλά δεν έβλεπα


να αλλάζει κάτι.


 

Στα πενήντα


πήρα το ακριβές μήνυμα:


Τίποτα


δεν επρόκειτο να αλλάξει.


 

Από τότε


περιφέρομαι ασκόπως.


Κανένα νέο μήνυμα


δεν ήρθε φυσικά.


Πάντα το ίδιο,


πάντα το ίδιο:


Μην περιμένεις τίποτα,


δεν πρόκειται να αλλάξει τίποτα.


 

Μα ασφαλώς,


το ξέρω,


απαντώ.


Εξάλλου τώρα πια συνήθισα.


Δεν θέλω τίποτα να αλλάξει.



 

28/5/26

Προοπτική μηδέν

 

Κάτι μικρές επιθυμίες


ξεφυτρώνουν δω κι εκεί,


κάτι υποχρεώσεις


αιωρούνται,


έξω δεσπόζει ο ήλιος,


μέσα εδώ κατεβασμένα τα ρολά,


μια επίμονη κλίση


προς μια κατεύθυνση


που πια με ενοχλεί,


σχέδια μηδέν,


όνειρα μηδέν.


 

Χθες μια φίλη


περιέγραφε χαρούμενη


πώς θα περάσει τις διακοπές της.


Άκουγα σιωπηλή.



26/5/26

Απόσπασμα από την νουβέλα μου "Κέβιν" (Σκοτεινοί έρωτες, εκδ. Τύρφη)

 



Αν ήταν εκεί ο Κέβιν, ακόμα καλύτερα. Δεν μ’ ένοιαζε καθόλου. Τα πράγματα έπρεπε να ξεκαθαρίσουν. Στην τσάντα μου είχα ένα μαχαίρι. Δεν ξέρω, γιατί το είχα πάρει μαζί μου. Το ήθελα μαζί μου. Δεν ήξερα γιατί.

 

Χτύπησα το κουδούνι και περίμενα. Ένιωθα ήρεμη, παράξενα ήρεμη.

 

Μου άνοιξε την πόρτα μια ψηλή, αδύνατη γυναίκα, ξανθιά, με κουρασμένο πρόσωπο.

 

-Είμαι η Κέητ, είπα.

 

Δεν έδειξε καμιά έκπληξη. Μου έκανε βουβή τόπο να περάσω. Μπήκα στο καθιστικό.

 

Και εκεί βρήκα τον Κέβιν. Τον βρήκα να κάθεται αμέριμνος και να παίζει με τα παιδιά της. Ο Κέβιν έπαιζε με τα παιδιά της, ο Κέβιν, ο δικός μου Κέβιν, έπαιζε με τα παιδιά μιας ξένης. Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι.

 

Αυτός με είδε και μαρμάρωσε.

 

Η Τζούλια έστειλε τα παιδιά στο δωμάτιό τους και ύστερα στάθηκε παράμερα. Έδειχνε αμήχανη κι έπαιζε με τα κουμπιά της ρόμπας της.

 

Ο Κέβιν σηκώθηκε και με πλησίασε.

 

-Λοιπόν; Γνώρισες τη Τζούλια;

 

Η φωνή του ακουγόταν ήρεμη, εγώ όμως ένιωσα την ταραχή του.

 

-Ναι, τη γνώρισα, απάντησα το ίδιο ήρεμα. Γνώρισα τη Τζούλια.

 

-Κάθισε, Κέητ, είπε η Τζούλια.

 

Έβαλα το χέρι στην τσάντα μου και χάιδεψα το μαχαίρι. Θα μπορούσα να σκοτωθώ μπροστά τους, να κόψω τον λαιμό μου από τη μιαν άκρη ως την άλλη. Ή να μαχαιρώσω τον Κέβιν. Ή να σφάξω τη Τζούλια.

 

Αντί γι’ αυτό γύρισα προς το μέρος της και είπα:

 

-Ο Κέβιν είναι ερωτευμένος μαζί μου. Δεν νιώθει τίποτα για σένα. Σε χρησιμοποιεί. Αν του ζητήσω να χωρίσετε, θα το κάνει την ίδια στιγμή.

 

Η Τζούλια γούρλωσε τα μάτια. Ο Κέβιν χλόμιασε. Τα μικρά ήρθαν στην πόρτα και μας χάζευαν.

 

-Έτσι δεν είναι, Κέβιν;

-Τι λέει αυτή, Κέβιν; έκανε η Τζούλια.

-Έτσι δεν είναι, Κέβιν;

-Πάμε να φύγουμε, μου είπε αυτός.

-Όχι, πριν της πεις ότι χωρίζετε. Οριστικά.

 

Η Τζούλια έκανε ένα βήμα προς το μέρος του:

 

-Όχι, Κέβιν, όχι, αγάπη μου!

 

Αγάπη της; Είπε αγάπη της τον Κέβιν; Αυτό το τίποτα είπε αγάπη της την αγάπη μου; Μόλυνε με το βρομόστομά της την ιερή μου αγάπη;

 

Εκείνη τη στιγμή θόλωσα. Έβγαλα από την τσάντα το μαχαίρι και όρμησα εναντίον της.

 

 

25/5/26

Χατζιδάκια μ', Θοδωράκια μ'

 



 

Χατζιδακική ήμουν από δώδεκα χρονών.

Το αυτάκι μου τότε για πρώτη φορά συνέλαβε μια άλλη μουσική από εκείνη που άκουγα στο ραδιόφωνο από πολύ μικρότερη ηλικία, όπου θριάμβευε το λεγόμενο ελαφρό τραγούδι.

 

Όταν αμέσως μετά τον Χατζιδάκι εμφανίστηκε και ο Θεοδωράκης με τα δικά του τραγούδια, τα αγάπησα κι αυτά, όμως την πρώτη θέση στην καρδιά μου την είχε πάντα ο Χατζιδάκις. Επί πολλές δεκαετίες.

 

Και ξαφνικά, πριν λίγες μέρες ανακάλυψα έκπληκτη ότι τα τραγούδια του Θεοδωράκη ήταν ένα βήμα, ίσως και δύο,  πιο πάνω από αυτά του Χατζιδάκι.

 

Δεν εννοώ τους παιάνες του, τα στρατευμένα ενθουσιώδη τραγούδια του Μίκη – που και αυτά μου άρεσαν – εννοώ εκείνα τα άλλα, τα ήσυχα, τα μελωδικά, τα λίγο μελαγχολικά που τα άκουγα κι αυτά επί δεκαετίες και τα τραγουδούσα.

 

Πώς έγινε αυτή η αλλαγή μέσα μου;

Βοήθησε πολύ το You Tube, καθώς το σκαλίζω εδώ και καιρό και βρίσκω τραγούδια που μου αρέσουν. Και όλο και πιο πολύ άκουγα Θεοδωράκη, όχι τους παιάνες του, αλλά εκείνα τα άλλα που αναφέρω παραπάνω. Και αν μάλιστα τραγουδούσε ο ίδιος ο Θεοδωράκης καθόμουν εκστατική και τον άκουγα. Τι φωνή είχε αυτός ο άνθρωπος! Λες και τραγουδούσε ο θεός.

 

Παρατήρησα επίσης ότι τώρα άκουγα λίγα τραγούδια του Χατζιδάκι. Είναι όλα τους πολύ ωραία τραγούδια, καμιά αντίρρηση, αλλά κάτι νομίζω ότι τους λείπει: η εσωτερική συγκίνηση. Με κανένα τραγούδι του Μάνου δεν βούρκωσαν τα μάτια μου, ενώ τα αφτιά μου τα απολάμβαναν με πολλή ευχαρίστηση.

 

Αντίθετα, με τα τραγούδια του Θεοδωράκη – όχι όλα εννοείται – έτρεχαν δάκρυα από τα μάτια μου. Τα έβαζα και τα ξανάβαζα και τα δάκρυα δεν στέρευαν.

 

Αναγκάστηκα να παραδεχτώ ότι ο Θεοδωράκης μού άρεσε περισσότερο από τον Χατζιδάκι. Κι έγινα τώρα, στην προχωρημένη ηλικία μου, Θεοδωρακική.

 

Ο Μάνος Χατζιδάκις έχει γράψει υπέροχα τραγούδια, δεν το συζητώ αυτό. Είναι αυτός που είχε το θάρρος και την τόλμη να ανοίξει νέους δρόμους στο σύγχρονο ελληνικό τραγούδι, και αυτό συνέβη, όταν ο Θεοδωράκης βρισκόταν εκτός Ελλάδος. Δεν ξέρουμε, αν ήταν κι αυτός εδώ, ποιος θα έκανε πρώτος την τομή.

 

Συνέπλευσαν και οι δύο στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, είχαν φιλία και όχι ανταγωνισμό μεταξύ τους -σε αντίθεση με το κοινό που είχε χωριστεί στα δυο – μας έδωσαν υπέροχες μουσικές, τους αγαπούμε και τους δυο.

 

Εμένα θα μου επιτρέψετε να αγαπώ λίγο περισσότερο τον Θεοδωράκη για εκείνα τα χαμηλότονα, συγκινητικά τραγούδια του που τα τραγούδησαν λιγότεροι και τα γνωρίζουν ακόμα πιο λίγοι.

 

Οι παιάνες του τραγουδήθηκαν πολύ, αλλά δεν ήταν αυτοί που με έκαναν τώρα, σ’ αυτή την ηλικία, Θεοδωρακική.

 

Και μια αναγκαία συμπλήρωση:

----------------------------------------

Τον Ξαρχάκο και τα μάτια μας. Είναι ο τρίτος μεγάλος μιας σπουδαίας τριανδρίας που άλλαξε τα μουσικά πράγματα του τόπου μας. Τοποθετώ και τους τρεις, Χατζιδάκι, Θεοδωράκη, Ξαρχάκο,  στο ίδιο ύψος.

 

Ο Σαββόπουλος ανήκει σε άλλη κατηγορία. Υπήρξε σπουδαίος, αλλά κανείς δεν κατάφερε να τον ακολουθήσει. Ο Σαββόπουλος είναι μοναδικός στο είδος του.



22/5/26

Δεν με πείθεις

 

Δεν με πείθεις,


όχι,


το μίσος χωρίς πόνο


είναι δηλητήριο,


η λύσσα χωρίς δάκρυα


και η οργή χωρίς αγάπη


είναι κακή αρρώστια.


Αλήτη,


δεν με πείθεις,


όταν πετροβολάς.




21/5/26

Είναι μάταιο

 

Είναι μάταιο.



Το πολεμάς από παντού


κι από παντού αυτό


ορμά να σε καλύψει,


 

το πολεμάς σπάζοντας τα ρολόγια


κι εκείνο έρχεται


με κάθε αμετάκλητη αυγή,


 

το πολεμάς με τις ιδέες


κι εκείνο μπαίνει στα όνειρά σου


κι όταν ξυπνάς,


θέλεις να κλάψεις,


αλλά δεν μπορείς,


 

στο αίμα σου έχει μπει


και σ’ έχει διαβρώσει,


φτάνει στα βάθη του εαυτού σου


και σε πείθει


πως είναι αυτό το μόνο,


το μοναδικό,


τίποτε άλλο να σε σώσει


δεν μπορεί.


 

Είναι μάταιο.



Τα έχω βάλει


με κάτι δυνατότερό μου


που η γλώσσα


το έχει ονομάσει


ευτυχία.



20/5/26

Μη φεύγεις

 

Αχ, μη φεύγεις,


μόνο εσύ,


καλή μου σκιά,


μόνο εσύ


μου απόμεινες.





 

Απέτυχα

 

Απέτυχα,


λίγη πραμάτεια πούλησα.


Αγάπη λίγη έδωσα,


αγάπη λίγη πήρα.



13/5/26

Βαρέλι δίχως πάτο

 

Είχε ανάγκη να τον αγαπούν. Ει δυνατόν, όλες οι γυναίκες του κόσμου. Τον αγαπούσαν πολλές, μόνο που η αγάπη τους έπεφτε σ’ ένα βαρέλι δίχως πάτο. Αχόρταγος γι’ αγάπη, πεινασμένος πάντα γι’ αγάπη.

 

-Δεν σ’ αγαπώ, του είπε αυτή κατάμουτρα. Σε ορέγομαι. Όταν θα σε χορτάσω, θα σ’ αφήσω.

 

Την καταδίκασε σε απόλυτη στέρηση, μέχρι που την έκανε να τον αγαπήσει.

 

Τότε ησύχασε.

 

Αλλά κι εκείνης η αγάπη στο βαρέλι δίχως πάτο έπεσε.


(Μικρές ιστορίες)



 


 

Νέκυια: ο Κάτω Κόσμος των προγόνων μας

 

 



 

Έγραψα προ καιρού κάτι σχετικό με την Κόλαση. Πως δηλαδή, αν υπάρχει, δεν θα είναι τόπος βασανιστηρίων από τους δαίμονες, όπως φαντάζονταν οι παλαιότεροι, αλλά ένας τόπος αιώνιας κατάθλιψης, όπου οι ψυχές στέκουν εκεί θλιμμένες για πάντα.

 

Μετά θυμήθηκα την Νέκυια, το λ της Οδύσσειας, και σκέφτηκα ότι οι αρχαίοι μας πρόγονοι έτσι περίπου φαντάζονταν την μετά θάνατον ζωή.

 

Την ξαναδιάβασα στα γρήγορα και σας την παραθέτω εν περιλήψει, αλλά όσοι έχετε την όρεξη να τη διαβάσετε, θα απολαύσετε ένα θαυμάσιο κείμενο.

 

Στον Άδη δεν υπάρχουν αθώοι και αμαρτωλοί, δεν υπάρχει σώμα για να βασανιστεί. Όλοι όσοι πεθαίνουν, κατοικούν εκεί ως ψυχές. Άυλες, χωρίς μνήμη, σκιές αδύναμες και άφωνες. Εκεί δεν υπάρχουν γεγονότα, δεν υπάρχει εξέλιξη ούτε ελπίδα.

 

Ο Οδυσσέας κατεβαίνει στον Άδη για να συναντήσει την ψυχή του μάντη Τειρεσία που θα του πει πώς θα γυρίσει στην Ιθάκη.

Κάνει θυσία σφάζοντας πρόβατα που το μαύρο αίμα τους χύνεται σ’ ένα λάκκο προσκαλώντας με τον τρόπο αυτό τις ψυχές που βρίσκονται εκεί.

 

Το αίμα, η πηγή της ζωής, το οσμίζονται οι ψυχές και αρχίζουν να συρρέουν κατακεί.

 

«Κι από το Έρεβος άρχισαν να μαζεύονται οι ψυχές των νεκρών.»

 

Πλήθη από ψυχές κάθε λογής, νέων, παρθένων, γέρων, πολεμιστών που χάθηκαν σε πολέμους έρχονται με μεγάλο θόρυβο εκεί που βρίσκεται το αίμα. Ο Οδυσσέας βγάζει το ξίφος του και τις εμποδίζει να πλησιάσουν, γιατί θέλει πρώτα να μιλήσει με τον Τειρεσία.

 

Ανάμεσα στις ψυχές αναγνωρίζει το «είδωλον» του παλιού του συντρόφου Ελπήνορα που τον παρακαλεί να τον θάψει, γιατί ακόμα είναι άταφος. Ο Οδυσσέας υπόσχεται να το κάνει. Μετά παρουσιάζεται η ψυχή της μητέρας του Αντίκλειας και τέλος η ψυχή του Τειρεσία.

 

«Άφησέ με να πιω αίμα για να σου μιλήσω κανονικά» λέει ο Τειρεσίας στον Οδυσσέα. Αυτός βάζει το σπαθί στην θήκη του και ο μάντης ρουφά μαύρο αίμα. Το αίμα τού μεταγγίζει ένα είδος ζωής και ο Τειρεσίας του μιλά με κανονική ανθρώπινη φωνή. Προλέγει στον Οδυσσέα τις περιπέτειες που τον περιμένουν ακόμα και ότι τελικά θα φτάσει στην Ιθάκη.

 

Όταν τελειώσει τις προφητείες του, ο Οδυσσέας που έβλεπε πιο πέρα το είδωλο της μητέρας του τού λέει:

«Βλέπω την ψυχή της πεθαμένης μάνας μου να κάθεται βουβή κοντά στο αίμα. Δεν άντεξε να δει το πρόσωπο του γιου της ούτε και να του μιλήσει. Πες μου πώς θα μπορούσε να αναγνωρίσει ότι είμαι εγώ;»

 

Ο Τειρεσίας τού εξηγεί ότι όποια ψυχή πιει αίμα, αυτή μπορεί να μιλήσει κανονικά, ενώ οι άλλες ψυχές γυρίζουν ξανά πίσω στο Έρεβος. Ο Οδυσσέας αφήνει την ψυχή της μητέρας του να πιει μαύρο αίμα κι εκείνη αμέσως τον αναγνωρίζει και κλαίγοντας του λέει πώς έχει η κατάσταση στο παλάτι του στην Ιθάκη και ότι ο γιος του Τηλέμαχος κρατά ακόμα την εξουσία.

 

Συγκινημένος αυτός κάνει να την αγκαλιάσει. Τρεις φορές το προσπαθεί, αλλά το «είδωλον» της μητέρας του ξεγλιστρά από τα χέρια του σαν σκιά ή σαν όνειρο. Παραπονεμένος τη ρωτά, γιατί δεν τον αφήνει να την αγγίξει κι εκείνη του λέει ότι από τη στιγμή που σταματά η ανάσα του ανθρώπου, πετά η ψυχή του και φεύγει σαν όνειρο. Η Αντίκλεια είναι τώρα μόνο ψυχή, σκιά, όνειρο. Δεν έχει σώμα.

 

Μετά την Αντίκλεια ο Οδυσσέας αφήνει να πιουν μαύρο αίμα και οι ψυχές γυναικών με ευγενική καταγωγή και ανταλλάσσει μαζί τους λίγα λόγια με φωνή ανθρώπου: μιλά με την Τυρώ, την Αντιόπη, την Λήδη, την Ιφιμέδεια, την Φαίδρα, την Πρόκριδα, την Αριάδνη, την Μαίρα, την Κλυμένη, την Εριφύλη και άλλες πολλές.

 

Ύστερα έρχονται και πίνουν μαύρο αίμα οι άνδρες με ευγενική καταγωγή και συνομιλούν με τον Οδυσσέα : ο Αγαμέμνων, ο Αχιλλέας, ο Αίας ο Τελαμώνιος (σ’ αυτόν μιλά ο Οδυσσέας, αλλά ο Αίας που κατέβηκε στον Άδη αδικημένος δεν του  απαντά), ο Μίνως, ο Ωρίων, ο Τιτυός, ο Τάνταλος, ο Σίσυφος, ο Ηρακλής.

 

Αμέτρητα πλήθη πεθαμένων, ερεθισμένα από την οσμή του αίματος, έχουν εν τω μεταξύ μαζευτεί προκαλώντας τρομαχτικό θόρυβο.

 

Ο Οδυσσέας νιώθει φόβο. Επιστρέφει στο καράβι του που τον ανεβάζει στον επάνω κόσμο.

 

Ο Άδης λοιπόν για τον Όμηρο και για τους αρχαίους μας προγόνους είναι ένας τόπος κατάθλιψης για τις ψυχές όλων ανεξαιρέτως των ανθρώπων που πεθαίνουν. Είναι μια σύλληψη πολύ ανώτερη από εκείνη των παλιών χριστιανών που φαντάζονταν καζάνια, φωτιές, ξεντεριάσματα και δεν ξέρω τι άλλο.

 

Είναι γνωστό αυτό που είπε η ψυχή του μεγάλου ήρωα Αχιλλέα στον Οδυσσέα:

 

«Μακάρι να ήμουν ένας αγρότης και να υπηρετώ κάποιον φτωχό με λίγα χωραφάκια παρά να βασιλεύω στους νεκρούς του Κάτω Κόσμου».

 

Υπήρχαν βέβαια και τα Ηλύσια Πεδία που ήταν κάτι σαν Παράδεισος. Γι’ αυτά θα μιλήσουμε άλλη φορά.