Χθες
μπήκα σε ένα ποίημα.
Τι ευτυχία και τι παράξενο
να μπαίνεις σε ένα ποίημα.
Παράξενο πολύ…
Προσπάθησα μετά
να γράψω ένα δικό μου,
αλλά δεν τα κατάφερα.
Ήμουν γεμάτη από το ποίημα
που είχα ζήσει.
Τι παραπάνω δηλαδή να έλεγα;
Χθες
μπήκα σε ένα ποίημα.
Τι ευτυχία και τι παράξενο
να μπαίνεις σε ένα ποίημα.
Παράξενο πολύ…
Προσπάθησα μετά
να γράψω ένα δικό μου,
αλλά δεν τα κατάφερα.
Ήμουν γεμάτη από το ποίημα
που είχα ζήσει.
Τι παραπάνω δηλαδή να έλεγα;
Δαίμονες έχουν εισχωρήσει στο κορμί μου,
έκαναν κατοχή στο σώμα μου,
αυτοί το ορίζουν,
έχασα την κυριότητα.
Το ξέρεις βέβαια
- και μεταξύ μας,
το ήξερες από την αρχή -
αλλά
εν πάση περιπτώσει
τώρα είσαι βέβαιη,
καμιά αμφιβολία δεν υπάρχει,
το είχες χάσει το παιχνίδι
από την αρχή.
Όμως εσύ,
όπως οι αφιονισμένοι τζογαδόροι,
συνέχιζες να ρίχνεις
κατοστάευρα στη μάνα,
ώσπου απόμεινες
με πέντε ευρώ.
Τα έπαιξες κι αυτά
και έχασες.
Τώρα τι λες;
Άξιζε να ξεμείνεις
έτσι άφραγκη,
χαμένη από χέρι;
Αν άξιζε, λέει, αν άξιζε!
Αλλά εσύ πώς και να καταλάβεις
την ομορφιά, την αγωνία, την ελπίδα,
τις ονειροπολήσεις,
τα γέλια και τα δάκρυα
αυτού του παιχνιδιού
που ορίζουν
ακατανόητες,
κρυφές συντεταγμένες.
να με χαιρετήσεις
κι εγώ
κάθε φορά
κάτι θα
σου θυμίσω,
μια
ξεχασμένη λεπτομέρεια
από το
παρελθόν.
Θυμάσαι,
σε ρωτώ,
τότε που
μπήκαμε στο πλοίο
να πάμε
για μια νύχτα στο νησί;
Θυμάμαι ,
μου
απαντάς.
Και την
επόμενη,
θυμάσαι,
σε ξαναρωτώ,
όταν σου
έδωσα κρυφά
ένα χρυσό
σταυρό,
δώρο στην
αδελφή σου
για το
γάμο της;
Θυμάμαι,
λες εσύ.
Πάλι την
άλλη μέρα,
θυμάσαι
τη νύχτα
εκείνη με το χιόνι
που
κατεβαίναμε την εθνική
και ήμουν
τόσο τρομαγμένη;
Θυμάμαι.
Και κάθε
μέρα εσύ
έρχεσαι
και με χαιρετάς
κι εγώ
σου λέω
κι από
μια ανάμνησή μας.
Και είμαι
θλιμμένη,
όπως
ταιριάζει,
αφού πολύ
σ’ αγάπησα,
ενώ εσύ
είσαι απαθής και μακρινός,
όπως
ταιριάζει στους νεκρούς.
Ό,τι σπουδαίο έζησα
είναι σε κείνες τις παλιές ημέρες
που τώρα
σαν πατικωμένα φύλλα
σαπίζουν
στου μυαλού μου τον ιστό.
Στο τέλος, μια και συνέχιζε να
παραπονείται για την «δουλεία» του, τον ρώτησα:
-Δηλαδή ποια δουλειά θα σου άρεσε να
κάνεις;
Σκέφτηκε λίγο και μετά μου απάντησε
αυτό που περίμενα:
-Δεν ξέρω.
Γενικά παρατηρώ ότι οι νεότεροι
δυσανασχετούν που είναι αναγκασμένοι να δουλεύουν, θέλουν να περνούν καλά και
να μη χάνουν τον χρόνο τους δουλεύοντας. Χαμένος χρόνος είναι η δουλειά. Σου
αφαιρεί καθημερινά ώρες από την διασκέδασή σου, την καλοπέρασή σου, τα χόμπι
σου, τις παρέες σου, τις βόλτες σου.
Λοιπόν, σταμάτα να δουλεύεις. Πρέπει
συγχρόνως όμως να σταματήσεις και να τρως. Διότι, πώς να το κάνουμε, αν δεν
έχεις χρήματα, δεν θα έχεις ούτε και
φαγητό. Κι αν όλοι σταματήσουμε να δουλεύουμε, θα ψοφήσουμε όλοι της
πείνας.
Ή μήπως εννοούν όσοι διαμαρτύρονται
κατά της εργασίας ότι κάποιοι άλλοι κατώτεροι θα δουλεύουν για να τρώμε εμείς;
Συμβαίνει βέβαια κι αυτό αλλά σε ελάχιστους συγκριτικά με τα 8,5 δις ανθρώπων
που ζουν σήμερα στον πλανήτη.
Υπάρχουν επίσης και κάποιοι που
εργάζονται με χαρά, γιατί τους ενδιαφέρει το αντικείμενο της δουλειάς τους.
Είναι όμως κι αυτοί λίγοι σε σχέση με τους υπόλοιπους εμάς.
Τα σημερινά καλόπαιδα λοιπόν δεν θέλουν
να δουλεύουν. Αν το έλεγαν αυτό και οι γεωργοί και οι κτηνοτρόφοι, τότε θα
τρώγαμε ο ένας τον άλλον.
Να δουλεύεις, αγοράκι μου, κοριτσάκι
μου, και να κάνεις τον σταυρό σου που έχεις δουλειά και δεν θα ψοφήσεις της
πείνας. Να υπερασπίζεσαι τα δικαιώματα του εργαζόμενου, αλλά να δουλεύεις.
Αλλιώς ψωμί δεν έχει. Ούτε μοντελάκια
και φιρμάτα ρουχαλάκια. Ούτε διακοπές. Ούτε νυχτερινές διασκεδάσεις με τις
παρέες σου.
Και σκέψου: στις φτωχές χώρες δουλεύουν
πράγματι για ένα κομμάτι ψωμί.
Και σκέψου ακόμα: οι γονείς σου που σε
κανακεύουν δεν θα ζουν για πάντα για να σε τρέφουν.
Και επίσης αναρωτήσου: μήπως είμαι
απλώς ένα κακομαθημένο παιδάριο;
Όταν ο χρόνος με βαραίνει,
αναπολώ
εικόνες που δεν έζησα,
νοσταλγώ πράξεις
που δεν έγιναν ποτέ.
Ήρθε ο άγγελος και μου είπε:
Ακόμα πενήντα χρόνια έτσι θα ζήσεις,
ούτε καλύτερα ούτε χειρότερα.
Ούτε καλύτερα ούτε χειρότερα
είναι το χειρότερο
που μπορεί να μου συμβεί.
(1987)
Τώρα μπορώ
πολύ καλά να καταλάβω
τους παρανοϊκούς.
Μοιάζω πολύ μ’ αυτούς,
μόνο που εγώ ακούω
τη λογική μου
και τα βροντερά της γέλια
και επανέρχομαι.
Το μαύρο και το άσπρο
δεν μας δίνουν γκρίζο.
Το μαύρο και το άσπρο
στέκονται πάντα
απέναντι.
Δεν ξέρω τι να κάνω.
Να γράψω ένα ποίημα
ή να συνεχίσω τη νουβέλα μου,
να βγω έξω να βολτάρω
ή να μείνω μέσα.
Κυρίως:
να διώξω από το μυαλό μου
τη σκιά που με ακολουθεί
ή να τη φιλήσω,
να τη βρίσω χυδαία,
να της δώσω κλοτσιές
ή πέσω στα πόδια της
και να την προσκυνήσω.
Αλήθεια, δεν ξέρω τι να κάνω.
Στα είκοσί μου χρόνια
ήμουν δυστυχής,
μη ρωτάτε γιατί,
είναι περίπλοκο.
Στα τριάντα
είχα αποδεχτεί
μια ζωή
που υποσχόταν μέλλον
και την πίστεψα.
Στα σαράντα
πάλι η ζωή
μου έστελνε
μηνύματα αισιόδοξα,
αλλά δεν έβλεπα
να αλλάζει κάτι.
Στα πενήντα
πήρα το ακριβές μήνυμα:
Τίποτα
δεν επρόκειτο να αλλάξει.
Από τότε
περιφέρομαι ασκόπως.
Κανένα νέο μήνυμα
δεν ήρθε φυσικά.
Πάντα το ίδιο,
πάντα το ίδιο:
Μην περιμένεις τίποτα,
δεν πρόκειται να αλλάξει τίποτα.
Μα ασφαλώς,
το ξέρω,
απαντώ.
Εξάλλου τώρα πια συνήθισα.
Δεν θέλω τίποτα να αλλάξει.
Κάτι μικρές επιθυμίες
ξεφυτρώνουν δω κι εκεί,
κάτι υποχρεώσεις
αιωρούνται,
έξω δεσπόζει ο ήλιος,
μέσα εδώ κατεβασμένα τα ρολά,
μια επίμονη κλίση
προς μια κατεύθυνση
που πια με ενοχλεί,
σχέδια μηδέν,
όνειρα μηδέν.
Χθες μια φίλη
περιέγραφε χαρούμενη
πώς θα περάσει τις διακοπές της.
Άκουγα σιωπηλή.