16/6/26

Cielito Lindo

 




Το « Cielito Lindo » είναι ένα μεξικανικό λαϊκό τραγούδι ή κόπλα που διαδόθηκε το 1882 από τον Μεξικανό συγγραφέα Quirino Mendoza y Cortés ( περίπου  1862 – 1957).  Το τραγούδι είναι κοινώς γνωστό από τους στίχους του ρεφρέν « Canta y no llores » ή απλώς ως το « τραγούδι Ay, Ay, Ay, Ay ». (Από Βικιπαίδεια).


Απ’ το βουνό, μελαχρινάκι μου,

όμορφε, μικρέ μου ουρανέ,

έρχονται κατά δω

ένα ζευγάρι ματάκια μαύρα,

όμορφέ ουρανέ, μικρέ μου,

έρχονται κρυφά.

 

Αχ, αχ, αχ, αχ,

τραγούδα και μην κλαις,

γιατί όταν τραγουδάς,

όμορφε, μικρέ μου ουρανέ,

είναι οι καρδιές όλο χαρά.

 

Το πουλί που αφήνει,

μικρέ, ωραίε μου ουρανέ,

την πρώτη του φωλιά,

αν γυρίσει και τη βρει καπαρωμένη,

όμορφέ μου, μικρέ ουρανέ,

καλά να πάθει.

 

Αυτή η ελίτσα που έχεις,

όμορφέ μου, μικρέ μου ουρανέ,

κοντά στα χείλια σου,

μην τη δώσεις σε κανέναν,

όμορφε ουρανέ, μικρέ μου,

είναι δικιά μου τώρα.

 

(Ένα βέλος στον αέρα,

όμορφέ μου, μικρέ μου ουρανέ,

ο Έρωτας το έριξε.

Αν παίζοντας το πέταξε,

μικρέ μου, ωραίε ουρανέ,

εμένα είναι που με πλήγωσε.)


Μετάφραση στα ελληνικά: Καίτη Βασιλάκου.


https://www.youtube.com/watch?v=UHUhV5JMmIg&list=RDUHUhV5JMmIg&start_radio=1



 

14/6/26

Ευτυχισμένη με το τίποτα

 

Σαν κάτι αγίους στις ερημιές


που ολοκληρώνονται στη σιωπή.


Σαν τα μωρά


που βλέπουν το ταβάνι


και χαμογελούν.


Σαν τα παιδιά


που ανοίγουν διαλόγους


με τον εαυτό τους.


Σαν τους τρελούς


που ξαφνικά ξεσπούν σε γέλια


χωρίς λόγο.


Σαν παίχτες


που όλο χάνουν


και πάλι ξαναμπαίνουν στο παιχνίδι


για να ξαναχάσουν.




 

12/6/26

Χθες μπήκα σ' ένα ποίημα

 

Χθες


μπήκα σε ένα ποίημα.


 

Τι ευτυχία και τι παράξενο


να μπαίνεις μέσα σε ένα ποίημα.


Παράξενο πολύ…


 

Προσπάθησα μετά


να γράψω ένα δικό μου,


αλλά δεν τα κατάφερα.


Ήμουν γεμάτη από το ποίημα


που είχα ζήσει.


 

Τι παραπάνω δηλαδή να έλεγα;



 

10/6/26

Κανείς μεσσίας

 

Κανείς μεσσίας τελικά


δεν τα κατάφερε.


Η αιμορραγία συνεχίζεται.



9/6/26

Στερνή γνώση

 

...και ως στερνή μου γνώση


έμαθα πως το Κακό


έχει πολλές μορφές


αγαπησιάρικες.



Δαίμονες

 

Δαίμονες έχουν εισχωρήσει στο κορμί μου,


έκαναν κατοχή στο σώμα μου,


αυτοί το ορίζουν,


έχασα την κυριότητα.



8/6/26

Άξιζε

 

Το ξέρεις βέβαια


- και μεταξύ μας,


το ήξερες από την αρχή -


αλλά


εν πάση περιπτώσει


τώρα είσαι βέβαιη,


καμιά αμφιβολία δεν υπάρχει,


το είχες χάσει το παιχνίδι


από την αρχή.


Όμως εσύ,


όπως οι αφιονισμένοι τζογαδόροι,


συνέχιζες να ρίχνεις


κατοστάευρα στη μάνα,


ώσπου απόμεινες


με πέντε ευρώ.


Τα έπαιξες κι αυτά


και έχασες.


Τώρα τι λες;


Άξιζε να ξεμείνεις


έτσι άφραγκη,


χαμένη από χέρι;



 

Αν άξιζε, λέει, αν άξιζε!


Αλλά εσύ πώς και να καταλάβεις


την ομορφιά, την αγωνία, την ελπίδα,


τις ονειροπολήσεις,


τα γέλια και τα δάκρυα


αυτού του παιχνιδιού


που ορίζουν


ακατανόητες,


κρυφές συντεταγμένες.



 

6/6/26

Θυμάσαι;

 

Έρχεσαι κάθε μέρα


να με χαιρετήσεις


κι εγώ κάθε φορά


κάτι θα σου θυμίσω,


μια ξεχασμένη λεπτομέρεια


από το παρελθόν.


 

Θυμάσαι,


σε ρωτώ,


τότε που μπήκαμε στο πλοίο


να πάμε για μια νύχτα στο  νησί;


Θυμάμαι ,


μου απαντάς.


 

Και την επόμενη,


θυμάσαι, σε ξαναρωτώ,


όταν σου έδωσα κρυφά


ένα χρυσό σταυρό,


δώρο στην αδελφή σου


για το γάμο της;


Θυμάμαι,


λες εσύ.


 

Πάλι την άλλη μέρα,


θυμάσαι


τη νύχτα εκείνη με το χιόνι


που κατεβαίναμε την εθνική


και ήμουν τόσο τρομαγμένη;


Θυμάμαι.


 

Και κάθε μέρα εσύ


έρχεσαι και με χαιρετάς


κι εγώ σου λέω


κι από μια ανάμνησή μας.


 

Και είμαι θλιμμένη,


όπως ταιριάζει,


αφού πολύ σ’ αγάπησα,


ενώ εσύ είσαι απαθής και μακρινός,


όπως ταιριάζει στους νεκρούς.




 

 

5/6/26

Ό,τι σπουδαίο έζησα

 

Ό,τι σπουδαίο έζησα


είναι σε κείνες τις παλιές ημέρες


που τώρα


σαν πατικωμένα φύλλα


σαπίζουν


στου μυαλού μου τον ιστό.



 

Να δουλεύεις ή να μη δουλεύεις;

 

 Έχω έναν νεαρό φίλο που δεν του αρέσει η δουλειά που κάνει – και έχει μια καλή δουλειά - και την αναφέρει ειρωνικά ως «δουλεία». Εγώ του απαντώ ότι βγάζει έτσι το ψωμί του και ότι όλοι λίγο πολύ αυτό κάνουμε:  δουλεύουμε και βγάζουμε το ψωμί μας. Άλλες φορές του λέω ότι ένας άνεργος θα ήθελε πάρα πολύ να είναι στη θέση του.

 

Στο τέλος, μια και συνέχιζε να παραπονείται για την «δουλεία» του, τον ρώτησα:

 

-Δηλαδή ποια δουλειά θα σου άρεσε να κάνεις;

 

Σκέφτηκε λίγο και μετά μου απάντησε αυτό που περίμενα:

 

-Δεν ξέρω.

 

Γενικά παρατηρώ ότι οι νεότεροι δυσανασχετούν που είναι αναγκασμένοι να δουλεύουν, θέλουν να περνούν καλά και να μη χάνουν τον χρόνο τους δουλεύοντας. Χαμένος χρόνος είναι η δουλειά. Σου αφαιρεί καθημερινά ώρες από την διασκέδασή σου, την καλοπέρασή σου, τα χόμπι σου, τις παρέες σου, τις βόλτες σου.

 

Λοιπόν, σταμάτα να δουλεύεις. Πρέπει συγχρόνως όμως να σταματήσεις και να τρως. Διότι, πώς να το κάνουμε, αν δεν έχεις χρήματα, δεν θα έχεις ούτε και  φαγητό. Κι αν όλοι σταματήσουμε να δουλεύουμε, θα ψοφήσουμε όλοι της πείνας.

 

Ή μήπως εννοούν όσοι διαμαρτύρονται κατά της εργασίας ότι κάποιοι άλλοι κατώτεροι θα δουλεύουν για να τρώμε εμείς; Συμβαίνει βέβαια κι αυτό αλλά σε ελάχιστους συγκριτικά με τα 8,5 δις ανθρώπων που ζουν σήμερα στον πλανήτη.

 

Υπάρχουν επίσης και κάποιοι που εργάζονται με χαρά, γιατί τους ενδιαφέρει το αντικείμενο της δουλειάς τους. Είναι όμως κι αυτοί λίγοι σε σχέση με τους υπόλοιπους εμάς.

 

Τα σημερινά καλόπαιδα λοιπόν δεν θέλουν να δουλεύουν. Αν το έλεγαν αυτό και οι γεωργοί και οι κτηνοτρόφοι, τότε θα τρώγαμε ο ένας τον άλλον.

 

Να δουλεύεις, αγοράκι μου, κοριτσάκι μου, και να κάνεις τον σταυρό σου που έχεις δουλειά και δεν θα ψοφήσεις της πείνας. Να υπερασπίζεσαι τα δικαιώματα του εργαζόμενου, αλλά να δουλεύεις.

 

Αλλιώς ψωμί δεν έχει. Ούτε μοντελάκια και φιρμάτα ρουχαλάκια. Ούτε διακοπές. Ούτε νυχτερινές διασκεδάσεις με τις παρέες σου.

 

Και σκέψου: στις φτωχές χώρες δουλεύουν πράγματι για ένα κομμάτι ψωμί.

 

Και σκέψου ακόμα: οι γονείς σου που σε κανακεύουν δεν θα ζουν για πάντα για να σε τρέφουν.

 

Και επίσης αναρωτήσου: μήπως είμαι απλώς ένα κακομαθημένο παιδάριο;



3/6/26

Τριαντάφυλλό μου

 

Τριαντάφυλλό μου,


πόσο σε καμαρώνω


κρυμμένη στη γωνιά μου.



2/6/26

Όταν ο χρόνος με βαραίνει

 

Όταν ο χρόνος με βαραίνει,


αναπολώ


εικόνες που δεν έζησα,


νοσταλγώ πράξεις


που δεν έγιναν ποτέ.



1/6/26

Ούτε καλύτερα ούτε χειρότερα

 

Ήρθε ο άγγελος και μου είπε:


Ακόμα πενήντα χρόνια έτσι θα ζήσεις,


ούτε καλύτερα ούτε χειρότερα.


 

Ούτε καλύτερα ούτε χειρότερα


είναι το χειρότερο 


που μπορεί να μου συμβεί.


(1987)






 

Παράνοια

 

Τώρα μπορώ


πολύ καλά να καταλάβω


τους παρανοϊκούς.


Μοιάζω πολύ μ’ αυτούς,


μόνο που εγώ ακούω


τη λογική μου


και τα βροντερά της γέλια


και επανέρχομαι.