30/9/23

Τέταρτη ηλικία

 



Εσείς που ετοιμάζεστε να μπείτε στην τέταρτη ηλικία και νομίζετε ότι τα πράγματα θα συνεχίσουν να είναι, όπως είναι τώρα, καλό είναι να σκεφτείτε ότι:

 

Αν δεν έχετε παιδιά που να σας αγαπούν και να μένουν κοντά σας, θα μείνετε μόνοι.

 

Αν έχετε άλλους στενούς συγγενείς που να είναι νέοι και στηρίζεστε σ’ αυτούς, μην ελπίζετε και πάρα πολύ, εκτός πια κι αν είστε τόσο τυχεροί που οι νεαροί αυτοί συγγενείς νιώθουν κάτι παραπάνω από συμφέρον ή υποχρέωση για σας.

 

Αν έχετε σύντροφο, να θυμάστε ότι θα είστε δυο ανήμποροι γέροντες που θα χρειάζονται βοήθεια από τους έξω και πως κάποια στιγμή ο ένας από τους δυο σας θα φύγει και ο άλλος θα μείνει μόνος.

 

Οι άνθρωποι της τέταρτης ηλικίας απομένουν μόνοι. Οι εποχές που μπαινόβγαιναν στο σπίτι φίλοι ή που έβγαιναν με φίλους έχουν περάσει ανεπιστρεπτί. Ο λόγος είναι απλός: οι φίλοι αυτοί γέρασαν και πέθαναν. Αν δεν πέθαναν, είναι πια πολύ γέροι για να έχουν κοινωνικές σχέσεις. Είναι κλεισμένοι στα σπίτια τους κι αυτοί και παλεύουν με τα γεράματά τους.

 

Εσείς που ετοιμάζεστε να περάσετε το κατώφλι της τέταρτης ηλικίας, μην επαναπαύεστε ότι έχετε φίλους και συγγενείς που θα σας φροντίσουν. Μπορεί να είστε τυχεροί και να βρεθούν κάποιοι να νοιαστούν για σας, όταν έρθουν τα πολύ δύσκολα. Αν δεν είστε όμως τυχεροί, ετοιμαστείτε να περάσετε το τελευταίο στάδιο της μακράς ζωής σας στη μοναξιά και την ανημπόρια.

 

Ακόμα κι αν έχετε παιδιά που σας αγαπούν, αυτά έχουν τη δική τους ζωή, μένουν μακριά, σας τηλεφωνούν βέβαια τακτικά και θα τρέξουν, αν είναι ανάγκη. Αλλά οι μέρες σας θα είναι μοναχικές και γεμάτες ανασφάλεια με την επίμονη σκέψη: «αν πάθω κάτι τώρα και αν δεν μπορώ να ειδοποιήσω κανέναν, ποιος θα το καταλάβει για να τρέξει;»

 

Όταν οι γονείς μου κατέπεσαν, πήγαινα κάθε απόγευμα μετά τη δουλειά για να τους δω και είχα μια γυναίκα να τους φροντίζει. Όμως θυμάμαι τη μητέρα μου να παραπονιέται συνέχεια: «Τόσοι φίλοι τι έγιναν, πού πήγαν; Πού είναι τώρα αυτοί οι φίλοι, γιατί χάθηκαν;»

 

Θα ήθελα να της πω ότι όλοι εκείνοι οι φίλοι χάθηκαν, γιατί πέθαναν ή γιατί γέρασαν κι αυτοί και κάθονται σιωπηλοί στα σπίτια τους ή γιατί ήταν νεότεροι και συνέχιζαν τη ζωή τους με άλλους φίλους.

 

Πήρα τότε ένα καλό μάθημα για τη μοίρα των γερόντων και για τη μοναξιά που τους περιμένει στα τέλη της ζωής τους.

 

Και από τότε διαβάζω πιο προσεχτικά τα νέα κάποιων που κάποτε υπήρξαν διάσημοι και πλούσιοι και τώρα περιμένουν να πεθάνουν σε ένα οίκο ευγηρίας ή κλεισμένοι στα σπίτια τους και μόνοι. Έζησαν μια θορυβώδη ζωή, γεμάτη επιτυχίες, περιστοιχισμένοι από φίλους, πολλούς φίλους, πέρασαν χρήματα πολλά από τα χέρια τους και πίστευαν πως η ζωή τους θα είναι πάντα έτσι. Τώρα βρίσκονται ξεχασμένοι στα γηροκομεία ή απομονωμένοι στα σπίτια τους, τα οικονομικά τους είναι περιορισμένα ή, ακόμα χειρότερα, δεν έχουν χρήματα και περιμένουν από την καλοσύνη των άλλων.

 

Όσοι ετοιμάζεστε να περάσετε αυτό το μοιραίο κατώφλι της τέταρτης ηλικίας, λάβετε τα μέτρα σας:

 

Η ζωή σας δεν θα είναι εύκολη, εκτός αν έχετε χρήματα για να πληρώνετε τον έναν και τον άλλον για να σας εξυπηρετεί – χωρίς αγάπη εννοείται.

 

Τα παιδιά σας, όσο κι αν σας αγαπούν – αν σας αγαπούν -  δεν θα είναι από πάνω σας όλο το εικοσιτετράωρο, έχουν τις δουλειές τους και τα δικά τους παιδιά.

 

Οι φίλοι σας που ποντάρατε σ’ αυτούς, θα είναι στην ίδια μοίρα με σας, ανήμποροι γέροντες – εκτός κι αν έχουν πεθάνει.

 

Ετοιμαστείτε από τώρα, ψύχραιμοι και λογικοί, γι’ αυτό που έρχεται.



 

28/9/23

Ας χαθούμε στις ψευδαισθήσεις μας

 

Ας χαθούμε στις ψευδαισθήσεις μας,


μια ανάσα να πάρουμε,


γιατί πολύ ποδοπατήθηκε η ζωή μας.




27/9/23

Μόνη

 





Μόνη σου γιόρταζες,


μόνη σου έκλαιγες,


αντέγραφες τον κόσμο


με πολλή επιτυχία.


Μπράβο!


 

Η καταπακτή όμως τώρα άνοιξε


και πώς να την κλείσεις;


Βυθίζεσαι αργά,


φωνάζεις βοήθεια,


αλλά ο κόσμος είναι πια πολύ μακριά,


δεν μπορεί να σ’ ακούσει.




23/9/23

Το κνούτο

 


 

Ήμασταν οικογενειακώς σε ένα φιλικό, γειτονικό σπίτι και κάναμε βεγγέρα. Για τους νεότερους που αγνοούν τη λέξη, βεγγέρα σημαίνει βραδινή επίσκεψη σε φιλικό σπίτι.

 

Ο κόσμος τότε συνήθιζε τις βεγγέρες, μια και δεν είχε τι άλλο να κάνει τα βράδια, μέχρι να έρθει η ώρα του ύπνου. Κάποιοι είχαν ραδιόφωνο και περνούσαν την ώρα τους ακούγοντας διάφορες εκπομπές και τραγούδια, αλλά πόσο πια να το κάνουν αυτό και μάλιστα κάθε βράδυ; Οι λόγιοι υποθέτω ότι διάβαζαν βιβλία, αλλά στον κοινωνικό μου περίγυρο δεν υπήρχαν λόγιοι, επομένως δεν ξέρω. Αν και θυμάμαι τον πατέρα μου να διαβάζει με πολύ ενδιαφέρον την εφημερίδα, την Εγκυκλοπαίδεια Ελευθερουδάκη και την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους του Παπαρρηγόπουλου.

 

Άλλο μέσο διασκέδασης πάντως δεν υπήρχε.

 

Η χαρτοπαιξία ήταν μια λύση. Δεν εννοώ τους μανιακούς χαρτοπαίχτες αλλά τους κανονικούς ανθρώπους που ήθελαν να περάσουν ευχάριστα τη βραδιά τους και έπαιζαν με δραχμές και δίφραγκα. Μαζεύονταν πότε στο ένα σπίτι και πότε στο άλλο και έπαιζαν κουμ καν και ο κερδισμένος έφευγε με πέντε - δέκα δραχμές στην τσέπη.

 

Υπήρχαν όμως και αυτοί που δεν έπαιζαν χαρτιά. Μια βεγγέρα, μια βραδινή επίσκεψη δηλαδή σε φιλικό σπίτι, ήταν μια καλή λύση για να περάσει η ώρα. Τα παιδιά μαζεύονταν στον δικό τους χώρο και έλεγαν ό,τι τους κατέβαινε στο κεφάλι και οι μεγάλοι σε άλλο χώρο έκαναν περίπου το ίδιο.

 

Δεν θυμάμαι καμιά συζήτηση από εκείνες τις βεγγέρες της παιδικής μου ηλικίας, νομίζω όμως ότι οι συζητήσεις ήταν ελαφρές και περιστρέφονταν σε καθημερινά θέματα.

 

Σε μια τέτοια βεγγέρα λοιπόν στο φιλικό, γειτονικό σπίτι βρήκα ένα τεύχος των "Κλασσικών Εικονογραφημένων" με τον τίτλο "Μιχαήλ Στρογκώφ". Αγνόησα τα παιδιά της οικογένειας που είχαμε επισκεφθεί και το άρπαξα με λαχτάρα.

 

Με λαχτάρα.

 

Γιατί οι γονείς μου μπορεί να με έντυναν με ωραία φορεματάκια, να με τάιζαν με ωραία φαγητά, να με πήγαιναν στον κινηματογράφο, να με έπαιρναν μαζί τους στις εξόδους τους σε ταβέρνες και σε κέντρα διασκέδασης και τα λοιπά, αλλά βιβλία και παιχνίδια δεν μου έπαιρναν. Ούτε Κλασσικά Εικονογραφημένα. Ούτε Μικρό Ήρωα. Ούτε Μίκι Μάους. Όλα αυτά τα θεωρούσαν περιττά. Ωστόσο εγώ είχα εξοικειωθεί με αυτή την παιδική κουλτούρα, γιατί δανειζόμουν από τα παιδιά της γειτονιάς τα σχετικά τεύχη.

 

Μιχαήλ Στρογκώφ λοιπόν. Πήρα το περιοδικάκι και αποκόπηκα από τον υπόλοιπο κόσμο. Οι μεγάλοι έλεγαν τα δικά τους, τα παιδιά της οικογένειας κάπου ήταν, αλλά δεν με ενδιέφερε κι εγώ διάβαζα θαμπωμένη τις περιπέτειες αυτού του Μιχαήλ.

 

Και κάπου εκεί που τον είχαν πιάσει και τον είχαν δέσει, λέει ένας από τους κακούς της υπόθεσης: «Το κνούτο!»

 

Κνούτο; Τι είναι αυτό; Μήπως βρίζει τον Μιχαήλ Στρογκώφ και τον λέει κνούτο; Δεν καταλαβαίνω και αυτό με ενοχλεί, γιατί η ιστορία που διαβάζω δεν πρέπει να έχει κενά. Σταματώ την ανάγνωση συλλογισμένη και προσπαθώ να καταλάβω. Αλλά δεν καταλαβαίνω.

 

-Τι είναι το κνούτο; ρωτάω τελικά τους μεγάλους.

 

Οι μεγάλοι διακόπτουν τη συζήτησή τους και με κοιτάζουν με απορία:

 

-Κνούτο;

-Ναι, κνούτο. Το λέει εδώ!

-Για φέρε να δούμε.

 

Τους δίνω το περιοδικό, βλέπουν το σχετικό εικονίδιο, αλλά δεν βγάζουν άκρη.

 

-Κνούτο, κνούτο… μονολογούν και σκαλίζουν το μυαλό τους, μήπως και θυμηθούν τη λέξη. Μάταια.

 

Απογοητεύομαι. Ούτε οι μεγάλοι ξέρουν τι είναι το κνούτο. Μα τι είναι τέλος πάντων; Συνεχίζω την ανάγνωση κάπως κακόκεφη. Ένας κακός μαστιγώνει τον Μιχαήλ. Μήπως το κνούτο είναι το μαστίγιο; Μάλλον, κάτι τέτοιο πρέπει να είναι, αλλά δεν είμαι καθόλου σίγουρη.

 

Τελειώνω την ανάγνωση και έρχεται η ώρα να καληνυχτίσουμε τους οικοδεσπότες μας. Γυρίζουμε σπίτι.

 

Κνούτο… τι παράξενη λέξη…

 

Μου έμεινε η απορία για πολύ καιρό. Κάποτε πάντως έμαθα τι σημαίνει.

 

κνούτο το [knúto] : είδος μαστιγίου από δερμάτινες λωρίδες που καταλήγουν σε μεταλλικά σφαιρίδια.

[ρωσ. knut -ο]

 

Έχει τεθεί σε αχρηστία σήμερα;

Δεν ξέρω.



20/9/23

Αλκαίος 30D, 148P

 



 

Την ανταρσία των ανέμων δεν την καταλαβαίνω.


Κυλά το ένα κύμα από δω, το άλλο από κει


κι εμείς στη μέση με το μελανό καράβι μας


ερχόμαστε και πάμε


παλεύοντας σκληρά με μια τεράστια καταιγίδα


κι έφτασε το νερό ως πάνω απ’ το κατάρτι,


γεμάτο είναι τρύπες μεγάλες το πανί


και καταξεσκισμένο


και τα σκοινιά χαλάρωσαν…

 

 

 

συνντημμι τν νμων στσιν·


τ μν γρ νθεν κμα κυλνδεται͵


τ δ΄ νθεν͵ μμες δ΄ ν τ μσσον


νϊ φορμμεθα σν μελαναι


χεμωνι μχθεντες μεγλωι μλα·


πρ μν γρ ντλος στοπδαν χει͵


λαφος δ πν ζδηλον δη͵


κα λκιδες μγαλαι κτ ατο·


χλαισι δ΄ γκυρραι...



(Μεταφορά στα νέα ελληνικά: Καίτη Βασιλάκου)


17/9/23

Σκέψεις

 

Κάθε άνθρωπος έχει μέσα στο κεφάλι του μια απεικόνιση του εξωτερικού κόσμου, στον οποίο όλοι μαζί ζούμε και κινούμαστε. Καμιά όμως απεικόνιση του κόσμου στο κεφάλι του ενός δεν ίδια με τις απεικονίσεις στα κεφάλια των άλλων.

 

Υπάρχουν έτσι τόσοι κόσμοι εκεί έξω όσες είναι οι απεικονίσεις του ενός και μοναδικού κόσμου μέσα στο κεφάλι του καθενός μας. Δισεκατομμύρια δηλαδή. 


Ας είμαστε κολλητοί φίλοι με άλλους ανθρώπους, ας ζούμε μέσα στην οικογένεια με στενούς, σφιχτούς δεσμούς, ας αγαπιόμαστε με κάποιους για χρόνια, για όλη μας τη ζωή, ας ξυπνάμε κι ας κοιμόμαστε μαζί για δεκαετίες. Άλλο είδωλο του κόσμου έχω εγώ και άλλο ο σύντροφος της ζωής μου.

 

Και η προσωπική μας ζωή είναι μοναδική όπως το dna μας. Όπως έχει ζήσει κάποιος τη ζωή, δεν την έχει ζήσει άλλος κανείς. 

Κάθε άνθρωπος είναι ένα μυθιστόρημα.



16/9/23

Ποτέ ο θάνατος

 




 

Είμαι ένα πλάσμα αρχέγονο,


κλεισμένο σε χαλύβδινο καλούπι,


βοώ και σείω τα σύμπαντα


και ατελείωτα ονειρεύομαι


πότε θα ελευθερωθώ,


να φτιάξω νέους ουρανούς,


καινούργια άστρα,


και τέσσερα φεγγάρια


που θα ταξιδεύουν


πάνω από τις μεγάλες θάλασσες,


τον άνεμο να βάλω να φυσά


και τη βροχή να πέφτει ήσυχα


σε χώμα μαλακό,


νύχτες γλυκές να φτιάξω


μέσα στη σιωπή


και αμέτρητα στα σπίτια


κεράκια αναμμένα.


 

Να έρθουν έπειτα οι ψυχές,


να μαζευτούμε όλοι,


να αγκαλιαστούμε κλαίγοντας,


να υποσχεθούμε


ότι ποτέ ο θάνατος,


ποτέ δεν πρόκειται


να μας χωρίσει πια.




 

15/9/23

Αρχίλοχος, απ. 191

 


 



…τέτοιος πόθος του έρωτα τύλιξε την καρδιά μου


που αχλύ μεγάλη έχυσε στα μάτια μου


κι έκλεψε απ’ τα στήθη μου την  ήπια φρόνησή μου.




… τοος γρ φιλτητος ρως π καρδην λυσθες


πολλν κατ χλν μμτων χευεν,


κλψας κ στηθων παλς φρνας.





Μεταφορά στα νέα ελληνικά: Καίτη Βασιλάκου



11/9/23

Καλώς ήρθες, δαίμονα

 



 

Είκοσι μέρες άυπνη.

Είπες, θα πεθάνεις.

Ενημέρωσες τους συγγενείς σου, να ξέρουν τουλάχιστον ότι θα σε κληρονομήσουν.

 

Ξημερώματα έτρεχες στα Ιατρικά Κέντρα, σε στέλνανε πίσω στο σπίτι σου. Ναι, πράγματι, κανείς δεν πεθαίνει από το σύνδρομο ανήσυχων άκρων, πεθαίνει όμως από την αϋπνία, όταν το σύνδρομο δεν σ’ αφήνει να κοιμηθείς επί είκοσι μέρες. Αυτό οι καλοί μας οι γιατροί δεν μπορούσαν να το σκεφτούν. Αδιαφορία πλήρης.

 

Και είναι ντάλα καλοκαίρι, όλοι έχουν τον νου τους στις διακοπές, εύκολα δεν βρίσκεις γιατρούς τέτοιες μέρες. Και πλησιάζει ο τρομερός Αύγουστος, όπου όλα, τα πάντα κλείνουν και οι άρρωστοι προσεύχονται.

 

Γιατροί στο σπίτι, είναι κι αυτό μια λύση, σκέφτεσαι. Ήρθαν δύο, δεν ήξεραν την τύφλα τους, έφυγαν κι εσύ έμεινες με το σύνδρομο και με την αϋπνία σου να σε αποσυνθέτουν λίγη λίγη.

 

Τις νύχτες ξαπλώνεις και τινάζεις πόδια χέρια, σηκώνεσαι, καπνίζεις, η πόλη βουβή, νεκρή κι έχεις πάψει πια να νυστάζεις. Δεν νυστάζεις ποτέ πια.  Ξαπλώνεις και δεν νυστάζεις. Ξημερώνει η νέα μέρα και δεν νυστάζεις. Περιφέρεσαι σαν ζόμπι, δεν νυστάζεις. Περνούν οι μέρες, δεν νυστάζεις.

 

Θα σταματήσει η καρδιά σου κάποια στιγμή, το ξέρεις. Ή θα πάθεις εγκεφαλικό. Και στις δύο περιπτώσεις θα σε βρουν με τα μάτια ανοιχτά. Θα είσαι ήδη ένα σαπισμένο κουφάρι, όταν κάποτε αντιληφθούν την απουσία σου.


Περνούν οι μέρες, δεν νυστάζεις.

 

Τα υπνωτικά, τα ηρεμιστικά, όλα αυτά τα σχετικά χαπάκια, δεν κάνουν απολύτως τίποτε. Το σύνδρομο είναι πιο δυνατό από αυτά. Σε κρατά ξύπνια, σε χορεύει κανονικά. Έτσι και συμβεί κάποια στιγμή να κλείσεις τα βλέφαρα, έρχεται και γαργαλά τα πόδια σου, γαργαλά τα χέρια σου, περνά ηλεκτρικό ρεύμα στα μέλη σου, τινάζεσαι, σηκώνεσαι, ο ύπνος φεύγει, η νύχτα φεύγει, ξημερώνει η επόμενη μέρα.

 

Είκοσι μέρες χωρίς ύπνο.

Καιρός να αποχωρήσεις από αυτό τον κόσμο με τα μάτια ανοιχτά.

 

Ένας γιατρός σού δίνει σημασία επιτέλους. Σου δίνει κάτι άγρια χάπια που τα καταπίνεις απελπισμένη. Το σύνδρομο λουφάζει κι εσύ κοιμάσαι. Περνά ένας μήνας, πας να ξαναγίνεις άνθρωπος κανονικός.

 

Λάθος!

Το σύνδρομο κρυμμένο στη γωνιά του περιμένει. Εξοικειώνεται με τα νέα, τα άγρια χάπια. Μετά τα εξουδετερώνει. Και είναι πάλι εδώ.

 

Καλώς ήρθες, δαίμονα.

Μας περιμένουν αξέχαστες νύχτες ξανά.

 

 

10/9/23

Εσύ, ο θεός

 






Έσκυψες ταπεινά,


εσύ ο θεός,


σιωπηλός,


με κίνηση αργή και τελετουργική,


με ιεροπρέπεια βασιλική


έβγαλες τα σανδάλια μου


-άραγε τι σκεφτόσουν


έτσι σκυμμένος


μπροστά στη δούλη σου;


 

Έξω η πόλη έλιωνε


κάτω από έναν ήλιο ανελέητο


κι εσύ μέσα εδώ στον ήσυχο ναό σου


έκανες τη σεμνή σου τελετή,


μύστης και ιερέας


κρυφών μαγγανειών,


έλυσες τα σανδάλια μου


εσύ, ο θεός των ουρανών,


εσύ, ο ήσυχος θεός


που κάνει ωραία θαύματα.


 

Έκαιγαν έξω τα τσιμέντα,


κάτω στους δρόμους


με θόρυβο κυλούσαν 


τα άρματα της φωτιάς


και μέσα εδώ σε ιερή σιγή


τα μαγικά σου χέρια


έβγαζαν τα σανδάλια μου.



 

 

5/9/23

"Ο βασιλιάς Δαρείος λέει:"

 







 Ο Πέρσης βασιλιάς Δαρείος ο Πρώτος, ο Μέγας, βασίλεψε από το 522 ως το 486 πΧ και υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους Πέρσες ηγεμόνες. Στον τάφο του που βρίσκεται στο Naqsh-e Rustam, κοντά στην αρχαία Περσέπολη, στο Ιράν υπάρχει μια επιγραφή που λέει:

 

 

«Μεγάλος είναι ο θεός Ωρομάσδης που δημιούργησε αυτή τη γη, που δημιούργησε τον μακρινό ουρανό, που δημιούργησε την ευτυχία για τον άνθρωπο, που έκανε τον Δαρείο βασιλιά, ένα βασιλιά των πολλών, έναν άρχοντα των πολλών.

 

 Είμαι ο Δαρείος, ο μέγας βασιλέας, ο βασιλέας των βασιλέων, βασιλέας χωρών που περιέχουν όλα τα είδη των ανθρώπων, βασιλέας σ’ αυτή τη μεγάλη γη σε όλα τα πλάτη και τα μήκη, γιος του Υστάσπη, ένας Αχαιμενίδης, ένας Πέρσης, γιος Πέρση, ένας Άριος με άρια καταγωγή.

 

Ο βασιλιάς Δαρείος λέει: με την εύνοια του Ωρομάσδη αυτές είναι οι χώρες που κατέκτησα έξω από την Περσία. Υπήρξα ο ηγεμόνας τους. Μου απέδωσαν φόρο υποτέλειας. Έπραξαν ό,τι ειπώθηκε από μένα. Τήρησαν σταθερά τον νόμο μου.

 

Μηδία, Ελάμ, Παρθία, Αρεία, Βακτριανή, Σογδιανή, Χωρασμία, Δραγγιανή, Αραχωσία, Σατταγυδία (Παροπαμισάδες), Γανδαρίτις, Ινδία, οι Σκύθες που πίνουν το (ιερό ποτό) χάομα, οι Σκύθες με τους μυτερούς σκούφους, η Βαβυλωνία, η Ασσυρία, η Αραβία, η Αίγυπτος, η Αρμενία, η Καππαδοκία, η Λυδία, οι Έλληνες (της Μικράς Ασίας), οι παραθαλάσσιοι Σκύθες (των ακτών του Ευξείνου Πόντου), η Θράκη, οι Έλληνες που φορούν καλύμματα κεφαλής παρόμοια με ασπίδες (Μακεδόνες), οι Λίβυοι, οι Νούβιοι, οι άνθρωποι της Μάκα (= πιθανόν η παραθαλάσσια ζώνη στα νότια της Καρμανίας-Γεδρωσίας) και οι Κάρες.

 

Ο βασιλιάς Δαρείος λέει: ο Ωρομάσδης, όταν είδε αυτή τη γη σε αναστάτωση, τότε μου τη χάρισε, με έκανε βασιλιά. Είμαι βασιλιάς. Με τη χάρη του Ωρομάσδη την έβαλα στη θέση της. Ό,τι τους είπα, αυτό έκαναν, όπως ήταν η επιθυμία μου.

 

Αν τώρα σκεφτείτε ότι «πόσες είναι οι χώρες που ο βασιλιάς Δαρείος είχε  στην εξουσία του;», δείτε τα γλυπτά εκείνων που φέρουν τον θρόνο, τότε θα ξέρετε, τότε θα σας γίνει γνωστό: το δόρυ ενός Πέρση έχει προχωρήσει μακριά. Τότε θα σας γίνει γνωστό: ένας Πέρσης έχει δώσει μάχη πραγματικά μακριά από την Περσία.

 

Ο Δαρείος ο βασιλιάς λέει: αυτό που έγινε, όλο αυτό το έκανα με τη θέληση του Ωρομάσδη. Ο Ωρομάσδης μού έδωσε βοήθεια, μέχρι που έκανα το έργο. Είθε ο Ωρομάσδης να με προστατεύει από το κακό και τον βασιλικό μου οίκο και αυτή τη χώρα: αυτό προσεύχομαι στον Ωρομάσδη, είθε αυτό να μου δώσει ο Ωρομάσδης.

 

Άνθρωπε, αυτή η εντολή που είναι του Ωρομάσδη, ας μη σου φανεί αποκρουστική. Μην εγκαταλείψεις το δίκαιο μονοπάτι. Μη σηκώσεις ανταρσία».

 

 

 

Η επιγραφή δεν έχει τη γνωστή αλαζονεία των ηγεμόνων των αρχαίων ανατολικών λαών, έχει όμως υπερηφάνεια για το μέγιστο αξίωμα που κατέκτησε ο Δαρείος. Επίσης ο Μέγας Βασιλέας δηλώνει περήφανα την καταγωγή του:

 

«Είμαι ο Δαρείος, ο μέγας βασιλέας, ο βασιλέας των βασιλέων... γιος του Υστάσπη, ένας Αχαιμενίδης, ένας Πέρσης, γιος Πέρση, ένας Άριος με άρια καταγωγή.»

 

(Παρακάτω θα δούμε, γιατί το τονίζει αυτό).

 

Έχει βαθιά πίστη στον θεό:

 

«Μεγάλος είναι ο θεός Ωρομάσδης που δημιούργησε αυτή τη γη, που δημιούργησε τον μακρινό ουρανό, που δημιούργησε την ευτυχία για τον άνθρωπο, που έκανε τον Δαρείο βασιλιά, ένα βασιλιά των πολλών, έναν άρχοντα των πολλών.»

 

(Ο Δαρείος πιστεύει στον Ζωροαστρισμό, μια θρησκεία με ευρεία εξάπλωση στην Περσία).

 

Δεν φαίνεται να κομπάζει, αλλά να χαίρεται που έγινε ηγεμόνας τόσων πολλών και διάφορων λαών, οι οποίοι τήρησαν τους νόμους του και σεβάστηκαν τη θέλησή του:

 

«Υπήρξα ο ηγεμόνας τους. Μου απέδωσαν φόρο υποτέλειας. Έπραξαν ό,τι ειπώθηκε από μένα. Τήρησαν σταθερά τον νόμο μου.»

 

Περηφάνεια νιώθει και για τον λαό του, τους Πέρσες:

 

«Το δόρυ ενός Πέρση έχει προχωρήσει μακριά… ένας Πέρσης έχει δώσει μάχη πραγματικά μακριά από την Περσία».

 

Δεν παραλείπει να τονίσει ότι όλες του οι κατακτήσεις έγιναν, επειδή αυτή ήταν η θέληση του θεού και εύχεται να είναι πάντα υπό την προστασία του αυτός και η οικογένειά του και η χώρα του.

 

Τέλος ζητά από τους υπηκόους του να σεβαστούν τη θέληση του θεού και να μην κάνουν κάποια ανταρσία – θα δούμε πιο κάτω, γιατί το λέει.

 

Ενδιαφέρουσα είναι η παράθεση των λαών που έχει κατακτήσει: είκοσι εννιά διαφορετικοί λαοί. Δεν είναι και λίγοι. Ανάμεσα σ’ αυτούς είναι και οι Yauna, οι Ίωνες της Μικράς Ασίας και οι Έλληνες της Μακεδονίας που και αυτοί συνεκδοχικά ονομάζονται Yauna (μια ακόμα απόδειξη της ελληνικότητας των αρχαίων Μακεδόνων).

 

Ο Δαρείος ο Μέγας υπήρξε διοικητική ιδιοφυία και άφησε σπουδαίο οικοδομικό έργο. Τον θρόνο τον απέκτησε με τη δολοφονία των νόμιμων κληρονόμων, πράγμα που προκάλεσε εκτεταμένες εξεγέρσεις σε όλη την περσική επικράτεια. Τις κατέπνιξε όλες και έτσι εξηγείται, γιατί ζητά από τον λαό του να μη σηκώσει άλλη ανταρσία.

 

Επίσης έπρεπε να αποδείξει ότι είναι κι αυτός βασιλικής καταγωγής, αν και μακρινός συγγενής του θρόνου. Για τον λόγο αυτό τονίζει ότι είναι Αχαιμενίδης, Άριος, Πέρσης, γιος Πέρση.

 

Η κατακτητική του διάθεση τον ώθησε δυτικότερα της Μικράς Ασίας, δηλαδή στον τόπο μας. Μας είναι γνωστοί οι Περσικοί Πόλεμοι που εγκαινίασε ο ίδιος και συνέχισε ο γιος του Ξέρξης και οι οποίοι όλοι απέτυχαν.

 

Ειδικά για τον Δαρείο, τον Μέγα Βασιλέα, εμείς οι Yauna μάθαμε στο σχολείο ότι το 490 πΧ έστειλε τον Πέρση πολεμιστή πραγματικά μακριά από την πατρίδα του, τον έφερε μέχρι τον Μαραθώνα υπό τις διαταγές του Δάτι και του Αρταφέρνη. Και εκεί άφησε τα κοκαλάκια του ο Πέρσης πολεμιστής, ο δε Δαρείος, ο Μέγας Βασιλέας, ηττήθηκε πανηγυρικά.

 


Πηγές:

1)https://www.facebook.com/I.M.O.History89 

International Man of History 

 

2)https://www.britannica.com/biography/Darius-I

 

3)https://www.academia.edu/3500676/%CE%9F%CE%B9_Yaun%C3%A2_takabar%C3%A2_%CE%93%CE%B9%CE%B1%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CE%B1_%CF%84%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%AC%CF%81%CE%B1_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CE%BF%CE%B9_%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B1%CE%AF%CE%BF%CE%B9_%CE%9C%CE%B1%CE%BA%CE%B5%CE%B4%CF%8C%CE%BD%CE%B5%CF%82