ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Αυτό ο Δεβρεντής δεν
μπορούσε να το χωνέψει. Ήταν φανερό ότι ο Περπατέας ζούσε εκεί χάρη στα χρήματα
που είχε κλέψει από την Κλειώ Σαλόνγκα.
Κι έτσι, μια Κυριακή που
δεν είχε τι να κάνει – γενικώς δεν είχε τίποτα να κάνει, από τότε που είχε
αποστρατευτεί – μπήκε στο αυτοκίνητό του και πήγε να συναντήσει τον Ευδαίμονα
Περπατέα στα βόρεια προάστια.
Τον βρήκε στον κήπο του
γηροκομείου να διαβάζει την κυριακάτικη εφημερίδα του καθισμένος σ’ ένα παγκάκι
κάτω από έναν ζεστό ανοιξιάτικο ήλιο μέσα σε ένα περιβάλλον προσεχτικά
ειδυλλιακό.
-Πώς από δω, αστυνόμε;
ρώτησε ο Περπατέας απορημένος αφήνοντας δίπλα του την εφημερίδα.
-Είπα να περάσω να σου πω
μια καλημέρα, είπε ο Δεβρεντής χαμογελαστός. Και δεν είμαι πια αστυνόμος. Είμαι
συνταξιούχος και μπορείς να με λες Χαράλαμπο. Θα με κεράσεις ένα καφέ;
Ο Περπατέας σηκώθηκε από
το παγκάκι.
-Και το συζητάς; Ήσουν
καλός άνθρωπος, Χαράλαμπε, έχω καλές αναμνήσεις από σένα. Πάμε στο σαλόνι να τα
πούμε με την ησυχία μας.
-Και πώς είναι η ζωή
εδώ;, ρώτησε ο Δεβρεντής, όταν βολεύτηκαν σε έναν μαλακό καναπέ.
-Δεν βαριέσαι, γεράσαμε
και τίποτα στη ζωή μας δεν κάναμε, είπε ο Περπατέας παίρνοντας ένα ύφος
φιλοσοφικό.
-Ε, πώς! Τόσα χρόνια
έβγαζες το ψωμί σου τίμια δουλεύοντας στα χωράφια σου.
-Σκληρή ζωή, Χαράλαμπε.
Σακατεύτηκα πριν την ώρα μου.
-Τώρα όμως περνάς βασιλικά,
είπε ο Δεβρεντής κοιτάζοντας γύρω του.
Ένας σερβιτόρος έφερε
τους καφέδες, τους ακούμπησε στο τραπεζάκι και απομακρύνθηκε αθόρυβα.
-Άρχοντας! συνέχισε ο
Δεβρεντής.
-Ναι, ξέρω, σου κάνει
εντύπωση πώς βρέθηκα εγώ εδώ. Ας είναι καλά ο φίλος μου ο Σταυράκης.
-Ποιος είναι αυτός;
-Ο ιδιοκτήτης του
γηροκομείου. Παλιός φίλος. Κάποτε μάλιστα τον είχα σώσει από πνιγμό. Είχαμε
πάει για μπάνιο στη θάλασσα, άγουρα παιδιά ακόμα τότε. Αυτός όμως δεν ήξερε
κολύμπι και παρά λίγο να πνιγεί. Εγώ τον έσωσα.
Ο Δεβρεντής τον κοίταξε
με θαυμασμό:
-Κι αυτός από ευγνωμοσύνη
σού παραχώρησε μετά από μισό αιώνα μια σουίτα στο πολυτελές γηροκομείο του.
-Για την ακρίβεια μετά
από εξήντα χρόνια, είπε ο Περπατέας και το μάτι του έπαιξε λίγο.
Ήπιαν τον καφέ τους
σιωπηλοί, ενώ γύρω τους περιφέρονταν γέροντες, κοπέλες ντυμένες στα λευκά και
νεαροί σερβιτόροι. Κάποιοι στο βάθος έβλεπαν τηλεόραση. Δυο τρεις τρόφιμοι
πέρασαν από μπροστά τους πάνω σε καροτσάκια που τα έσπρωχναν νοσοκόμες.
-Ζωή και κότα, είπε με
νόημα ο Δεβρεντής.
-Ξέρω πού το πας,
απάντησε ο Περπατέας και χαμογέλασε.
Ο Δεβρεντής έσκυψε προς
το μέρος του:
-Κοίτα, τώρα και οι δυο
μας βρισκόμαστε στο τέλος της ζωής μας. Εσύ, ό,τι έκανες το πλήρωσες, πάει,
τελείωσε. Εγώ πάλι είμαι πια ένας συνταξιούχος, έχω μια κόρη που την ταλαιπωρεί
η υγεία της και δεν ξέρω ποιος θα φύγει πρώτος, εκείνη ή εγώ. Μπορούμε λοιπόν
να ανοίξουμε τα χαρτιά μας. Κανείς δεν θα χάσει και κανείς δεν θα κερδίσει.
Αλλά μ’ έχει φάει η περιέργεια. Πού είχες κρύψει τα γαμημένα τα λεφτά;
Ο Περπατέας έμεινε βουβός
σαν άγαλμα.
-Έτσι κι αλλιώς δεν είναι
πια εκεί που τα είχες κρύψει, συνέχισε ο Δεβρεντής. Οπότε δεν υπάρχει λόγος να μην
το λες.
-Το χωριό μου είναι
περικυκλωμένο από δάση, είπε ο Περπατέας. Εκεί και πτώμα να θάψεις, δεν θα το
βρουν ποτέ.
Ο Δεβρεντής τον κοίταξε
αποσβολωμένος:
-Μέσα στο δάσος; Εκεί τα
είχες κρύψει; Και δεν σε έβλεπε κανείς που μπαινόβγαινες εκεί μέσα;
-Δεν μπαινόβγαινα. Εγώ
δούλευα στα χωράφια μου.
-Κατάλαβα. Είχες φτιάξει
δηλαδή στο δάσος κάτι σαν θυρίδα Τράπεζας.
Έμειναν για λίγο
σιωπηλοί.
-Και τώρα ο Σταυράκης σού
παρέχει δωρεάν φιλοξενία σε έναν ακριβό οίκο ευγηρίας, είπε ο Δεβρεντής. Επειδή
πριν εξήντα χρόνια τον έσωσες από πνιγμό.
-Υπάρχει ανθρωπιά στον
κόσμο, είπε ο Περπατέας.
-Υπάρχουν και οι δωρεές.
-Ναι, ασφαλώς. Πολλοί
γέροντες αφήνουν την περιουσία τους στο ίδρυμα. Γίνεται αυτό γενικά σε όλα τα
ιδρύματα πάσης φύσεως.
-Έκανες κι εσύ τη δωρεά
σου στο ευαγές ίδρυμα του Σταυράκη.
Ο Περπατέας έμεινε
σιωπηλός.
Ο Δεβρεντής τον κοίταξε
επίμονα για λίγη ώρα:
-Αν ο Σταυράκης αλλάξει
γνώμη, λέμε τώρα, και σε διώξει από δω, πού θα βρεθείς, Ευδαίμων;
-Στον δρόμο, είπε ψυχρά
αυτός.
Ο Δεβρεντής έσκυψε το
κεφάλι συλλογισμένος. Ύστερα είπε:
-Κρίμα είναι να βρεθεί
ένας γέροντας στον δρόμο.
Σηκώθηκε από τη θέση του:
-Λοιπόν, χάρηκα που τα
είπαμε. Θα σε θυμάμαι, Περπατέα… για όσο ακόμα ζήσω.
-Κι εγώ, αστυνόμε, είπε ο
Περπατέας και σηκώθηκε.
Έδωσαν τα χέρια
χαμογελώντας.
Λίγους μήνες αργότερα ο
Χαράλαμπος Δεβρεντής έλαβε ταχυδρομικά ένα ογκώδες βιβλίο με τον γενικό τίτλο:
«Σύγχρονη Ποιητική Ανθολογία» που περιείχε ποιήματα διακεκριμένων ποιητών της εποχής. Ο
αποστολέας ήταν άγνωστος.
Η Ανθολογία είχε
συμπεριλάβει και τρία ποιήματα της Κλειώς Σαλόνγκα. Ένα από αυτά ήταν
περικυκλωμένο με κόκκινο μελάνι:
«Από
όλους όσους γνώρισα,
μόνο
εσένα αγάπησα
κι
ας μην το υποπτεύθηκες ποτέ.
Μια
μόνο επιθυμία έχω:
Κανένας
να μη μάθει
το
τρυφερό,
το
τρομερό μου μυστικό».
Ένας ανεκπλήρωτος έρωτας,
σκέφτηκε ο Δεβρεντής, αφήνοντας κάτω το βιβλίο. Αυτός που έκανε την Κλειώ
Σαλόνγκα τόσο κακότροπη τελικά. Συμβαίνουν αυτά…
Σηκώθηκε και πήγε να
φτιάξει καφέ.
ΤΕΛΟΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου