2/3/26

5. Ο περίεργος θάνατος της ποιήτριας Κλειώς Σαλόνγκα.

 

  Η ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΕΝΟΣ ΑΠΟΤΥΧΗΜΕΝΟΥ ΔΕΙΠΝΟΥ

 

Ο Ευδαίμων Περπατέας σηκώθηκε όρθιος και έτριψε τη μέση του.

-Συγγνώμη, αλλά με κούρασε να κάθομαι τόση ώρα σε μια τόσο άβολη στάση, είπε με την ιδιότυπη φωνή του.

-Αν προτιμάτε να στέκεστε όρθιος, δεν έχω αντίρρηση.

-Όχι, εντάξει, θα καθίσω, νιώθω καλύτερα τώρα.

 

Πήρε την καρέκλα, τη γύρισε στο πλάι και κάθισε στραβά πάνω της.


-Σας έλεγα λοιπόν, ότι εγώ έχω την ευθύνη που χάλασε εκείνη η βραδιά. Η Κλειώ δεν σταματούσε να πειράζει τους καλεσμένους της με τον δικό της προσβλητικό τρόπο, ενώ οι καλεσμένοι δεν αντιδρούσαμε. Ήμασταν συνηθισμένοι, βλέπετε. Απλά ανταλλάσσαμε βλέμματα  και κάποια βεβιασμένα χαμόγελα κατανόησης του στιλ «είναι μια γριά ξεμωραμένη, δεν δίνουμε σημασία». Πρώτα πρόσβαλε τον ανιψιό της λέγοντάς του ότι θα περιμένει πολλά χρόνια ακόμα, μέχρι να την κληρονομήσει και να ξεκοκαλίσει την περιουσία της. Μετά πρόσβαλε τον ποιητή λέγοντάς του ότι και οι ποιητές εργάζονται και δεν περιμένουν να ζήσουν από το χαρτζιλίκι των γονιών τους. Και έφερε  ως παράδειγμα τον εαυτό της που εργάστηκε επί τριάντα χρόνια ως επιμελήτρια κειμένων στον εκδοτικό οίκο «Σπερχειός». Τέλος πρόσβαλε τον εκδότη της λέγοντάς του ότι, αν δεν ήταν αυτή να τον στηρίζει, η επιχείρησή του θα είχε φαλιρίσει προ πολλού.

-Μα αυτή τον φλέρταρε είπαμε.

 

Ο Περπατέας χαμογέλασε:

-Του το είπε γλυκά γλυκά, καθώς χάιδευε το μούσι του, αλλά ο εκδότης άλλαξε χρώμα. Τον γελοιοποίησε σας λέω!

 

-Εσάς δεν σας πρόσβαλε;

-Με μένα συνέβη το εξής: επειδή το πράγμα πήγαινε από το κακό στο χειρότερο, θέλησα να επέμβω και με την άνεση της φιλίας που μας έδενε εδώ και αρκετά χρόνια, την επέπληξα.

-Κάνατε μια τόσο γενναία πράξη;

-Της είπα: «Κλειώ, το έχεις παρακάνει απόψε, θα μας κάτσει το κότσι στο λαιμό. Ας πούμε κάτι άλλο να ευθυμήσουμε». Και τότε η Κλειώ μού επιτέθηκε.

-Σας χτύπησε;

-Όχι, εννοώ μου επιτέθηκε φραστικά. Με είπε αχάριστο και τεμπέλη και ανάξιο της φιλίας της. Ένιωσα πολύ προσβεβλημένος. Σηκώθηκα από τη θέση μου και ανακοίνωσα ότι αποχωρώ από ένα σπίτι, στο οποίο θεωρούμαι ανεπιθύμητος. Την ίδια στιγμή σηκώθηκαν και οι υπόλοιποι. Η Κλειώ σε έξαλλη κατάσταση μάς έβρισε όλους συλλήβδην. Μας έστειλε στο διάολο και είπε ότι δεν θέλει να μας ξαναδεί στα μάτια της.

-Μα τόσο πια στριμμένη ήταν αυτή η γυναίκα;

 

Ο Περπατέας κούνησε το κεφάλι με κατανόηση:

 

- Τέλος πάντων. Εκείνο το βράδυ φύγαμε όλοι μαζί κατεβαίνοντας βιαστικά τις σκάλες και χωρίς να ανταλλάξουμε λέξη. Μετά εγώ γλίστρησα κι έπεσα στα σκαλοπάτια.

-Δεν σκεφτήκατε να γυρίσετε πίσω και να ζητήσετε βοήθεια από τη Σαλόνγκα;

-Με τίποτα! Εξάλλου είμαι σίγουρος ότι δεν θα μου άνοιγε.

-Πήγατε τουλάχιστον στον γιατρό να σας δει;

-Μπα, δεν είναι κάτι σοβαρό, θα περάσει. Θέλει τον χρόνο του.

 

Ο Δεβρεντής άφησε να περάσουν λίγα δευτερόλεπτα και μετά ρώτησε:

-Γιατί σάς κάλεσε η Κλειώ Σαλόνγκα εκείνο το βράδυ; Υπήρχε κάποιος συγκεκριμένος λόγος, μια επέτειος, ας πούμε, τίποτα γενέθλια, μια αιτία τέλος πάντων;

 

Ο Περπατέας τον κοίταξε αμήχανα:

-Όχι, δεν νομίζω.

-Τέσσερις άγνωστοι μεταξύ τους άνδρες, διαφορετικής ηλικίας , ανύπαντροι και με διαφορετικούς προσανατολισμούς… δεν είναι λίγο περίεργο;

-Το μόνο που μπορώ να υποθέσω, είπε ο Περπατέας, είναι ότι ήθελε να γνωρίσει τον ποιητή στον εκδότη της. Ο ανιψιός της κι εγώ ήμασταν κάπως διακοσμητικοί. Σαν πρόσχημα, ας πούμε.

-Ναι, λογικό ακούγεται. Αλλά μετά σας πρόσβαλε όλους.

-Σας είπα, η Κλειώ ήταν ένας δύσκολος άνθρωπος.

 

-Πολλά περίεργα πράγματα συνέβησαν εκείνο το βράδυ στο δείπνο, είπε ο Χαράλαμπος Δεβρεντής κλείνοντας τα χαρτιά του. Πρώτον, η Κλειώ Σαλόνγκα κάλεσε τέσσερις άγνωστους μεταξύ τους άνδρες για φαγητό, εκ των οποίων κανείς δεν είχε οικογένεια.

-Η Κλειώ ένιωθε αλλεργία με τις οικογένειες, είπε ο Περπατέας. Γι’ αυτό και δεν παντρεύτηκε.

-Είχε όμως έναν ανιψιό.

-Της προέκυψε. Δεν τον είχε δει ποτέ της, μέχρι που πέθανε ο αδελφός της, με τον οποίο είχαν διακόψει τις σχέσεις. Αυτό συνέβη πριν δέκα περίπου χρόνια. Τον συμπάθησε και τον έβλεπε πότε πότε.

-Και τον έκανε και κληρονόμο της.

-Ο ανιψιός της φρόντιζε για την υγεία της. Φυσικό είναι να την κληρονομήσει.

-Δεύτερον, υπήρξε προσβλητική σε όλους σας. Δεν φαίνεται να συμπαθούσε κανέναν σας.

-Την αδικείτε. Η Κλειώ ήταν απλώς πολύ ιδιότροπη.

-Τρίτον, φλέρταρε προκλητικά τον εκδότη της ενώπιον όλων σας και κυρίως ενώπιον του εραστή της.

-Εραστή της; Μα τι λέτε τώρα… εγώ ποτέ…

-Η Κλειώ Σαλόνγκα διατηρούσε ερωτικές σχέσεις με τον Ευγένιο Ταραντάκη.

-Συκοφαντίες! αναφώνησε ο Περπατέας με την τσιριχτή φωνή του, ανήκουστες συκοφαντίες!

-Αντάλλασσε μαζί του μηνύματα στο μέσεντζερ πολύ αποκαλυπτικά. Ο Ταραντάκης ήταν εραστής της. Το ομολόγησε εξάλλου ο ίδιος χθες εδώ, στο γραφείο που καθόμαστε.

 

Ο Ευδαίμων Περπατέας έδειξε να καταρρέει.

 

-Δεν μπορώ να το πιστέψω αυτό, μουρμούρισε καταπτοημένος. Η Κλειώ, αυτή η αγέρωχη ψυχή, να ξεπέσει τόσο…όχι, δεν το δέχομαι!

-Να το δεχτείτε, γιατί είναι αλήθεια.

 

Ο Περπατέας άλλαξε στάση στην καρέκλα κι έμεινε για λίγο σκεφτικός.

 

-Βέβαια, είχε αρχίσει να τα χάνει τελευταία, μουρμούρισε.

-Γιατί το λέτε αυτό;

-Η Κλειώ ήταν πάντα ιδιότροπη, αλλά εδώ και λίγους μήνες είχε γίνει και επιθετική. Και επί πλέον είχε κλειστεί τελείως στον εαυτό της. Δεν ήθελε να δει κανέναν. Η πρόσκληση για δείπνο ήταν, τουλάχιστον για μένα, μια ευχάριστη έκπληξη. Αλλά εκείνη απλώς ετοιμαζόταν να μας επιτεθεί. Ήθελε να μας ταπεινώσει όλους.

-Άρα όλοι είστε ύποπτοι για τη δολοφονία της.

-Δεν θα σκότωνα ποτέ την ευεργέτριά μου, είπε με στόμφο ο Περπατέας.

-Γνωρίζατε ότι η μακαρίτισσα φύλαγε χρήματα στο σπίτι της;

-Όχι, είπε ξερά ο Περπατέας.

 

Ο Δεβρεντής έβγαλε πάλι από το συρτάρι το μαχαίρι τυλιγμένο στη νάιλον σακούλα:

 

-Αναγνωρίζετε αυτό το μαχαίρι;

-Ναι. Με αυτό κόψαμε το κότσι εκείνο το βράδυ.

- Μάλιστα, είπε ο αστυνόμος και σηκώθηκε. Ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο σας, κύριε Περπατέα.

 

Ο Περπατέας κούνησε το κεφάλι και βγήκε κουτσαίνοντας από το γραφείο.


(Συνεχίζεται)



1/3/26

4. Ο περίεργος θάνατος της ποιήτριας Κλειώς Σαλόνγκα


«Η ΚΛΕΙΩ ΗΤΑΝ ΨΥΧΟΥΛΑ»

 

Ο Ευδαίμων Περπατέας ήρθε στο τμήμα κουτσαίνοντας. Ήταν ένας ψηλός άνδρας, αδύνατος, με βαμμένα μαύρα μαλλιά και ευγενική φυσιογνωμία.

 

-Καθίστε, κύριε Περπατέα, μη στέκεστε όρθιος. Βλέπω ότι έχετε κάποιο πρόβλημα.

-Γκρεμίστηκα από τις σκάλες, είπε ο Περπατέας και κάθισε στην καρέκλα παίρνοντας μια περίεργη στάση.

 

Περίεργη ήταν όμως και η φωνή του. Ο Δεβρεντής στύλωσε τα αφτιά του για να καταλάβει καλύτερα.

 

-Ποιες σκάλες; ρώτησε.

-Εκείνο το βράδυ που φύγαμε από το σπίτι της Κλειώς.

-Γιατί δεν πήρατε το ασανσέρ;

-Φύγαμε κακήν κακώς, ήμασταν και εκνευρισμένοι, δεν είχαμε την υπομονή να περιμένουμε το ασανσέρ. Καθώς κατεβαίναμε βιαστικοί, κάπου παραπάτησα και κατρακύλησα στα σκαλοπάτια. Κατάφερα να σηκωθώ, αλλά η ζημιά είχε γίνει. Στράβωσε η μέση μου.

-Δεν βρέθηκε κανείς να σας βοηθήσει;

-Δυστυχώς όχι. Οι άλλοι προπορεύονταν και δεν με πήραν είδηση. Ήμασταν εξάλλου όλοι άνω κάτω με όσα συνέβησαν μέσα στο διαμέρισμα.

-Τι ακριβώς συνέβη μέσα στο διαμέρισμα, κύριε Περπατέα;

-Θα με κεράσετε μια κόκα κόλα; Έχει στεγνώσει το στόμα μου.

-Βεβαίως.

 

Ο αστυνόμος σηκώθηκε και βγήκε έξω για να δώσει την παραγγελία. Κρυπτομοφυλόφιλος, σκέφτηκε, καθώς ανέλυε στο μυαλό του το ηχόχρωμα της φωνής του Περπατέα και τα βαμμένα μαλλιά του. Πρέπει να έχει περάσει δύσκολες ώρες αυτός ο άνθρωπος.

 

-Ας τα πάρουμε από την αρχή, είπε επιστρέφοντας και καθίζοντας στην πολυθρόνα του. Ποια ήταν η σχέση σας με τη θανούσα;

-Ήταν η καλή μου νεράιδα, είπε ο Περπατέας. Επί τρία χρόνια που ήμουν άνεργος μού έδινε κάθε μήνα 300 ευρώ. Χάρη σ’ αυτήν επιβίωσα και δεν βρέθηκα στον δρόμο.

-Τι δουλειά κάνατε;

-Δημοσιογράφος στην εφημερίδα «Ειδήσεις». Όταν έκλεισε η εφημερίδα με την κρίση, βρέθηκα χωρίς δουλειά.

-Είστε ακόμα άνεργος;

-Με προσέλαβαν στο περιοδικό «Εντυπώσεις» για ένα διάστημα, αλλά λόγω περικοπών είμαι πάλι άνεργος εδώ και δυο μήνες.

-Έχετε οικογένεια, κύριε Περπατέα;

-Όχι. Ζω μόνος.

-Πώς γνωριστήκατε με την Κλειώ Σαλόνγκα;

-Της είχα πάρει μια συνέντευξη πριν χρόνια. Μετά κατά καιρούς συναντιόμασταν σε κάποιες εκδηλώσεις. Τότε ακόμα η Κλειώ δεν είχε κλειστεί στον εαυτό της. Όταν έμαθε ότι έμεινα άνεργος, με κάλεσε στο σπίτι της και μου είπε ότι θα με βοηθά οικονομικά, μέχρι να ξαναβρώ δουλειά.

-Ήταν τόσο καλός άνθρωπος η μακαρίτισσα;

-Ήταν ψυχούλα η Κλειώ. Αλλά είχε και τις ιδιοτροπίες της. Και ποιος δεν έχει δηλαδή…

 

Η συζήτηση διακόπηκε, καθώς ένας αστυφύλακας έφερε την κόκα κόλα και την ακούμπησε στο γραφείο.

 

-Πιείτε την κόκα κόλα σας, κύριε Περπατέα και συνεχίζουμε μετά.

-Ευχαριστώ πολύ.

 

Ο Ευδαίμων Περπατέας ήπιε μονορούφι το αναψυκτικό.

-Διψούσα πολύ, απολογήθηκε μετά.

-Συνεχίζουμε λοιπόν. Στον υπολογιστή της Σαλόνγκα είδαμε ότι ανταλλάσσατε τακτικά μηνύματα για πράγματα εντελώς καθημερινά.

-Ναι, από τότε που παραξένεψε πολύ, εδώ και λίγα χρόνια, δεν ήθελε να βγαίνει από το σπίτι της ούτε και καλούσε κανέναν. Είχε και κάποιες δυσκολίες στο περπάτημα, μεγάλη γυναίκα, βλέπετε... Ακόμα και στο τηλέφωνο ήταν λακωνική, δεν ήθελε πολλά πολλά. Της άρεσε όμως να επικοινωνεί με μηνύματα στο μέσεντζερ.

-Τα μηνύματα που ανταλλάσσατε μεταξύ σας ήταν πολύ πρακτικής φύσεως, όπως είδαμε.

-Ναι, όπως το λέτε. Είχα υποχρέωση απέναντί της. Αφού δυσκολευόταν να περπατήσει, ανέλαβα τις εξωτερικές δουλειές της.

-Και ο ανιψιός της; Δεν ενδιαφερόταν γι’ αυτήν;

-Πώς, πώς…Αλλά έμενε στο Μαρούσι, είχε το οδοντιατρείο του, δεν μπορούσε να κατεβαίνει κάθε μέρα να τη βλέπει. Την πήγαινε όμως στους γιατρούς, όταν χρειαζόταν, φρόντιζε για τα φάρμακά της, ήταν πολύ τυπικός σ’ αυτά τα θέματα.

-Μάλιστα, είπε ο Δεβρεντής παίζοντας το στιλό του. Κι εσείς κάνατε τις καθημερινές δουλειές της.

-Της είχα μεγάλη υποχρέωση.

-Και δεν ανησυχήσατε που χάθηκε μια ολόκληρη εβδομάδα;

-Όχι. Προφανώς δεν με χρειαζόταν. Δεν ήμουν κάθε μέρα στο σπίτι της.

 

Ο Δεβρεντής ξεφύλλισε τον φάκελο που είχε μπροστά του. Έριξε μια ματιά κάπου κι έπειτα σήκωσε το κεφάλι:

 

-Ήταν όντως μεγάλη ποιήτρια η Κλειώ Σαλόνγκα, όπως λένε; ρώτησε.

-Ήταν σπουδαία! Νομίζω η καλύτερη της γενιάς της.

-Αλλά ήταν και τσιγκούνα. Πώς και σας έδινε κάθε μήνα 300 ευρώ;

-Σε αντάλλαγμα έκανα όλες τις εξωτερικές δουλειές της. Και δεν ήταν τσιγκούνα, οικονόμα ήταν.

 

Ο Χαράλαμπος Δεβρεντής έκανε μια παύση και συμβουλεύτηκε ξανά τα χαρτιά του.

 

- Πόσων ετών είστε, κύριε Περπατέα;

-Πενήντα έξι.

-Μάλιστα, αρκετά μικρότερος κι εσείς από τη μακαρίτισσα.

-Έχει κάποια σημασία αυτό;

-Από ό,τι καταλαβαίνω τώρα, όχι, δεν έχει καμιά σημασία.

-Τι εννοείτε;

-Τίποτα, κάτι δικές μου σκέψεις κάνω, είπε ο αστυνόμος παρατηρώντας τον Περπατέα. Ας έλθουμε τώρα στο περίφημο δείπνο της Πέμπτης. Τα πράγματα δεν πήγαν καθόλου καλά εκείνο το βράδυ. Συμφωνείτε;

-Συμφωνώ. Και η αιτία ήμουν εγώ.

-Εσείς;

-Μάλιστα εγώ.

-Για εξηγήστε μου καλύτερα.

-Ήμασταν στο τραπέζι τέσσερις άγνωστοι μεταξύ μας άνδρες και ήταν φυσικό να υπάρχει στην αρχή κάποια αμηχανία. Γνωρίζαμε βέβαια ο ένας την ύπαρξη των άλλων από τις διηγήσεις της Κλειώς, αλλά ποτέ δεν είχαμε βρεθεί από κοντά. Προσωπικά δεν συμπάθησα κανέναν. Ο εκδότης έδειχνε προσποιητά εύθυμος, αλλά εγώ ήξερα από την Κλειώ ότι την εκμεταλλευόταν και της έδινε ψίχουλα από τα δικαιώματά της στις πωλήσεις των βιβλίων της. Ο ανιψιός της αντίθετα ήταν σιωπηλός, αλλά η Κλειώ μού τον είχε περιγράψει ως νυφίτσα που αδημονεί να τη δει στο φέρετρο  για να την κληρονομήσει. Ο δε ποιητής είχε ένα ενοχλητικό υπεροπτικό ύφος, αν και μετά που έπιασε κουβέντα με τον εκδότη, άλλαξε στάση, έγινε πιο φυσιολογικός.

-Από τον ποιητή δεν είχε παράπονα η Κλειώ;

-Πώς, βεβαίως. Τον έλεγε κολλιτσίδα που δεν την άφηνε στην ησυχία της. Με στόχο εννοείται να τον προωθήσει στους κύκλους των διανοουμένων.

-Γνωρίζετε κάτι για την ερωτική της ζωή;

 

Ο Ευδαίμων Περπατέας κοίταξε τον αστυνόμο εμβρόντητος:

-Ερωτική ζωή στην ηλικία της;

-Εξετάζουμε όλα τα ενδεχόμενα. Από όσο ξέρω, φλέρταρε με τον εκδότη της πολύ φανερά εκείνο το βράδυ.

-Τον γελοιοποιούσε, κύριε αστυνόμε. Ήθελε να τον φέρει σε αμηχανία. Και τα κατάφερε. Και σ’ αυτό το σημείο αντέδρασα εγώ και γι’ αυτό φέρω μεγάλη ευθύνη.

-Τι κάνατε δηλαδή;


(Συνεχίζεται)



28/2/26

3. Ο περίεργος θάνατος της ποιήτριας Κλειώς Σαλόνγκα

 

ΤΙ ΛΕΕΙ Ο ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΤΑΡΑΝΤΑΚΗΣ

 

Ο τρίτος μάρτυρας που κλήθηκε να καταθέσει ήταν ο νεαρός ποιητής Ευγένιος Ταραντάκης. Προσήλθε στο αστυνομικό τμήμα με τη συνήθη αμφίεση των νεαρών, δηλαδή με ένα ξεσκισμένο τζιν παντελόνι, μια μαύρη μπλούζα και με μπόλικα σκουλαρίκια στα αυτιά και στη μύτη του. Τη μακριά χαίτη του την είχε μαζέψει σε αλογοουρά με ένα λαστιχάκι.

 

Κάθισε με προσποιητή βαρεμάρα απέναντι στον αστυνόμο Χαράλαμπο Δεβρεντή και έμεινε σιωπηλός.

 

-Ποια ήταν σχέση σας με την Κλειώ Σαλόνγκα, κύριε Ταραντάκη; ρώτησε ο αστυνόμος.

-Ήμασταν φίλοι, απάντησε ο νεαρός.

-Πόσων ετών είστε;

-Είκοσι πέντε.

-Και ήσασταν φίλοι με μια γυναίκα εβδομήντα τριών χρονών;

-Ναι.

-Πώς γνωριστήκατε;

-Μέσω φέις μπουκ. Της έκανα αίτημα φιλίας και το αποδέχθηκε.

-Ανταλλάσσατε μηνύματα;

-Ναι.

-Και τι λέγατε;

-Κυρίως μιλούσαμε για ποίηση.

-Τη θαυμάζατε για την ποίησή της;

-Εντάξει, έχει γράψει μερικά πολύ ωραία ποιήματα, αλλά τα περισσότερα τα βρίσκω μέτρια.

-Στα μηνύματά σας στο φέις μπουκ άλλα λέτε.

 

Ο Ευγένιος Ταραντάκης έμεινε σιωπηλός.

 

-Έχουμε κάνει φύλλο και φτερό τον υπολογιστή της, όπως καταλαβαίνετε. Εκεί είδαμε ότι ο θαυμασμός σας για την Κλειώ Σαλόνγκα δεν έχει όρια. Αν θέλετε να το πω αλλιώς, τη γλείφατε ξεδιάντροπα.

 

Ο νεαρός έδειξε ενοχλημένος:

-Τι θέλατε να της πω; Ότι την αμφισβητώ; Δεν τα λένε αυτά σε αναγνωρισμένους ποιητές.

-Ειδικά μάλιστα δεν τα λέει αυτά ένας άσημος ποιητής όπως εσείς. Τι ακριβώς θέλατε από την Κλειώ Σαλόνγκα;

-Η φιλία της θα με βοηθούσε να προωθήσω τη δουλειά μου. Και δεν το βρίσκω αυτό ανήθικο. Όλοι το ίδιο κάνουν, είπε προκλητικά ο Ευγένιος Ταραντάκης.

 

Ο Χαράλαμπος Δεβρεντής τον κάρφωσε με τα μάτια του.

-Εν πάση περιπτώσει δεν είναι παράνομο, είπε μετά συγκαταβατικά. Στα μηνύματα που της στέλνατε καθημερινά η Κλειώ Σαλόνγκα απαντούσε πολύ κολακευμένη, όπως είδαμε.

-Το έχουν αυτό οι καλλιτέχνες. Ακόμα και οι καταξιωμένοι. Τρελαίνονται για κολακείες. Δεν είναι κακό!

-Είναι αφελές όμως... Τέλος πάντων, δεν είναι αυτό το θέμα μας. Τελικά ζητήσατε να τη γνωρίσετε από κοντά κι εκείνη δέχτηκε.

-Ναι. Με κάλεσε στο σπίτι της ένα απόγευμα.

-Κι από τότε σας καλούσε όλο και πιο συχνά.

-Γίναμε φίλοι, όπως σας είπα.

 

Ο αστυνόμος χαμογέλασε χαιρέκακα:

-Γίνατε εραστές, κύριε Ταραντάκη. Συγκεκριμένα γίνατε εραστές στις 11 Ιανουαρίου, εδώ και πέντε μήνες. Στις 12 Ιανουαρίου η Κλειώ Σαλόνγκα σάς έστειλε μήνυμα και σας έλεγε πως η νύχτα που περάσατε μαζί ήταν υπέροχη και ότι είναι ερωτευμένη μαζί σας. Τόσο πολύ θέλατε να προωθήσει το έργο σας;

 

Ο Ευγένιος Ταραντάκης έμεινε βουβός.

 

-Τελικά το προώθησε;

 

Καμιά απάντηση.

 

Ο αστυνόμος έβγαλε για άλλη μια φορά το μαχαίρι από το συρτάρι:

-Αναγνωρίζετε αυτό το μαχαίρι μήπως;

 

Ο ποιητής το κοίταξε προσεχτικά:

-Μοιάζει με αυτό που κόψαμε το κότσι εκείνο το βράδυ.

-Αυτό είναι. Και με αυτό επίσης ο δολοφόνος έσφαξε την ηλικιωμένη ερωμένη σας. Έχει πάνω του και τα δαχτυλικά σας αποτυπώματα.

 

Ο Ευγένιος Ταραντάκης έπαψε ξαφνικά να δείχνει απαθής.

-Δεν δολοφόνησα εγώ την Κλειώ! Φώναξε.

-Ησυχάστε, δεν είπα κάτι τέτοιο. Εξάλλου εδώ είναι και τα δαχτυλικά αποτυπώματα όλων των υπολοίπων. Υποπτεύεστε μήπως κάποιον από αυτούς;

-Τον ανιψιό της. Αυτός θα την κληρονομήσει τώρα.

-Μια και όπως ξέρω, φύγατε όλοι μαζί εκείνο το βράδυ, εσείς υποθέτετε ότι ο ανιψιός της ξαναγύρισε στο διαμέρισμα και τη δολοφόνησε;

 

Ο Ταραντάκης σήκωσε τους ώμους:

-Μπορεί να πήγε εκεί την άλλη μέρα.

-Λίγο απίθανο, γιατί βρήκαμε το τραπέζι του δείπνου, όπως το αφήσατε: τα πιάτα  και τα ποτήρια σας ήταν εκεί μαζί με τα αποφάγια από το κότσι. Ο φόνος πρέπει να έγινε το ίδιο εκείνο βράδυ. Ας είναι… Τι ώρα φύγατε από το σπίτι της;

-Δεν ξέρω, δεν θυμάμαι, είπε ο νεαρός και στριφογύρισε στην καρέκλα του.

-Φύγατε πρώτος ή τελευταίος;

-Φύγαμε όλοι μαζί.

-Χωράγατε και οι τέσσερις στο ασανσέρ;

-Κατεβήκαμε από τις σκάλες.

-Για ποιο λόγο;

-Δεν είχαμε την υπομονή να περιμένουμε. Υπήρξε μια παρεξήγηση και φύγαμε εκνευρισμένοι.

-Τι παρεξήγηση;

-Δεν θυμάμαι καλά. Είχα πιει πολύ και ήμουν ζαλισμένος. Νομίζω ότι αρπάχτηκε η Κλειώ με τον Περπατέα.

-Τον δημοσιογράφο;

-Ναι, αυτόν.

-Και για ποιο λόγο αρπάχτηκαν;

-Δεν θυμάμαι, σας λέω, ήμουν ζαλισμένος.

-Είναι αλήθεια ότι η Κλειώ Σαλόνγκα φλέρταρε προκλητικά εκείνο το βράδυ τον Σπύρο Κεντιρέ;

-Τον εκδότη; Μπα, δεν πρόσεξα κάτι τέτοιο.

-Μήπως σας ενόχλησε αυτό το φλερτ; Μήπως φύγατε με τους άλλους και αργότερα ξαναγυρίσατε στο διαμέρισμά της για να ζητήσετε εξηγήσεις;

-Μα τι λέτε; Αντίζηλός μου ο εκδότης για τα μάτια μιας γριάς;

-Μιας γριάς κότας που κάνει χρυσά αβγά εννοείτε.

-Κανένα χρυσό αβγό δεν μου έδωσε αυτή η γριά κότα. Μόνο υποσχέσεις.

-Ένας λόγος παραπάνω να είστε εξοργισμένος.

 

Στο σημείο αυτό ο Ευγένιος Ταραντάκης έσπρωξε πίσω την καρέκλα του και σηκώθηκε.

 

-Δεν το ανέχομαι αυτό! Με κατηγορείτε χωρίς αποδείξεις! Ναι, ήμουν θυμωμένος μαζί της, ήταν μια ανυπόφορη γριά… και πού να τη βλέπατε χωρίς μασέλες και χωρίς περούκα! Μια αηδία ήταν! Αλλά ποτέ δεν διανοήθηκα να της κάνω κακό. Ποιητής είμαι, κύριε, δεν είμαι δολοφόνος!

-Ησυχάστε, κανείς δεν σας είπε δολοφόνο. Μια ερώτηση ακόμα, πριν φύγετε, κύριε Ταραντάκη: γνωρίζετε ότι η Κλειώ Σαλόνγκα είχε πολλά χρήματα;

-Ναι. Δεν έχανε ευκαιρία να το λέει.

-Γνωρίζετε πού τα είχε;

-Στην Τράπεζα υποθέτω.

-Ευχαριστώ για τον κόπο σας. Θα τα ξαναπούμε εξάλλου.

 

Ο Ευγένιος Ταραντάκης έκανε μια απότομη στροφή και βγήκε από το γραφείο, χωρίς να πει ούτε αντίο. Έδειχνε πολύ θυμωμένος.

 

Θυμωμένος γιατί άραγε; αναρωτήθηκε ο Χαράλαμπος Δεβρεντής. Επειδή αποκαλύφθηκε ο καιροσκοπισμός και η εκπόρνευσή του ή επειδή ήταν αυτός που μαχαίρωσε και λήστεψε την ηλικιωμένη ερωμένη του; Και μήπως ανησύχησε ότι θα έχανε τη εύνοιά της, καθώς η πλούσια ερωμένη του φλέρταρε προκλητικά μπροστά του τον εκδότη της;

 

Καιρός να εξετάσουμε και τον τελευταίο μάρτυρα, σκέφτηκε ο Χαράλαμπος Δεβρεντής, να δούμε τι θα μας πει κι αυτός.


(Συνεχίζεται)



 

27/2/26

2. Ο περίεργος θάνατος της ποιήτριας Κλειώς Σαλόνγκα

 ΝΕΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΠΥΡΟ ΚΕΝΤΙΡΕ

--------------------------------------------------------

 

Ο επόμενος μάρτυρας που έφερε για εξέταση ο Χαράλαμπος Δεβρεντής ήταν ο εκδότης Σπύρος Κεντιρές. Κάθισαν ο ένας απέναντι στον άλλον και κοιτάχτηκαν για λίγο σιωπηλοί.

 

-Μιλήστε μου για εκείνη τη βραδιά του δείπνου, είπε ήσυχα ο Χαράλαμπος Δεβρεντής.

-Ευχαρίστως. Θα σας πω ό,τι θέλετε, είπε ο Σπύρος Κεντιρές και σταύρωσε τα πόδια του.

-Ήταν μια ευχάριστη βραδιά;

-Χμ… και ναι και όχι.

-Υπήρξε ευθυμία στο τραπέζι;

 

Ο εκδότης χάιδεψε αμήχανα το μούσι του:

-Με την Κλειώ Σαλόνγκα δεν υπήρχε περίπτωση να νιώσει κανείς ευθυμία, είπε.

-Γιατί το λέτε αυτό;

 

Ο Σπύρος Κεντιρές χαμήλωσε τη φωνή του κατά δύο τόνους και είπε κάπως συνωμοτικά:

-Όλοι ξέρουν ότι η Κλειώ ήταν ένας πολύ ιδιότροπος άνθρωπος. Δεν γελούσε ποτέ και ήθελε πάντα να επιβάλλεται στους άλλους. Γι’ αυτό εξάλλου είχε ελάχιστους φίλους.

-Μεταξύ αυτών και εσάς.

-Την ανεχόμουν. Ήταν βλέπετε σπουδαία ποιήτρια και όποτε εξέδιδε νέα ποιητική συλλογή, γινόταν ανάρπαστη. Εκτός από την καλή φήμη που είχαν αποκτήσει οι εκδόσεις μου, είχα και οικονομικό όφελος. Όπως ίσως ξέρετε, σήμερα οι εκδότες περνούν δύσκολες μέρες. Ελάχιστοι διαβάζουν βιβλία.

-Δεν είναι λίγο περίεργο που μια σημαντική ποιήτρια προτιμούσε εσάς αντί για τους μεγάλους εκδοτικούς οίκους;

-Σας είπα, ήταν ιδιότροπος άνθρωπος. Είχε τσακωθεί με όλους τους εκδότες.

-Ας επανέλθουμε στη βραδιά του δείπνου. Κύλησε ομαλά ή μήπως υπήρξε καμιά φιλονικία;

 

Ο Κεντιρές έβγαλε από την τσέπη του ένα πακέτο τσιγάρα.

-Μπορώ να καπνίσω;

-Κανονικά απαγορεύεται, αλλά, εντάξει, καπνίστε το τσιγάρο σας.

-Ευχαριστώ.

 

Πήρε ένα τσιγάρο από το πακέτο, το άναψε και τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά, ενώ ο αστυνόμος έβγαλε από το συρτάρι του γραφείου του ένα σταχτοδοχείο και το έσπρωξε προς το μέρος του.

 

-Η Κλειώ Σαλόνγκα με φλέρταρε ασύστολα εκείνο το βράδυ, είπε μετά ο Κεντιρές. Ενώπιον όλων. Ένιωσα πολύ άσχημα.

 

Ο Χαράλαμπος Δεβρεντής σήκωσε τα φρύδια με απορία:

-Πόσων ετών είστε, κύριε Κεντιρέ;

-Σαράντα οχτώ.

-Και λέτε ότι σας φλέρταρε μια ηλικιωμένη γυναίκα εβδομήντα τριών ετών;

-Μάλιστα, όπως σας το λέω. Ρωτήστε και τους άλλους που ήταν παρόντες, θα σας το επιβεβαιώσουν.

 

Σταμάτησε για λίγο και μετά πρόσθεσε:

-Και δεν ήταν η πρώτη φορά. Πάντα, όποτε βρισκόμασταν, έκανε αυτή τη δουλειά. Με έφερνε σε πολύ δύσκολη θέση. Αναγκάστηκα στο τέλος να της πω ότι είχα μια σοβαρή σχέση, αλλά εκείνη δεν φάνηκε να καταλαβαίνει.

-Δεν είστε παντρεμένος;

-Όχι.

-Και έχετε όντως μια σοβαρή σχέση;

 

Ο Σπύρος Κεντιρές έκανε μια αόριστη χειρονομία:

-Έτσι το είπα, μήπως την ξεφορτωθώ. Καταλαβαίνετε σε πόσο δύσκολη θέση βρισκόμουν.

-Πώς, βέβαια. Από την άλλη, δεν θέλατε να χάσετε την κότα με τα χρυσά αβγά.

-Όπως το λέτε.

 

Μεσολάβησε μια σύντομη σιωπή. Μετά ο αστυνόμος άνοιξε πάλι το συρτάρι του γραφείου του και έβγαλε το μαχαίρι μέσα στη νάιλον σακούλα.

 

-Το αναγνωρίζετε αυτό;

 

Ο Σπύρος Κεντιρές το παρατήρησε επίμονα:

-Νομίζω ότι είναι το μαχαίρι που κόψαμε το κρέας εκείνο το βράδυ, είπε μετά.

-Αυτό είναι. Υποπτεύεστε μήπως κάποιον;

 

Ο Κεντιρές τον κοίταξε αμήχανα:

-Τι εννοείτε;

-Αν υποπτεύεστε κάποιον από τους συνδαιτημόνες σας εκείνο το βράδυ. Μήπως κάποιος από τους άλλους τρεις τη δολοφόνησε.

-Α πα πα! Έκανε ο Κεντιρές φανερά αναστατωμένος. Μη με βάζετε σε τέτοια διλήμματα. Δεν θέλω τέτοια μπλεξίματα, κύριε αστυνόμε!

-Μάλιστα, είπε ο Δεβρεντής. Και μια τελευταία ερώτηση, κύριε Κεντιρέ: Ποιος έφυγε τελευταίος από το διαμέρισμα της Κλειώς Σαλόνγκα μετά το δείπνο;

-Φύγαμε όλοι μαζί.

-Ποιος σηκώθηκε πρώτος;

-Ο Περπατέας ο δημοσιογράφος. Είχε αγανακτήσει ο άνθρωπος με τη συμπεριφορά της. Μόλις σηκώθηκε αυτός, σηκωθήκαμε και οι υπόλοιποι.

-Είναι φανερό ότι κανείς σας δεν πέρασε καλά εκείνο το βράδυ.

-Εκτός από την ίδια την Κλειώ που φάνηκε να το διασκεδάζει. Βέβαια μας έστειλε στο διάολο, όταν φεύγαμε, αλλά μάλλον το διασκέδαζε και τότε.

-Καλώς. Θα τα ξαναπούμε, κύριε Κεντιρέ.

-Όποτε θέλετε, είπε ο εκδότης, έσβησε το τσιγάρο του στο σταχτοδοχείο και έκανε μια μικρή υπόκλιση στον αστυνόμο.

Ύστερα έφυγε βιαστικά, λες και τον κυνηγούσαν.