20/3/26

Βόλτα στη γειτονιά μου

 



 

Βγαίνω για βόλτα τα απογεύματα στη γειτονιά μου και παρατηρώ τον κόσμο που πάει κι έρχεται, ψωνίζει, συζητά, χαζεύει.

 

Είναι ένας κόσμος ήμερος, ευγενικός, αν χρειαστεί, αδιάφορος, αν δεν χρειαστεί, αλλά πάντως ήμερος.

 

Χθες, ας πούμε, ήταν τα χέρια μου φορτωμένα και μου ήταν κάπως δύσκολο να ανοίξω τη χοντρή, γυάλινη πόρτα του καφέ. Απέξω μια κοπέλα μιλούσε στο κινητό της. Με είδε που στεκόμουν με αμηχανία, καθώς μεταξύ άλλων κρατούσα και ένα ποτήρι ξέχειλο από φρέντο καπουτσίνο χωρίς καπάκι – δεν θέλω καπάκι, θέλω να βλέπω τον καφέ που πίνω – με είδε λοιπόν η κοπέλα και έσπευσε να μου ανοίξει χαμογελαστή την πόρτα διακόπτοντας τη συνομιλία της στο κινητό.

 

Δεν ήταν τίποτα σπουδαίο αυτό, αλλά κάτι έδειχνε. Μου έχουν συμβεί και άλλα παρόμοια, πού να τα θυμάμαι τώρα όλα, που ο κόσμος αυθόρμητα κάνει μια ευγενική, πολιτισμένη χειρονομία σε αγνώστους ανθρώπους.

 

Βγαίνω έξω, περπατώ και ηρεμεί η ψυχή μου. Πίνω τον καφέ μου στα διάφορα καφέ για καπνιστές και με εξυπηρετούν κάτι χαριτωμένες κοπέλες, κάτι ευγενικοί νεαροί, η Τζέσικα, η Ιωάννα, η Σοφία, ο Παναγιώτης. Οι άλλοι πελάτες συζητούν ήσυχα, κανείς δεν ενοχλεί κανέναν, ούτε ακούς δυνατές φωνές, γέλια και τσιρίδες.

 

Ύστερα γυρίζω σπίτι μου, ανοίγω τον υπολογιστή μου και μπαίνω ξαφνικά σε έναν αλλόκοτο κόσμο, φωνακλάδικο, υπεροπτικό, φανατισμένο, θυμωμένο ή χαζό που λέει και ξαναλέει βαρετές κοινοτοπίες ή – και το χειρότερο – βρίζει χυδαία.

 

 Μπαίνω εδώ μέσα και αγριεύομαι. Μα πού κυκλοφορεί όλος αυτός ο οργισμένος, χύδην όχλος, όπου ο ένας βρίζει τον άλλον με τους χειρότερους χαρακτηρισμούς;

 

Η γειτονιά μου είναι μεσο-μκροαστική και έχει και αρκετούς, όχι πολλούς, αλλοδαπούς, κυρίως Αλβανούς. Θα περίμενε κανείς να δει στον δρόμο κάποιους να φιλονικούν ή να φωνάζουν θυμωμένοι για κάτι που τους ενόχλησε.

 

Κι όμως τίποτα. Όλα είναι ήσυχα και καθημερινά και απλά. Μπαίνεις στα μαγαζιά να ψωνίσεις και σε υποδέχονται με χαμόγελο και οικειότητα. Βέβαια είσαι πελάτης, θα αφήσεις λεφτά. Όμως όλοι μας έχουμε βρεθεί κάποιες φορές απέναντι σε πωλητές μουτρωμένους ή βαριεστημένους ή και σνομπ  ( να δεις σνομπ γκαρσόνια, να ανοίξει η ψυχή σου! 😊 ), πωλήτριες ή ιδιοκτήτριες αγέλαστες, λες και σου κάνουν τη χάρη και άλλα παρόμοια.

 

Τίποτε από αυτά δεν συμβαίνει στη γειτονιά μου. Και οι αλλοδαποί ευγενέστατοι και διακριτικοί.

 

Πού ζουν αυτοί όλοι που στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης εξεμούν τόση χυδαιολογία; Πού βρίσκονται αυτοί οι έφηβοι που αλληλομαχαιρώνονται; Εδώ οι νεαροί είναι μια χαρά παιδιά, περνούν από μπροστά σου, τα  βλέπεις και τα  καμαρώνεις.

 

Περπατώ στους δρόμους της γειτονιάς μου ήσυχη και αμέριμνη.

 

Έχω βέβαια και τον νου μου.

Γιατί ποτέ δεν ξέρεις…

 

*

Σε αντίθεση με τα Εξάρχεια, την Κυψέλη και την Πανόρμου που βρίσκονται παραδίπλα, εδώ δεν έχει μπαρ, καφέ ή εστιατόρια που να έχουν γίνει στέκια της πόλης, δεν έχει τουρίστες. Τι έχει; Μία δική του ταυτότητα. Βρίσκεται στο κέντρο της Αθήνας ενώ ταυτόχρονα διατηρεί τα στοιχεία της γειτονιάς και αυτή είναι η κύρια αντίθεση που το χαρακτηρίζει. (Απόσπασμα από άρθρο που βρήκα σχετικά με τη γειτονιά μου).



19/3/26

Ανόητοι ποιητές

 

Ανόητοι ποιητές,


τι είναι αυτά


τα γλυκερά


που ψάλλετε


και κλαίγεστε


για την καλή σας,


ενώ εκείνη τρώει ψάρια


στην ψαραγορά,


χορεύει τσιφτετέλι


και χασκογελά.


Ακόμα

  

Κι όταν


για λίγες στιγμές


περάσεις από δω


να μάθεις τα νεότερα,


 

προλαβαίνω,


νομίζω,


να σου πω


στα γρήγορα


ότι ακόμα σ' αγαπώ.



18/3/26

Δεν γονάτισα

 

Σε ένα μήνα περίπου κλείνω 78 χρόνια ζωής. 


Το γράφω και δεν το πιστεύω. Ούτε κι αυτοί που με βλέπουν το πιστεύουν. Δείχνω πολύ νεότερη, ας είναι καλά τα γονίδια του μπαμπά.

 

Και νιώθω και πολύ νεότερη. Μερικές φορές νιώθω πάρα πολύ νεότερη κι αυτό δεν είναι καλό, γιατί κάνω ανοησίες, λες και είμαι κοπελούδα. Ας είναι.

 

Το παρελθόν μου το βλέπω πια με αδιαφορία. Παλιότερα το έβλεπα με θλίψη. Βλέπετε η Ζωή μού έπαιξε περίεργα παιχνίδια. Μου χάρισε ταλέντα και μου χάρισε επίσης και μια ανικανότητα να τα χρησιμοποιήσω. Με προόριζε για όμορφη γυναίκα και μετά μου έριξε μια κατάρα και ασχήμυνα. Με έφτιαξε ζωηρή και δυναμική και μετά μου φόρτωσε στην πλάτη κάτι βαριές σιδερένιες πλάκες και ίσα που μπορούσα να περπατήσω.

 

Με κάτι τέτοιες αντιφάσεις και ιδίως με τόσο βαριές σιδερένιες πλάκες στην πλάτη περίμενε η αγαπητή Ζωή ότι θα γονάτιζα στο τέλος. Η αλήθεια είναι ότι αρκετές φορές παραπατούσα με τόσο βάρος που σήκωνα, αλλά – και εδώ γελώ χαιρέκακα – δεν γονάτισα ποτέ, δεν της έκανα τη χάρη.

 

Στάθηκα όρθια όλα μου τα χρόνια κι αυτό το κατάφερα, γιατί δεν είπα ποτέ όχι στον εαυτό μου. Ό,τι ήθελε του το έδινα. Διψούσε, του έδινα άφθονο, δροσερό νερό. Πεινούσε, τον τάιζα με ωραία  φαγητά. Ήθελε τρέλες, του τις έδινα χωρίς δισταγμό.

 

Με άλλα λόγια, έκανα ό,τι επιθυμούσα. Συμβουλές των άλλων δεν άκουσα ποτέ. Ό,τι ήθελα και έφτανε το χέρι μου το έπαιρνα. Έδωσα – και ακόμα δίνω – στον εαυτό μου ό,τι θέλει. Κι έτσι άντεξα και δεν γονάτισα.

 

Αυτό είναι το μεγαλύτερο κατόρθωμά μου.

Δεν γονάτισα, όταν όλα ήταν (και είναι) εναντίον μου. Μπορεί να μην κατάφερα να φτάσω εκεί που άξιζε να φτάσω, όμως στάθηκα όρθια.

 

Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο περήφανη και ικανοποιημένη νιώθω, όταν το σκέφτομαι.