15/7/26

Θέατρο

 




 

Πριν αρκετά χρόνια παρακολούθησα στην τηλεόραση την ταινία του Λουί Μαλ «Ο θείος Βάνιας στο Μπροντγουέι», όπου οι ηθοποιοί έκαναν πρόβες του έργου που επρόκειτο να ανεβάσουν και παράλληλα βλέπαμε και τις σχέσεις μεταξύ τους.

 

Δεν θυμάμαι τίποτα από την ταινία αυτή, θυμάμαι ωστόσο ότι έμεινα ενεή, όταν έβλεπα τους ηθοποιούς να παίζουν τον ρόλο τους στις πρόβες του έργου.

 

Ενεή, άναυδη, άφωνη.


Ειλικρινά δεν μπορώ να μεταφέρω εδώ την αίσθηση που είχα παρακολουθώντας αυτήν την ταινία που αναπαριστούσε τις πρόβες των ηθοποιών ενός θεατρικού έργου. Ήταν σαν να καθόμουν στη σάλα του θεάτρου και έβλεπα ζωντανά και με το ανάλογο δέος το έργο.

 

Ώστε αυτό είναι το πραγματικό θέατρο, σκέφτηκα, δεν είναι αυτό που βλέπουμε εμείς εδώ στην Ελλάδα. Όσο καλοί κι αν είναι οι ηθοποιοί μας εδώ, δεν μπορούν να πλησιάσουν την ερμηνεία των ηθοποιών που έπαιζαν τον ρόλο του ηθοποιού στο έργο του Τσέχωφ μέσα στην ταινία του Λουί Μαλ.

 

Όχι ότι τους λείπει το ταλέντο. Φοβάμαι ότι στις σχολές που διδάσκονται την υποκριτική τούς μαθαίνουν κανόνες ηθοποιίας που είναι δεύτερης κατηγορίας.


Αργότερα, σε πια παρουσίαση ποιητικής συλλογής μου, μια νεαρή ηθοποιός  προσφέρθηκε να απαγγείλει κάποιους στίχους μου. Ήρθε μάλιστα σπίτι μου και κάναμε μια πρόβα. Πάγωσα από την κρύα, απρόσωπη απαγγελία της.

 

Μα όχι, της είπα, εδώ πρέπει να δείξεις συναίσθημα, και της υπογράμμισα κάποιους στίχους.

 

Και η κοπέλα μού απάντησε:

Μα έτσι μας έχουν μάθει στη σχολή ότι πρέπει να διαβάζουμε ένα ποίημα.

 

Έτσι κρύα και ανέκφραστα. Ωραία.

 

Γι’ αυτό δεν πάω πια στο θέατρο. Έχω δει εξάλλου τόσες πολλές παραστάσεις. Και τις έχω ξεχάσει. Μόνο κάτι παλιές θυμάμαι αχνά.

 

Έτυχε πριν αρκετά χρόνια να διαβάσω το θεατρικό «Η επίσκεψη της γηραιάς κυρίας» του  Friedrich Dürrenmatt. To βιβλίο το είχα στο πρωτότυπο, δηλαδή στα γερμανικά, και ψιλοβαριόμουν να το διαβάσω. Χρόνια έμενε στη βιβλιοθήκη μου άθικτο. Τέλος πάντων κάποτε κάθισα κάτω και το διάβασα. Εντυπωσιάστηκα φοβερά.

 

Με την φαντασία μου έστησα τα σκηνικά, έστησα τους ηθοποιούς, τους έβαλα να μιλούν και να φέρονται, όπως καταλάβαινα το κείμενο, και ήταν σαν να έβλεπα το έργο.

 

Πόσο ήθελα όμως να το δω ζωντανά στο θέατρο!

 

Μετά από κάποια χρόνια ένας θίασος – από τους σοβαρούς – το ανέβασε και φυσικά έσπευσα να το δω. Απογοητεύτηκα πλήρως. Έμεινα ψυχρή και αδιάφορη ως το τέλος. Τι έφταιγε; Δεν ξέρω. Εγώ πάντως κάτι άλλο περίμενα να δω και δεν το είδα.

 

Και για να τελειώνουμε: μια και στα Χανιά δεν υπήρχαν θέατρα, την θεατρική παιδεία μου την απέχτησα από το ραδιόφωνο, από τότε που ήμουν δώδεκα χρονών ως τα δέκα οχτώ περίπου ακούγοντας κάθε εβδομάδα το Θέατρο της Τετάρτης.

 

Έτσι έμαθα τους σπουδαιότερους και μεγαλύτερους θεατρικούς συγγραφείς, Έλληνες και ξένους,  και τα σημαντικά έργα τους με την φωνή των καλύτερων ηθοποιών του θεάτρου μας τότε. Είχα ένα τετράδιο και κατέγραφα κάθε εβδομάδα ποιο θεατρικό έργο είχα παρακολουθήσει, τον τίτλο, τον συγγραφέα, την υπόθεση και τα ονόματα των ηθοποιών που είχαν λάβει μέρος.

 

Ήρθε μετά η χούντα και το θέατρο στο ραδιόφωνο εξέπεσε. Έπαψα να το παρακολουθώ. Αλλά ήμουν πια στην Αθήνα και μπορούσα να παρακολουθήσω ζωντανές θεατρικές παραστάσεις.

 

Ό,τι είδα, είδα.

 

Και ομολογώ ότι προτιμώ να διαβάζω παρά να βλέπω θεατρικά έργα. Τα φτιάχνω με την φαντασία μου, όπως τα θέλω εγώ - και όπως τα θέλει και ο συγγραφέας, τολμώ να πω.





14/7/26

Ο ξενοδόχος

 

Δεν ξέρω τι θα μου συμβεί


την επόμενη στιγμή.


 

Σχεδιάζω


χωρίς τον ξενοδόχο.


 

Ο ξενοδόχος μού είναι


άγνωστος.



13/7/26

Αλλά...

 

Θέλω να σου πω


τόσα πράγματα,


να μου πεις κι εσύ


άλλα τόσα


και με το αόρατο τείχος


ανάμεσά μας,


με καρφωμένα πάνω του


γυαλιά κοφτερά,


μαχαίρια,


πυρωμένες πέτρες.



 

«Απαγορεύεται η διέλευση».



 

Απαγορεύεται.


Απαγορεύεται.


Απαγορεύεται.



 

Αυτή η απαγόρευση


μ’ έχει μαγέψει.



 

Αλλά…



 

12/7/26

Κάιρο, Λούξορ. Αίγυπτος (Ταξιδεύοντας στο εξωτερικό)

 




Το Κάιρο είναι θαυμαστή πόλη, αν κοιτάζεις ψηλά και βλέπεις τα ιστορικά της κτίρια. Όταν κοιτάζεις χαμηλά και βλέπεις τους δρόμους, τα αυτοκίνητα και τους ανθρώπους, η πόλη χάνει τη γοητεία της.

 

Ματαίως αναβοσβήνουν τα φανάρια στις διασταυρώσεις. Μποτιλιάρισμα, συνωστισμός, πλήρης αδιαφορία για τον κώδικα οδικής κυκλοφορίας, ο κακός χαμός και πού και πού πατάνε και κανένα άνθρωπο ή κανένα αδέσποτο.

 

Είπαμε να πάρουμε ένα ταξί και να πάμε να δούμε και την Αλεξάνδρεια, αλλά αλλάξαμε γνώμη βλέποντας πώς οδηγούν σ’ αυτήν εδώ τη χώρα. Μπορεί και να αφήναμε τα κοκαλάκια μας στην έρημο και ούτε οι δικοί μας δεν θα τα έβρισκαν. Έτσι δεν είδα την Αλεξάνδρεια και μου έμεινε απωθημένο.

 

Στην διαδρομή ως τις πυραμίδες της Γκίζας είδα ανθρώπους να ζουν σε τάφους μέσα στα νεκροταφεία. Αλλά η βιομηχανία του τουρισμού καλά κρατεί και οι τουρίστες ελάχιστα βλέπουν από την αθλιότητα που επικρατεί εκεί πέρα. Εγώ όμως την είδα.

 

Ένα απόγευμα ο πρώην κι εγώ πήραμε ένα ταξί να μας κάνει βόλτα στην πόλη. Ο οδηγός μάς πήγε στις πλούσιες συνοικίες, αλλά αυτό που βλέπαμε δεν ήταν το Κάιρο. Προσπάθησα να του εξηγήσω ότι θέλαμε να δούμε το πραγματικό Κάιρο, τις γειτονιές του, τις συνοικίες του. Και το είδαμε. Φτώχεια, βρομιά και αθλιότητα. Και η κορύφωση: η λαϊκή του αγορά. Σωροί από αηδιαστικά κρέατα που μύριζαν άσχημα. Αυτή είναι η πραγματική Αίγυπτος.

 

Στο ξενοδοχείο οι Ευρωπαίοι τουρίστες έτρωγαν, έπιναν και γελούσαν τρανταχτά. Ιδέα δεν είχαν τι συνέβαινε πίσω από τη βιτρίνα.

 

Στο αεροπλάνο που θα μας πήγαινε στο Λούξορ παρατηρήσαμε να τρέχει νερό από κάποιο σημείο του. «Γιατί τρέχει αυτό το νερό;» με ρώτησε ανήσυχος ο διπλανός μου ξανθός Ευρωπαίος. «Δεν ξέρω», είπα.

 

Πάντως φτάσαμε στο υπέροχο Λούξορ. Ο δρόμος μπροστά από τους επιβλητικούς ναούς, δίπλα στον Νείλο ήταν γεμάτος μαγαζιά που πουλούσαν αναμνηστικά, μπαρ, ρεστοράν, καλαίσθητα ξενοδοχεία. Πολιτισμός!

 

«Δεν στρίβουμε, να πάμε κι από πίσω;» πρότεινα στον πρώην.

 

Η μέρα με τη νύχτα: πίσω ακριβώς από τη βιτρίνα όλα ήταν άθλια, κτίρια, δρόμοι και άνθρωποι. Περάσαμε κι από μια αυλή με κόσμο συγκεντρωμένο, κάποιος είχε πεθάνει και τον πενθούσαν. Μας κοίταξαν δυσαρεστημένοι. Κανείς τουρίστας δεν κυκλοφορούσε εδώ. Γυρίσαμε γρήγορα γρήγορα στην βιτρίνα.

 

Μας είχαν προειδοποιήσει πάντως να μην τρώμε τίποτε απέξω. Ναι, αλλά έλα που είδαμε σε ένα κεντρικό (και ευπρεπές) ζαχαροπλαστείο του Καΐρου κάτι γλυκά ταψιού και μας έτρεξαν τα σάλια. «Πάμε κι ο Θεός βοηθός» είπα. Ο Θεός δεν ξέρω, πάντως ο Αλλάχ μάς προστάτεψε και δεν πάθαμε τίποτα.

 

Και δυο ευτράπελα και κλείνω:

Σε μια ξενάγηση ένας Αιγύπτιος που γυρνοβολούσε εκεί γύρω με ρώτησε από πού είμαι. Από την Ελλάδα, του απάντησα. Αυτός χαμογέλασε πονηρά: «Όχι, δική μας είσαι!» μου είπε. «Δεν είμαι δική σας, είμαι Ελληνίδα!». «Δικήηη μας είσαι!».

«Δεν είμαι σου λέω!» «Δική μας είσαι!», επέμενε αυτός. Τελικά δεν κατάφερα να τον πείσω. Ήμουν Αιγυπτία. Καλά, εντάξει, ό,τι πείτε.

 

Το δεύτερο ευτράπελο συνέβη σε μια ανοιχτή αγορά στο Κάιρο που πουλούσαν κοσμήματα. Χάζευα κάτι χρυσά περιδέραια και απόχτησα και μια οικειότητα με τον πωλητή. Είχα ήδη παρατηρήσει αρκετούς ντόπιους να έχουν γαλανά μάτια και μου είχε κάνει εντύπωση.

 

-Να σε ρωτήσω κάτι; του είπα κάποια στιγμή. Είδα κάμποσους συμπατριώτες σου να έχουν γαλανά μάτια. Αλλά εσείς είστε Άραβες. Πώς εξηγείται αυτό;

 

Ο άλλος χαμογέλασε πονηρά:

 

-Ξεχνάτε φαίνεται ότι είχαμε εδώ τους Άγγλους!