28/7/26

Ποιος δεν ξέρει τον Άργο σήμερα;

 

 


 

 

Λέγανε τέτοια μεταξύ τους (σημ. ο Εύμαιος και ο Οδυσσέας)

και ο Άργος, ο σκύλος του καρτερόψυχου Οδυσσέα,

που χάμω κείτονταν, σήκωσε το κεφάλι και τα αφτιά.

Εκείνος κάποτε τον είχε αναθρέψει, αλλ’ όμως δεν τον χάρηκε,

γιατί πιο πριν έφυγε για την ιερή την Τροία.

 

 

Κι αυτόν πρώτα τον έπαιρναν μαζί τους οι νέοι άντρες

να κυνηγήσουν αγριόγιδα, ζαρκάδια και  λαγούς,

μα τώρα παραπεταμένος κείτονταν,

αφού είχε φύγει ο βασιλιάς, μες στην πολλή κοπριά

που άφθονη είχε απλωθεί μπροστά

στις θύρες του ανακτόρου,

κοπριά από βόδια και μουλάρια,

για να την πάρουν οι υπηρέτες και να κοπρίσουν

του Οδυσσέα τα μεγάλα κτήματα.

 

Εκεί κειτόταν το σκυλί ο Άργος γεμάτος με τσιμπούρια.

 

Και τότε, μόλις ένιωσε τον Οδυσσέα κοντά του,

κούνησε την ουρά του και κατέβασε τα δυο του αφτιά,

πια όμως δύναμη δεν είχε το αφεντικό του να πλησιάσει πιο κοντά.

Και τότε αυτός κοιτάζοντάς τον από μακριά

σκούπισε ένα δάκρυ κρυφά από τον Εύμαιο

που δεν τον πήρε είδηση κι ευθύς αμέσως ρώτησε:

 

«Εύμαιε, πολύ παράξενο αλήθεια ετούτο το σκυλί

να κείτεται μες στην κοπριά.

Έχει όμορφη φτιαξιά, αλλά δεν ξέρω λεπτομέρειες.

Αν είναι γρήγορο στο τρέξιμο με τέτοιο σώμα

ή όμοιος με τους σκύλους που τριγυρνούν

γύρω από τα τραπέζια των αντρών

που για φιγούρα τα περιποιούνται οι άρχοντες.»

 

Κι εσύ, Εύμαιε χοιροβοσκέ, του απάντησες:

 

«Και βέβαια είναι το σκυλί του άντρα που πέθανε στα ξένα.

Αν ήταν έτσι στη φτιάξη του και στα έργα του,

όπως τον άφησε ο Οδυσσέας κι έφυγε για την Τροία,

αμέσως θα τον θαύμαζες βλέποντας την αλκή και την ταχύτητά του.

Κανένα αγρίμι, όποιο κυνηγούσε,  δεν θα ξέφευγε

μέσα στα δάση τα πυκνά.

Γιατί ήξερε καλά να ιχνηλατεί.

 

Μα τώρα τον κατέχει η δυστυχία,

ο βασιλιάς μακριά από την πατρίδα χάθηκε,

κι αυτόν αφρόντιστο αφήνουν γυναίκες αδιάφορες.

Οι δούλοι, όταν πια δεν κυβερνούν οι άρχοντες,

δεν θέλουν έπειτα να κάνουν όπως πρέπει τις δουλειές τους.

Γιατί ο παντεπόπτης Δίας αφαιρεί του άντρα τη μισή αρετή,

όταν τον υποτάξει η δουλεία.»

 

Έτσι είπε και μπήκε στο καλοχτισμένο ανάκτορο

πηγαίνοντας ευθύς στο μέγαρο με τους αγέρωχους μνηστήρες.

 

Κι αμέσως του μαύρου θάνατου η μοίρα κατέλαβε τον Άργο

με το που είδε τον Οδυσσέα ύστερα από χρόνια είκοσι.

 

*

Ομήρου Οδύσσεια, ραψωδία ρ, στίχοι 290 – 327

 

(Μεταφορά στα νέα ελληνικά δική μου).

 

 

 

Ποιος δεν ξέρει τον Άργο;

Ποιος δεν ξέρει την τρυφερή, γεμάτη ανθρωπιά σκηνή, όταν ο πιστός Άργος, γερασμένος, ξεπεσμένος, παραπεταμένος αργοπεθαίνει στο παλάτι του Οδυσσέα που έχουν καταλάβει οι θρασείς Μνηστήρες και κλείνει τα μάτια του για πάντα, όταν ο αφέντης του  επιστρέφει μεταμφιεσμένος σε ζητιάνο;

 

Μόνο αυτός μπορεί να τον αναγνωρίσει, οι άνθρωποι βλέπουν ένα γέροντα ζητιάνο. Όμως το πιστό σκυλί του τον αναγνωρίζει αμέσως: αυτή είναι η μυρωδιά του αφέντη του, αυτός είναι ο Οδυσσέας.

 

Παραπεταμένο στις κοπριές το γέρικο σκυλί, γεμάτο τσιμπούρια, αδύναμο να περπατήσει, κανείς δεν νοιάζεται γι’ αυτό. Ζει μια δύστυχη ζωή, αλλά έχει ένα ευτυχισμένο τέλος. Βλέπει ξανά τον αφέντη του μετά από είκοσι χρόνια. Κλείνει τα μάτια και πεθαίνει ήσυχα.

 

Αλλά κι ο Οδυσσέας σκουπίζει κρυφά τα δάκρυά του, όταν βλέπει τον αγαπημένο του Άργο σ’ αυτή την άθλια κατάσταση. Δεν θέλει να καταλάβει κανείς ποιος είναι. Κρυφά δάκρυα λοιπόν για το πιστό σκυλί του, το μόνο που τον αναγνώρισε.

 

Μια σχεδόν αναπάντεχη σκηνή μέσα σε ένα έπος που περιγράφει την σκληρότητα των ανθρώπων και των θεών, μια σκηνή απόλυτης αγάπης ανάμεσα σε έναν άνθρωπο και ένα ζώο.

 

Ο Άργος αφήνει την τελευταία του πνοή, όταν βλέπει μετά από είκοσι ολόκληρα χρόνια τον αγαπημένο του αφέντη. Πεθαίνει ευτυχισμένος.

 

Όσα ποιήματα κι αν γράφτηκαν μετά για την αγάπη ανθρώπου και ζώου, δεν μπορούν να συγκριθούν με αυτή την σύντομη σκηνή, όπου ο Όμηρος περιγράφει με αυθόρμητη απλότητα το δάκρυ του Οδυσσέα και το ήσυχο τέλος του Άργου.

 

Ποιος δεν ξέρει τον Άργο σήμερα;

Εκατομμύρια αναγνώστες μέσα στους αιώνες διαβάζουν γι’ αυτόν και συγκινούνται.



26/7/26

«Παίζω ἐν οὐ παικτοῖς»

 

 


 

 

Σημαίνει: αντιμετωπίζω σαν παιχνίδι πράγματα που δεν θα έπρεπε, γιατί είναι πολύ σοβαρά, πολύ κρίσιμα.

 

Το κατάλαβα πολύ καλά αυτό χθες βράδυ.

 

Υπάρχουν πράγματα που δεν πρέπει να τα αγγίζουμε. Πολύ περισσότερο, δεν πρέπει να παίζουμε με αυτά. Υπάρχουν πράγματα κρυμμένα στα βάθη της ψυχής μας και αυτό που θέλουν είναι να τα αφήσουμε ήσυχα να κάθονται εκεί, να μην τα πειράζουμε, να μην τα γαργαλάμε, να μην τα τσιγκλάμε. Δεν ζητάνε τίποτα από μας. Απλά θέλουν να κάθονται εκεί, μισοκοιμισμένα, ήσυχα, σαν να μην υπάρχουν.

 

Εμείς σαν ανόητα παιδάκια πάμε και τα βρίσκουμε και τα ταρακουνάμε, τα τραντάζουμε, τα υποχρεώνουμε να ξυπνήσουν.

 

Κάνουν υπομονή αυτά με τα άγαρμπα παιχνίδια μας, αλλά πια είναι ξύπνια και αυτό είναι λιγάκι επικίνδυνο. Δεν το καταλαβαίνουμε, γιατί μας αρέσει αυτό το παιχνίδι, είναι αλλιώτικο από τα άλλα, τα συνηθισμένα, και μας εξιτάρει και λοιπόν παίζουμε μαζί τους, ενώ αυτά μας κοιτάζουν με ανεξιχνίαστο βλέμμα και με πολλή υπομονή είναι αλήθεια.

 

Αλλά κάποια στιγμή την χάνουν την υπομονή τους. Είναι τότε που το έχουμε παρακάνει με τα παιχνίδια μας μαζί τους και αγριεύει το βλέμμα τους και μας εξαπολύουν κάτι σκοτεινά πράγματα, κάτι πολύ σκοτεινά πράγματα που μας ρίχνουν αμέσως κάτω εξουθενωμένους, μας αδειάζουν κυριολεκτικά, δεν έχουμε τίποτα μέσα μας.

 

Είναι μια φρίκη αυτό, είναι μια κόλαση αυτό που μας αντιγυρίζουν. Στεκόμαστε χαμένοι στο πουθενά, αδύναμοι για οτιδήποτε. Θέλουμε να πεθάνουμε, ναι, θέλουμε να πεθάνουμε και σκεφτόμαστε διάφορους τρόπους και μας έχει καταπλακώσει μια βαριά μαυρίλα και δεν ξέρουμε πού να σταθούμε και πώς να αντιδράσουμε.

 

Είναι σαν να βρισκόμαστε σε μια παράξενη κόλαση. Θέλουμε να βγούμε από κει, αλλά δεν υπάρχει δρόμος. Καθηλωμένοι στην καρέκλα και να πονά η ψυχή μας όσο ποτέ άλλοτε δεν είχε πονέσει τόσο και να νιώθουμε παραλυμένοι και να μη βλέπουμε άλλη λύση από τον θάνατο.

 

Και τότε εκείνα τα πράγματα που πειράξαμε με τόση αφέλεια και τόση αμυαλιά στέλνουν στον νου μας τη μοιραία φράση: «Έπαιξες ἐν οὐ παικτοῖς».

 

Και παρ’ όλα αυτά εγώ σήμερα, αφού την έβγαλα χθες βράδυ ζωντανή, συνεχίζω να παίζω ἐν οὐ παικτοῖς.

 

Για ό,τι κι αν πάθω, μόνο εγώ θα φταίω, κανείς άλλος.



23/7/26

Πάγος

 




Ένα λεπτό στρώμα πάγου


έχει σκεπάσει το σώμα μου,


έχει εισχωρήσει


και μέσα στο κεφάλι μου,


έχει κυκλώσει


και την καρδιά μου.


 

Τινάζομαι


κι ακούω κρακ, κρακ,


σπάει ο πάγος


κι από  κάτω


νιώθω γερή τη σάρκα μου.


 

Σε λίγο πάλι ο πάγος


απλώνεται στο σώμα μου.


Παγώνω ολόκληρη.


Ύστερα πάλι κρακ, κρακ,


συνέρχομαι.


 

Πόσο καιρό ακόμα;


 

Κάποτε


θα με τυλίξει


ένας πάγος χοντρός,


πάγος σκληρός,


 

θα σας κοιτάζω


και θα χαμογελώ



και δεν θα νιώθω τίποτα.



 

Βουδαπέστη, Ουγγαρία (Ταξιδεύοντας στο εξωτερικό)

 




 

Τσερνόμπιλ, 26 Απριλίου 1986.

 

Λίγες μέρες μετά το τρομαχτικό πυρηνικό δυστύχημα που συνέβη πολύ κοντά στην γείτονα Ουγγαρία, εμείς είχαμε ήδη βγάλει τα εισιτήρια για την Βουδαπέστη και ξεκινούσαμε κατά κει.

 

Με τρόμο ψυχής.

 

Θα μπορούσαμε βέβαια να ακυρώσουμε το ταξίδι. Δεν το κάναμε. Λυπηθήκαμε τα λεφτά που θα χάναμε.

 

Με τρόμο ψυχής λοιπόν ξεκινήσαμε και έχοντας υπόψη να μην τρώμε λαχανικά, να πίνουμε μόνο εμφιαλωμένο νερό και να τηρούμε ευλαβικά όλες τις συμβουλές που μας είχαν δώσει τα ΜΜΕ της Ελλάδας, πριν φύγουμε για τον τόπο του μαρτυρίου. Δηλαδή μόνο εγώ τις τηρούσα. Οι άλλοι στο γκρουπ έτρωγαν κι έπιναν ό,τι έβρισκαν όντας τελείως αναίσθητοι.

 

Μόνο εγώ ήμουν τρομοκρατημένη. Τα ΜΜΕ της Ουγγαρίας  ψύχραιμα και αδιάφορα – εμ, βέβαια, κομμουνιστική χώρα η Ουγγαρία, σιγά μην ασχολούνταν με το θέμα. Τίποτα απολύτως δεν μας έλεγαν. Δεν είχα ιδέα τι συνέβαινε στο Τσερνόμπιλ και πόσο και σε ποιες περιοχές είχε εξαπλωθεί το ραδιενεργό νέφος.

 

Μέναμε και σε ένα ξενοδοχείο που ήταν φαίνεται κοντά σε κάποιο νοσοκομείο και κάθε τόσο άκουγα τις σειρήνες των ασθενοφόρων που περνούσαν από κάπου εκεί και έχανα το μυαλό μου. Εδώ πεθαίνουν σαν τις μύγες οι άνθρωποι και κανείς δεν μας λέει τίποτα, σκεφτόμουν έντρομη.

 

Μαύρες μέρες πέρασα στην ωραία Βουδαπέστη που τη διασχίζει ο διάσημος Δούναβης. Αλλά μόνο εγώ. Κανείς άλλος. Οι υπόλοιποι περνούσαν μια χαρά.

 

Ναι, αλλά, αν δεν υπήρχε ραδιενέργεια στην ατμόσφαιρα, γιατί τότε τα ασθενικά και αρρωστιάρικα μαλλιά μου φούντωσαν ξαφνικά και χόντρυναν οι τρίχες τους και επιτέλους είχα αποχτήσει μια εξαιρετική κόμη που δεν είχα ποτέ στη ζωή μου;

 

Κάναμε και ένα τηλεφώνημα στην Αθήνα, στους γονείς μου, και η μητέρα μου μάς φώναζε απελπισμένη: Πού είστε; Ελάτε αμέσως πίσω, τι κάνετε εκεί πέρα, πίσω, ελάτε πίσω αμέσως!

 

Στα Τάρταρα το ηθικό μου.

 

Ούτε Πάσχα στην ορθόδοξη εκκλησία ευχαριστήθηκα ούτε το ταξιδάκι στον Δούναβη ούτε τα περίχωρα και τα αξιοθέατα της πόλης και άλλων γειτονικών πόλεων.

 

Και τέλος πάντων ήρθε η ώρα της επιστροφής.

 

Κάναμε μια στάση κάπου σε μια εξοχή της Γιουγκοσλαβίας, πήγα, κάθισα κάτω από ένα δέντρο και άναψα βαρύθυμη ένα τσιγάρο.

 

Και τι βλέπω; Να πέφτουν από ψηλά στο έδαφος κάτι μικρά λευκά, διάφανα πραγματάκια, να πέφτουν αργά και να κατακάθονται στο χώμα, να πέφτουν συνέχεια.

 

Ήρθε το τέλος του Κόσμου, σκέφτηκα καταπτοημένη και το είχα πάρει πλέον απόφαση ότι ως εδώ ήταν, η ανθρωπότητα κατέρρεε, η ραδιενέργεια είχε εξαπλωθεί σε όλο τον πλανήτη.

 

Το μόνο που δεν σκέφτηκα ήταν ότι αυτά τα περίεργα πραγματάκια που έπεφταν από τον ουρανό ήταν τα ανθάκια του δέντρου που είχα καθίσει από κάτω.

 

Επέστρεψα στην πατρίδα και έμαθα λεπτομέρειες, ο κόσμος ήταν ανάστατος και όλοι πολύ ανήσυχοι.

 

Τέλος πάντων με τον καιρό ξεχάστηκε το Τσερνόμπιλ. Σήμερα εκεί θάλλει η φύση και ζουν πολλά ζώα που προσαρμόστηκαν στο νέο περιβάλλον και είναι ευτυχή και ελεύθερα, μακριά από τον άνθρωπο.

 

Φτηνά τη βγάλαμε.

 

Μόνο που τα μαλλιά μου χωρίς την ραδιενέργεια ξανάγιναν ασθενικά και αρρωστιάρικα.

 

------

Και με την ευκαιρία: η περιοχή λέγεται Τσερνόμπιλ, ούτε Τσέρνομπιλ ούτε Τσερνομπίλ.