28/2/26

3. Ο περίεργος θάνατος της ποιήτριας Κλειώς Σαλόνγκα

 

ΤΙ ΛΕΕΙ Ο ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΤΑΡΑΝΤΑΚΗΣ

 

Ο τρίτος μάρτυρας που κλήθηκε να καταθέσει ήταν ο νεαρός ποιητής Ευγένιος Ταραντάκης. Προσήλθε στο αστυνομικό τμήμα με τη συνήθη αμφίεση των νεαρών, δηλαδή με ένα ξεσκισμένο τζιν παντελόνι, μια μαύρη μπλούζα και με μπόλικα σκουλαρίκια στα αυτιά και στη μύτη του. Τη μακριά χαίτη του την είχε μαζέψει σε αλογοουρά με ένα λαστιχάκι.

 

Κάθισε με προσποιητή βαρεμάρα απέναντι στον αστυνόμο Χαράλαμπο Δεβρεντή και έμεινε σιωπηλός.

 

-Ποια ήταν σχέση σας με την Κλειώ Σαλόνγκα, κύριε Ταραντάκη; ρώτησε ο αστυνόμος.

-Ήμασταν φίλοι, απάντησε ο νεαρός.

-Πόσων ετών είστε;

-Είκοσι πέντε.

-Και ήσασταν φίλοι με μια γυναίκα εβδομήντα τριών χρονών;

-Ναι.

-Πώς γνωριστήκατε;

-Μέσω φέις μπουκ. Της έκανα αίτημα φιλίας και το αποδέχθηκε.

-Ανταλλάσσατε μηνύματα;

-Ναι.

-Και τι λέγατε;

-Κυρίως μιλούσαμε για ποίηση.

-Τη θαυμάζατε για την ποίησή της;

-Εντάξει, έχει γράψει μερικά πολύ ωραία ποιήματα, αλλά τα περισσότερα τα βρίσκω μέτρια.

-Στα μηνύματά σας στο φέις μπουκ άλλα λέτε.

 

Ο Ευγένιος Ταραντάκης έμεινε σιωπηλός.

 

-Έχουμε κάνει φύλλο και φτερό τον υπολογιστή της, όπως καταλαβαίνετε. Εκεί είδαμε ότι ο θαυμασμός σας για την Κλειώ Σαλόνγκα δεν έχει όρια. Αν θέλετε να το πω αλλιώς, τη γλείφατε ξεδιάντροπα.

 

Ο νεαρός έδειξε ενοχλημένος:

-Τι θέλατε να της πω; Ότι την αμφισβητώ; Δεν τα λένε αυτά σε αναγνωρισμένους ποιητές.

-Ειδικά μάλιστα δεν τα λέει αυτά ένας άσημος ποιητής όπως εσείς. Τι ακριβώς θέλατε από την Κλειώ Σαλόνγκα;

-Η φιλία της θα με βοηθούσε να προωθήσω τη δουλειά μου. Και δεν το βρίσκω αυτό ανήθικο. Όλοι το ίδιο κάνουν, είπε προκλητικά ο Ευγένιος Ταραντάκης.

 

Ο Χαράλαμπος Δεβρεντής τον κάρφωσε με τα μάτια του.

-Εν πάση περιπτώσει δεν είναι παράνομο, είπε μετά συγκαταβατικά. Στα μηνύματα που της στέλνατε καθημερινά η Κλειώ Σαλόνγκα απαντούσε πολύ κολακευμένη, όπως είδαμε.

-Το έχουν αυτό οι καλλιτέχνες. Ακόμα και οι καταξιωμένοι. Τρελαίνονται για κολακείες. Δεν είναι κακό!

-Είναι αφελές όμως... Τέλος πάντων, δεν είναι αυτό το θέμα μας. Τελικά ζητήσατε να τη γνωρίσετε από κοντά κι εκείνη δέχτηκε.

-Ναι. Με κάλεσε στο σπίτι της ένα απόγευμα.

-Κι από τότε σας καλούσε όλο και πιο συχνά.

-Γίναμε φίλοι, όπως σας είπα.

 

Ο αστυνόμος χαμογέλασε χαιρέκακα:

-Γίνατε εραστές, κύριε Ταραντάκη. Συγκεκριμένα γίνατε εραστές στις 11 Ιανουαρίου, εδώ και πέντε μήνες. Στις 12 Ιανουαρίου η Κλειώ Σαλόνγκα σάς έστειλε μήνυμα και σας έλεγε πως η νύχτα που περάσατε μαζί ήταν υπέροχη και ότι είναι ερωτευμένη μαζί σας. Τόσο πολύ θέλατε να προωθήσει το έργο σας;

 

Ο Ευγένιος Ταραντάκης έμεινε βουβός.

 

-Τελικά το προώθησε;

 

Καμιά απάντηση.

 

Ο αστυνόμος έβγαλε για άλλη μια φορά το μαχαίρι από το συρτάρι:

-Αναγνωρίζετε αυτό το μαχαίρι μήπως;

 

Ο ποιητής το κοίταξε προσεχτικά:

-Μοιάζει με αυτό που κόψαμε το κότσι εκείνο το βράδυ.

-Αυτό είναι. Και με αυτό επίσης ο δολοφόνος έσφαξε την ηλικιωμένη ερωμένη σας. Έχει πάνω του και τα δαχτυλικά σας αποτυπώματα.

 

Ο Ευγένιος Ταραντάκης έπαψε ξαφνικά να δείχνει απαθής.

-Δεν δολοφόνησα εγώ την Κλειώ! Φώναξε.

-Ησυχάστε, δεν είπα κάτι τέτοιο. Εξάλλου εδώ είναι και τα δαχτυλικά αποτυπώματα όλων των υπολοίπων. Υποπτεύεστε μήπως κάποιον από αυτούς;

-Τον ανιψιό της. Αυτός θα την κληρονομήσει τώρα.

-Μια και όπως ξέρω, φύγατε όλοι μαζί εκείνο το βράδυ, εσείς υποθέτετε ότι ο ανιψιός της ξαναγύρισε στο διαμέρισμα και τη δολοφόνησε;

 

Ο Ταραντάκης σήκωσε τους ώμους:

-Μπορεί να πήγε εκεί την άλλη μέρα.

-Λίγο απίθανο, γιατί βρήκαμε το τραπέζι του δείπνου, όπως το αφήσατε: τα πιάτα  και τα ποτήρια σας ήταν εκεί μαζί με τα αποφάγια από το κότσι. Ο φόνος πρέπει να έγινε το ίδιο εκείνο βράδυ. Ας είναι… Τι ώρα φύγατε από το σπίτι της;

-Δεν ξέρω, δεν θυμάμαι, είπε ο νεαρός και στριφογύρισε στην καρέκλα του.

-Φύγατε πρώτος ή τελευταίος;

-Φύγαμε όλοι μαζί.

-Χωράγατε και οι τέσσερις στο ασανσέρ;

-Κατεβήκαμε από τις σκάλες.

-Για ποιο λόγο;

-Δεν είχαμε την υπομονή να περιμένουμε. Υπήρξε μια παρεξήγηση και φύγαμε εκνευρισμένοι.

-Τι παρεξήγηση;

-Δεν θυμάμαι καλά. Είχα πιει πολύ και ήμουν ζαλισμένος. Νομίζω ότι αρπάχτηκε η Κλειώ με τον Περπατέα.

-Τον δημοσιογράφο;

-Ναι, αυτόν.

-Και για ποιο λόγο αρπάχτηκαν;

-Δεν θυμάμαι, σας λέω, ήμουν ζαλισμένος.

-Είναι αλήθεια ότι η Κλειώ Σαλόνγκα φλέρταρε προκλητικά εκείνο το βράδυ τον Σπύρο Κεντιρέ;

-Τον εκδότη; Μπα, δεν πρόσεξα κάτι τέτοιο.

-Μήπως σας ενόχλησε αυτό το φλερτ; Μήπως φύγατε με τους άλλους και αργότερα ξαναγυρίσατε στο διαμέρισμά της για να ζητήσετε εξηγήσεις;

-Μα τι λέτε; Αντίζηλός μου ο εκδότης για τα μάτια μιας γριάς;

-Μιας γριάς κότας που κάνει χρυσά αβγά εννοείτε.

-Κανένα χρυσό αβγό δεν μου έδωσε αυτή η γριά κότα. Μόνο υποσχέσεις.

-Ένας λόγος παραπάνω να είστε εξοργισμένος.

 

Στο σημείο αυτό ο Ευγένιος Ταραντάκης έσπρωξε πίσω την καρέκλα του και σηκώθηκε.

 

-Δεν το ανέχομαι αυτό! Με κατηγορείτε χωρίς αποδείξεις! Ναι, ήμουν θυμωμένος μαζί της, ήταν μια ανυπόφορη γριά… και πού να τη βλέπατε χωρίς μασέλες και χωρίς περούκα! Μια αηδία ήταν! Αλλά ποτέ δεν διανοήθηκα να της κάνω κακό. Ποιητής είμαι, κύριε, δεν είμαι δολοφόνος!

-Ησυχάστε, κανείς δεν σας είπε δολοφόνο. Μια ερώτηση ακόμα, πριν φύγετε, κύριε Ταραντάκη: γνωρίζετε ότι η Κλειώ Σαλόνγκα είχε πολλά χρήματα;

-Ναι. Δεν έχανε ευκαιρία να το λέει.

-Γνωρίζετε πού τα είχε;

-Στην Τράπεζα υποθέτω.

-Ευχαριστώ για τον κόπο σας. Θα τα ξαναπούμε εξάλλου.

 

Ο Ευγένιος Ταραντάκης έκανε μια απότομη στροφή και βγήκε από το γραφείο, χωρίς να πει ούτε αντίο. Έδειχνε πολύ θυμωμένος.

 

Θυμωμένος γιατί άραγε; αναρωτήθηκε ο Χαράλαμπος Δεβρεντής. Επειδή αποκαλύφθηκε ο καιροσκοπισμός και η εκπόρνευσή του ή επειδή ήταν αυτός που μαχαίρωσε και λήστεψε την ηλικιωμένη ερωμένη του; Και μήπως ανησύχησε ότι θα έχανε τη εύνοιά της, καθώς η πλούσια ερωμένη του φλέρταρε προκλητικά μπροστά του τον εκδότη της;

 

Καιρός να εξετάσουμε και τον τελευταίο μάρτυρα, σκέφτηκε ο Χαράλαμπος Δεβρεντής, να δούμε τι θα μας πει κι αυτός.


(Συνεχίζεται)



 

27/2/26

2. Ο περίεργος θάνατος της ποιήτριας Κλειώς Σαλόνγκα

 ΝΕΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΠΥΡΟ ΚΕΝΤΙΡΕ

--------------------------------------------------------

 

Ο επόμενος μάρτυρας που έφερε για εξέταση ο Χαράλαμπος Δεβρεντής ήταν ο εκδότης Σπύρος Κεντιρές. Κάθισαν ο ένας απέναντι στον άλλον και κοιτάχτηκαν για λίγο σιωπηλοί.

 

-Μιλήστε μου για εκείνη τη βραδιά του δείπνου, είπε ήσυχα ο Χαράλαμπος Δεβρεντής.

-Ευχαρίστως. Θα σας πω ό,τι θέλετε, είπε ο Σπύρος Κεντιρές και σταύρωσε τα πόδια του.

-Ήταν μια ευχάριστη βραδιά;

-Χμ… και ναι και όχι.

-Υπήρξε ευθυμία στο τραπέζι;

 

Ο εκδότης χάιδεψε αμήχανα το μούσι του:

-Με την Κλειώ Σαλόνγκα δεν υπήρχε περίπτωση να νιώσει κανείς ευθυμία, είπε.

-Γιατί το λέτε αυτό;

 

Ο Σπύρος Κεντιρές χαμήλωσε τη φωνή του κατά δύο τόνους και είπε κάπως συνωμοτικά:

-Όλοι ξέρουν ότι η Κλειώ ήταν ένας πολύ ιδιότροπος άνθρωπος. Δεν γελούσε ποτέ και ήθελε πάντα να επιβάλλεται στους άλλους. Γι’ αυτό εξάλλου είχε ελάχιστους φίλους.

-Μεταξύ αυτών και εσάς.

-Την ανεχόμουν. Ήταν βλέπετε σπουδαία ποιήτρια και όποτε εξέδιδε νέα ποιητική συλλογή, γινόταν ανάρπαστη. Εκτός από την καλή φήμη που είχαν αποκτήσει οι εκδόσεις μου, είχα και οικονομικό όφελος. Όπως ίσως ξέρετε, σήμερα οι εκδότες περνούν δύσκολες μέρες. Ελάχιστοι διαβάζουν βιβλία.

-Δεν είναι λίγο περίεργο που μια σημαντική ποιήτρια προτιμούσε εσάς αντί για τους μεγάλους εκδοτικούς οίκους;

-Σας είπα, ήταν ιδιότροπος άνθρωπος. Είχε τσακωθεί με όλους τους εκδότες.

-Ας επανέλθουμε στη βραδιά του δείπνου. Κύλησε ομαλά ή μήπως υπήρξε καμιά φιλονικία;

 

Ο Κεντιρές έβγαλε από την τσέπη του ένα πακέτο τσιγάρα.

-Μπορώ να καπνίσω;

-Κανονικά απαγορεύεται, αλλά, εντάξει, καπνίστε το τσιγάρο σας.

-Ευχαριστώ.

 

Πήρε ένα τσιγάρο από το πακέτο, το άναψε και τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά, ενώ ο αστυνόμος έβγαλε από το συρτάρι του γραφείου του ένα σταχτοδοχείο και το έσπρωξε προς το μέρος του.

 

-Η Κλειώ Σαλόνγκα με φλέρταρε ασύστολα εκείνο το βράδυ, είπε μετά ο Κεντιρές. Ενώπιον όλων. Ένιωσα πολύ άσχημα.

 

Ο Χαράλαμπος Δεβρεντής σήκωσε τα φρύδια με απορία:

-Πόσων ετών είστε, κύριε Κεντιρέ;

-Σαράντα οχτώ.

-Και λέτε ότι σας φλέρταρε μια ηλικιωμένη γυναίκα εβδομήντα τριών ετών;

-Μάλιστα, όπως σας το λέω. Ρωτήστε και τους άλλους που ήταν παρόντες, θα σας το επιβεβαιώσουν.

 

Σταμάτησε για λίγο και μετά πρόσθεσε:

-Και δεν ήταν η πρώτη φορά. Πάντα, όποτε βρισκόμασταν, έκανε αυτή τη δουλειά. Με έφερνε σε πολύ δύσκολη θέση. Αναγκάστηκα στο τέλος να της πω ότι είχα μια σοβαρή σχέση, αλλά εκείνη δεν φάνηκε να καταλαβαίνει.

-Δεν είστε παντρεμένος;

-Όχι.

-Και έχετε όντως μια σοβαρή σχέση;

 

Ο Σπύρος Κεντιρές έκανε μια αόριστη χειρονομία:

-Έτσι το είπα, μήπως την ξεφορτωθώ. Καταλαβαίνετε σε πόσο δύσκολη θέση βρισκόμουν.

-Πώς, βέβαια. Από την άλλη, δεν θέλατε να χάσετε την κότα με τα χρυσά αβγά.

-Όπως το λέτε.

 

Μεσολάβησε μια σύντομη σιωπή. Μετά ο αστυνόμος άνοιξε πάλι το συρτάρι του γραφείου του και έβγαλε το μαχαίρι μέσα στη νάιλον σακούλα.

 

-Το αναγνωρίζετε αυτό;

 

Ο Σπύρος Κεντιρές το παρατήρησε επίμονα:

-Νομίζω ότι είναι το μαχαίρι που κόψαμε το κρέας εκείνο το βράδυ, είπε μετά.

-Αυτό είναι. Υποπτεύεστε μήπως κάποιον;

 

Ο Κεντιρές τον κοίταξε αμήχανα:

-Τι εννοείτε;

-Αν υποπτεύεστε κάποιον από τους συνδαιτημόνες σας εκείνο το βράδυ. Μήπως κάποιος από τους άλλους τρεις τη δολοφόνησε.

-Α πα πα! Έκανε ο Κεντιρές φανερά αναστατωμένος. Μη με βάζετε σε τέτοια διλήμματα. Δεν θέλω τέτοια μπλεξίματα, κύριε αστυνόμε!

-Μάλιστα, είπε ο Δεβρεντής. Και μια τελευταία ερώτηση, κύριε Κεντιρέ: Ποιος έφυγε τελευταίος από το διαμέρισμα της Κλειώς Σαλόνγκα μετά το δείπνο;

-Φύγαμε όλοι μαζί.

-Ποιος σηκώθηκε πρώτος;

-Ο Περπατέας ο δημοσιογράφος. Είχε αγανακτήσει ο άνθρωπος με τη συμπεριφορά της. Μόλις σηκώθηκε αυτός, σηκωθήκαμε και οι υπόλοιποι.

-Είναι φανερό ότι κανείς σας δεν πέρασε καλά εκείνο το βράδυ.

-Εκτός από την ίδια την Κλειώ που φάνηκε να το διασκεδάζει. Βέβαια μας έστειλε στο διάολο, όταν φεύγαμε, αλλά μάλλον το διασκέδαζε και τότε.

-Καλώς. Θα τα ξαναπούμε, κύριε Κεντιρέ.

-Όποτε θέλετε, είπε ο εκδότης, έσβησε το τσιγάρο του στο σταχτοδοχείο και έκανε μια μικρή υπόκλιση στον αστυνόμο.

Ύστερα έφυγε βιαστικά, λες και τον κυνηγούσαν.



 

 

26/2/26

1. Ο περίεργος θάνατος της ποιήτριας Κλειώς Σαλόνγκα

 ΕΙΣΑΓΩΓΗ  -  ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

------------------------------------------------------------

 

Η γνωστή ποιήτρια Κλειώ Σαλόνγκα βρέθηκε νεκρή στο διαμέρισμά της εφτά μέρες μετά τον θάνατό της.


Ήταν η βαριά δυσωδία που έβαλε σε υποψίες τους άλλους ενοίκους της πολυκατοικίας και όχι η ανησυχία των φίλων και συγγενών της, καθότι η Κλειώ Σαλόνγκα είχε ελάχιστους φίλους και έναν μόνο συγγενή, τον ανιψιό της Μάνο Σαλόνγκα, με τον οποίο επικοινωνούσε πολύ αραιά.


Η αστυνομία αναγκάστηκε να σπάσει την πόρτα του διαμερίσματός της, μια και ο ανιψιός της δεν διέθετε κλειδί, και βρήκε το μισοσαπισμένο πτώμα της στην κρεβατοκάμαρά της, ξαπλωμένο φαρδιά πλατιά στο πάτωμα και με μια μαχαιριά στο αριστερό πλευρό της. Το μαχαίρι που τη σκότωσε, ένα μεγάλο μαχαίρι κουζίνας, βρισκόταν δίπλα στο πτώμα της μες στα ξεραμένα αίματα.  Λίγο πιο πέρα κειτόταν η περούκα της.

 

Ο ανιψιός της που ήταν παρών, όταν η αστυνομία μπήκε στο σπίτι, λιποθύμησε με το θέαμα και αναγκάστηκαν να τον βγάλουν έξω στον διάδρομο και να τον συνεφέρουν ρίχνοντάς του νερό στο πρόσωπο και μερικά χαστούκια επίσης.

 

 

Την υπόθεση ανέλαβε ο αστυνόμος Χαράλαμπος Δεβρεντής. Ήταν φανερό ότι εδώ επρόκειτο για ληστεία μετά φόνου, εφόσον τα χρήματα της εκλιπούσας είχαν εξαφανιστεί από το διαμέρισμα και ο ανιψιός της είχε αναφέρει στους αστυνομικούς ότι η θεία του δεν εμπιστευόταν τις Τράπεζες και φύλαγε στο σπίτι της τα χρήματά της.

 

-Για τι ποσόν μιλάμε; τον ρώτησε ο Δεβρεντής.

-Για κάπου διακόσιες χιλιάδες ευρώ, είπε ο Μάνος Σαλόνγκα. Έτσι μου είχε πει ένα απόγευμα που την είχα επισκεφθεί.

-Τόσα πολλά;

-Τα είχε κληρονομήσει από τους γονείς της, είπε ο Μάνος Σαλόνγκας. Δίστασε λίγο και μετά πρόσθεσε: Ήταν και πολύ τσιγκούνα. Δεν ξόδευε σχεδόν τίποτε.

-Κοσμήματα είχε;

-Κάτι λίγα.

-Και ποιος είναι ο κληρονόμος της;

 

Ο Μάνος Σαλόνγκας ξερόβηξε:

-Εγώ.

-Χμ, έκανε ο αστυνόμος και τον περιεργάστηκε με ενδιαφέρον. Πόσων χρονών είπαμε ότι ήταν η θεία σας;

-Εβδομήντα τριών.

-Είχε επομένως ακόμα κάποιο μέλλον μπροστά της. Μήπως βιαστήκατε να της το περικόψετε;

 

Ο Μάνος Σαλόνγκας χλόμιασε απότομα.

-Μα τι λέτε τώρα… ψιθύρισε ξέπνοα.

-Η πόρτα του διαμερίσματος δεν είναι παραβιασμένη. Επομένως η μακαρίτισσα είναι φανερό ότι την άνοιξε οικειοθελώς στον δολοφόνο της.

-Μα σας είπα, δεν έχω κλειδί του διαμερίσματός της. Δεν ήθελε να μου το δώσει.

-Δεν σας εμπιστευόταν;

-Γενικά δεν εμπιστευόταν κανέναν.

-Χμ, έκανε ξανά ο αστυνόμος και περιεργάστηκε με προσοχή τον Μάνο Σαλόνγκα.

-Ακούστε να δείτε, είπε αυτός προσπαθώντας να διατηρήσει σταθερή τη φωνή του. Η θεία μου πριν εφτά μέρες, συγκεκριμένα την Πέμπτη το βράδυ, μας είχε καλέσει για δείπνο.

-Ποιους ακριβώς είχε καλέσει;

 

Ο ανιψιός ανάμεσα σε παρατεταμένες σιωπές, βηξίματα αμηχανίας και ελαφρύ λαχάνιασμα εξήγησε στον αστυνόμο ποιοι ήταν οι καλεσμένοι και τι είχε γίνει εκείνο το βράδυ στο δείπνο.

 

 

Η Κλειώ Σαλόνγκα, ιδιόρρυθμος οπωσδήποτε χαρακτήρας, μπορεί να μην είχε φίλους και φίλες, είχε όμως πάρε δώσε με τέσσερις άνδρες: τον ανιψιό της, έναν ευκατάστατο εργένη σαράντα χρονών, οδοντίατρο. Τον εκδότη της, ονόματι Σπύρο Κεντιρέ, με τον οποίο, όπως αποκάλυψε ο ανιψιός, κάτι πρέπει να παιζόταν παρασκηνιακά, αλλά δεν μπορούσε να πάρει και όρκο. Έναν νεαρό φιλόδοξο ποιητή, τον Ευγένιο Ταραντάκη,  που μόλις είχε εκδώσει την πρώτη του ποιητική συλλογή και τον οποίο είχε αναλάβει υπό την προστασία της η θεία του. Και τον Ευδαίμονα Περπατέα, έναν δημοσιογράφο γύρω στα εξήντα που τον χρησιμοποιούσε κάπως σαν υπηρέτη.

 

-Υπηρέτη; έκανε ο αστυνόμος.

-Τον έστελνε για ψώνια ή για άλλες εκκρεμότητές της, μια και αυτή δυσκολευόταν να περπατήσει.

-Μάλιστα. Συνεχίστε παρακαλώ.

 

Και τους τέσσερις αυτούς άσχετους μεταξύ τους άνδρες είχε καλέσει η θεία του εκείνο το βράδυ για δείπνο. Οι τέσσερις άνδρες ένιωθαν αρχικά κάποια αμηχανία, καθώς κανείς δεν γνώριζε τον άλλον, εκτός από τις αναφορές της ίδιας της Κλειώς Σαλόνγκα στις κατ’ ιδίαν συζητήσεις τους. 


Ευτυχώς την αμηχανία αυτή έσπασε ο φλύαρος και πάντα πρόσχαρος εκδότης Σπύρος Κεντιρές. Για την ακρίβεια έπιασε κουβέντα με τον νεαρό ποιητή Ευγένιο Ταραντάκη και του ζήτησε μάλιστα να του στείλει δείγματα της δουλειάς του, μήπως και εκδώσουν μια ποιητική συλλογή του. Οι άλλοι δύο άνδρες, ο ανιψιός και ο δημοσιογράφος Ευδαίμων Περπατέας παρακολουθούσαν σιωπηλοί. Η δε Κλειώ Σαλόνγκα πηγαινοερχόταν από την τραπεζαρία στην κουζίνα και έφερνε στο τραπέζι πιάτα, ποτήρια και άλλα συναφή. Μετά έφερε τις σαλάτες και τελικά το κυρίως φαγητό, ένα τεράστιο κότσι ψητό στο φούρνο.

 

-Αγαπητοί μου, κουράστηκα με αυτά τα μέσα έξω, είπε η οικοδέσποινα και κάθισε στη θέση της. Μπορείτε τώρα να σερβιριστείτε μόνοι σας.

 

Ο Χαράλαμπος Δεβρεντής ακούμπησε προσεχτικά πάνω στο γραφείο ένα μαχαίρι κλεισμένο σε μια νάιλον σακούλα.

 

-Αναγνωρίζετε αυτό το μαχαίρι; ρώτησε τον Μάνο Σαλόνγκα.

-Μάλιστα, είναι αυτό, με το οποίο κόψαμε το κότσι.

-Ποιος το έκοψε;

-Ο καθένας έκοψε ένα κομμάτι και το έβαλε στο πιάτο του.

-Δηλαδή το πιάσατε όλοι.

-Μάλιστα, όλοι.

-Το έπιασε όμως και ο δολοφόνος, είπε ο Χαράλαμπος Δεβρεντής καρφώνοντας με τα μάτια του τον ανιψιό.

-Θα έχει τότε τα δακτυλικά αποτυπώματά του, είπε δειλά ο άλλος.

-Έχει πέντε διαφορετικά δαχτυλικά αποτυπώματα. Της θείας σας και των τεσσάρων καλεσμένων της. Έχει και τα δικά σας δηλαδή.

-Τι υπονοείτε;

-Κάποιος από σας σκότωσε την Κλειώ Σαλόνγκα. Είναι ολοφάνερο αυτό. Μήπως υποψιάζεστε ποιος είναι ο δολοφόνος;

-Δεν έχω ιδέα.

-Για σκεφτείτε λίγο.

 

Ο Μάνος Σαλόνγκας δίστασε μια στιγμή, μετά είπε:

 

-Αυτός ο ποιητής, ο Ταραντάκης… δεν ξέρω, αλλά δεν μου άρεσε η φάτσα του.

-Τι είχε η φάτσα του;

-Μου θύμιζε υπόκοσμο.

-Χμ, έκανε ο Δεβρεντής. Αυτό δεν τον κάνει δολοφόνο. Και τελικά ποιος έφυγε τελευταίος εκείνο το βράδυ από το διαμέρισμα της θείας σας;

-Φύγαμε όλοι μαζί.

-Την ίδια στιγμή όλοι;

-Μάλιστα, την ίδια στιγμή.

-Τι ώρα;

-Γύρω στα μεσάνυχτα, δεν θυμάμαι ακριβώς.

-Έχει καλώς, κύριε Σαλόνγκα, είπε ο Χαράλαμπος Δεβρεντής και σηκώθηκε από την πολυθρόνα του. Προς το παρόν τελειώσαμε. Αλλά θα σας καλέσουμε ξανά, έχουμε ακόμα πολλές απορίες.


(Συνεχίζεται)



24/2/26

Το βλέμμα του

 

Είναι σαν χάδι απαλό το βλέμμα του.


Κι εγώ,


άταχτο, φασαριόζικο κορίτσι,


παίζω, φωνάζω,


τρέχω πάνω κάτω,


λέω λόγια παιχνιδιάρικα,


ρίχνω κλεφτές ματιές


να δω,


αν με κοιτάζει.