9/3/26

12. Ο περίεργος θάνατος της ποιήτριας Κλειώς Σαλόνγκα

 

Ο ΠΕΡΠΑΤΕΑΣ ΞΑΝΑ ΣΤΗ ΓΑΔΑ

 

Ο Ευδαίμων Περπατέας βρισκόταν ακόμα στο χωριό του, συγκεκριμένα σκάλιζε τον κήπο του εκείνη την ηλιόλουστη ημέρα του Μαΐου, όταν είδε από μακριά δυο αστυνομικούς να πλησιάζουν.


«Τι στο διάολο θέλουν αυτοί εδώ;», σκέφτηκε και παράτησε την τσάπα του σε μια γωνιά.

-Καλώς τα παιδιά! Ποιος αέρας σάς έφερε κατά δω; είπε πρόσχαρα.

-Περπατέα, σε ψάχνουν στην Αθήνα, είπε ο ένας που ήταν και συχωριανός του – όταν ήταν παιδιά, παίζανε μαζί στα χωράφια του χωριού.

-Ναι, ξέρω, για κείνη την υπόθεση με τη Σαλόνγκα.

-Τι σηκώθηκες κι έφυγες στη μέση των ανακρίσεων;

-Νόμιζα πως είχαμε τελειώσει. Τι άλλο να τους έλεγα;  Όλα τους τα είπα.

-Δεν τους είπες όμως ότι είσαι πάλι άνεργος.

-Τους το είπα. Γι’ αυτό κατέβηκα στο χωριό. Κουράστηκα πια, βαρέθηκα. Θα αλλάξω ζωή και θα γίνω αγρότης.

-Καλά, αυτά να τους τα πεις τώρα που θα πας στην Αθήνα.

-Μα τι θέλουν από μένα; Άσε που δεν έχω φράγκο ούτε για το εισιτήριο.

-Μη σε νοιάζει, θα σε πάμε εμείς.


Έτσι ο Ευδαίμων Περπατέας βρέθηκε πάλι στο γραφείο του Χαράλαμπου Δεβρεντή και ήπιε την καθιερωμένη κόκα κόλα του.

-Αν με κερνάγατε και ένα τοστ, ζαμπόν, τυρί, δεν θα έλεγα όχι, είπε στον Δεβρεντή που στεκόταν όρθιος από πάνω του.

-Άνεργος ακόμα, κύριε Περπατέα;

-Άνεργος και άφραγκος, αναστέναξε αυτός.

-Και δεν ζει και η Κλειώ Σαλόνγκα να σας ελεήσει.

-Θεός σχωρέσ’ την. Δεν βρήκατε ακόμα τον δολοφόνο της;

-Κοντεύουμε.

-Εγώ πάντως τον ανιψιό της υποψιάζομαι. Αυτός θα πάρει τώρα όλη την περιουσία της.

-Τίποτα δεν θα πάρει, κύριε Περπατέα. Τα χρήματά της έκαναν φτερά. Άνοιξε και η διαθήκη της και τα ακίνητά της τα χαρίζει σε ζωοφιλικές οργανώσεις.

Ο Ευδαίμων Περπατέας έμεινε με το στόμα ανοιχτό:

-Πολύ ύπουλη ήταν τελικά η μακαρίτισσα…


Έμεινε για λίγο σκεφτικός:

-Αλλά, αν ο ανιψιός βούτηξε τις διακόσιες χιλιάδες ευρώ…

-Ένα λεπτό, να παραγγείλω το τοστ σας, τον διέκοψε ο Δεβρεντής.


-Ξέρετε τι σκέφτομαι; είπε ο Περπατέας, όταν ο αστυνόμος επέστρεψε. Ο ανιψιός έμαθε ότι δεν επρόκειτο να κληρονομήσει τα ακίνητα και φοβήθηκε ότι η θεία του δεν θα του άφηνε ούτε τα χρήματα που φύλαγε στο σπίτι της. Γι’ αυτό της τα έκλεψε. Η γριά τον έπιασε στα πράσα κι αυτός αναγκάστηκε να τη σκοτώσει.

-Ωραίο σενάριο. Πρέπει όμως να γύρισε πίσω, εφόσον φύγατε από το σπίτι της όλοι μαζί.

-Ναι, κάτι τέτοιο πρέπει να έγινε.

-Με αυτή τη λογική μπορεί να γύρισε πίσω οποιοσδήποτε από τους τέσσερίς σας.

-Ναι, αλλά ποιος είχε συμφέρον σ’ αυτή την υπόθεση;


Εκείνη τη στιγμή κατέφθασε το τοστ και η συζήτηση διακόπηκε, μέχρι να το καταβροχθίσει ο Περπατέας, ενώ ο Δεβρεντής περίμενε υπομονετικά.

-Πώς είναι η μέση σας; Συνήλθατε; τον ρώτησε, όταν ο άλλος είχε καταπιεί και την τελευταία μπουκιά.

-Ναι, εντάξει, όλα καλά.

-Σίγουρα όλα καλά, εφόσον σκάβετε τα χωράφια σας στο χωριό.

-Τι να κάνω, κύριε αστυνόμε. Κάπως πρέπει να ζήσω κι εγώ. Πάλι καλά που έχω αυτά τα χωραφάκια στο χωριό μου. Αλλιώς θα καταντούσα άστεγος. Μου δίνει και η Πολιτεία ένα μικρό επίδομα και κουτσοβολεύομαι.

-Είστε ήδη πενήντα οχτώ χρονών. Πόσο καιρό ακόμα νομίζετε ότι θα μπορείτε να σκάβετε τα χωράφια σας;

Ο Περπατέας έμεινε σιωπηλός.

-Ένας καλός γάμος όμως θα σας έσωζε, συνέχισε ο Δεβρεντής.

-Ποια να με πάρει εμένα τον άνεργο και σ’ αυτή την ηλικία, μουρμούρισε ο Περπατέας.

-Η Κλειώ Σαλόνγκα.


Ο Περπατέας μαρμάρωσε προς στιγμήν. Ύστερα είπε:

-Η Κλειώ δεν ανεχόταν τη συμβίωση με τίποτα ζωντανό. Το ξέρετε ότι δεν ήθελε λουλούδια στο σπίτι της; Ούτε γλάστρες είχε ούτε τίποτα. Μόνο άψυχα αντικείμενα ήθελε. Εμένα με χρειαζόταν για τις ανάγκες της. Της έκανα τις αγγαρείες που μου ζητούσε και μετά έπρεπε να φύγω.


Σταμάτησε για λίγο:

-Μέχρι και τα πόδια της με έβαζε να της τρίβω, όταν πονούσε, πρόσθεσε.

-Ήταν μια σωματική προσέγγιση αυτό όμως.

-Μια αγγαρεία ήταν.

-Που προσέδιδε μια ιδιαίτερη οικειότητα.

-Πού το πάτε, κύριε αστυνόμε;

-Καταλαβαίνετε πού το πάω. Πείτε μου τώρα την αλήθεια: της ζητήσατε να την παντρευτείτε;

-Ποιος διαδίδει αυτές τις ψευτιές; Ο ανιψιός της ασφαλώς, αυτός το ύπουλο υποκείμενο! έκανε εκνευρισμένος ο Περπατέας.

-Γιατί είναι ψευτιές; Της ζητήσατε να σας παντρευτεί κι εκείνη αρνήθηκε. Συμβαίνουν αυτά, είπε ο Δεβρεντής ρίχνοντας άδεια για να πιάσει γεμάτη.


 Ο Περπατέας έμεινε σιωπηλός. 

-Πώς έγινε; Θα μου πείτε λεπτομέρειες;

-Δεν σας τις είπε ο ανιψιός της;

-Θα ήθελα να τις ακούσω από σας.


Καταπτοημένος ο Ευδαίμων Περπατέας διηγήθηκε στον Δεβρεντή ότι ένα βράδυ που τον είχε βάλει πάλι η Σαλόνγκα να τρίψει τα πόδια της, της πρότεινε να παντρευτούν. Της υποσχέθηκε ότι θα ήταν πάντα κοντά της, θα τη φρόντιζε και θα της φερόταν με τρυφερότητα. Ότι είχε ανάγκη από έναν άνθρωπο δικό της που θα νοιαζόταν γι’ αυτήν. Της τα έλεγε όλα αυτά και παράλληλα της έτριβε τα πόδια. Η Σαλόνγκα τον άκουγε ανέκφραστη. Μετά του είπε: «Πήγαινε στο διάολο!».

-Έτσι σας είπε;

-Έτσι ακριβώς. Σηκώθηκα κι έφυγα ντροπιασμένος. Την άλλη μέρα μού τηλεφώνησε, λες και δεν συνέβαινε τίποτα. Ήθελε να της κάνω κάποια ψώνια. Δεν ξαναμιλήσαμε ποτέ γι’ αυτό το θέμα.

-Τι ανάποδο πλάσμα! σχολίασε ο Δεβρεντής. Αν δεχόταν την πρότασή σας, θα ήταν λέτε σήμερα ζωντανή;

-Χωρίς αμφιβολία. Ποιος θα τολμούσε να την πειράξει με έναν άντρα στο πλευρό της που θα τη νοιαζόταν;

-Και θα είχατε λύσει κι εσείς το οικονομικό σας πρόβλημα.

Ο Περπατέας κούνησε το  κεφάλι κοιτάζοντας αλλού.

-Πάντως οφείλω να σας πω ότι ο ανιψιός της δεν έχει ιδέα γι’ αυτήν την πρόταση γάμου που κάνατε στη θεία του, είπε ο Δεβρεντής.

Ο Περπατέας τον κοίταξε καχύποπτα:

-Ποιος σας το είπε τότε; Μήπως εκείνος ο λιγδιάρης ο ποιητής;

-Όχι, ο λιγδιάρης δεν μου είπε τίποτα.

-Τότε ο χαζοχαρούμενος ο εκδότης της. Αυτός ο υποκριτής. Που τον φλέρταρε για να με ταπεινώσει.

-Εσείς μου είπατε ότι τον φλέρταρε για να τον γελοιοποιήσει.

-Αυτός σας το είπε τελικά;


Ο Δεβρεντής χαμογέλασε χαιρέκακα:

-Κανείς δεν μου το είπε, κύριε Περπατέα. Μόνος σας το ομολογήσατε. Εδώ που τα λέμε δεν είναι δύσκολο να σκεφτεί κανείς ότι ένας γάμος με τη Σαλόνγκα θα σας έσωζε από το άδηλο και άνεργο μέλλον σας. Και φυσικά της κάνατε την πρόταση, όταν απολυθήκατε για δεύτερη φορά.


Ο Περπατέας έσκυψε το κεφάλι κι έμεινε σιωπηλός για αρκετή ώρα. Μετά είπε:

-Όπως και να’ χει, δεν τη σκότωσα εγώ.

-Όχι, δεν τη σκοτώσατε εσείς. Εσείς απλώς τη μαχαιρώσατε.


Ο Περπατέας μαρμάρωσε για δεύτερη φορά.


(Συνεχίζεται)

 

 

 

8/3/26

11. Ο περίεργος θάνατος της ποιήτριας Κλειώς Σαλόνγκα

 

  ΝΕΑ ΑΝΑΤΡΟΠΗ

 

Αυτά που διηγήθηκε στη συνέχεια ο Νεκτάριος Ρομποτέλης ήταν κεραυνός εν αιθρία για τον Δεβρεντή.

 

Ο μικρός εκείνο το βράδυ χαζολογούσε στους έρημους δρόμους στην περιοχή Αμπελοκήπων με την ελπίδα να βρει κανένα διαμέρισμα με ανοιχτή μπαλκονόπορτα για να σαλτάρει, αλλά κάτι τέτοιο και μάλιστα νυχτιάτικα αποδείχτηκε μάταιο.

 

Καθώς όμως περνούσε από μια πολυκατοικία και όλα γύρω ήταν σκοτεινά και έρημα, άνοιξε ξαφνικά η εξώπορτα και πετάχτηκαν έξω τρεις άντρες. Ο Νεκτάριος τρύπωσε μέσα στην πολυκατοικία, ενώ οι τρεις άντρες ούτε που γύρισαν να τον κοιτάξουν. Έδειχναν μάλιστα πολύ σκυθρωποί και βιαστικοί.

 

Πήρε το ασανσέρ και ανέβηκε στον πέμπτο όροφο. Έστησε αφτί. Ησυχία. Έριξε μια ματιά στην πόρτα του μοναδικού διαμερίσματος του ορόφου. Ήταν πόρτα ασφαλείας κι αυτός ακόμα δεν είχε ειδικευθεί να ανοίγει τέτοιες πόρτες. Κατέβηκε προσεχτικά στον τέταρτο όροφο. Τα ίδια. Και τα δύο διαμερίσματα είχαν πόρτες ασφαλείας. Ίσως είχε καλύτερη τύχη στον τρίτο όροφο.

 

Εκεί πράγματι τον περίμενε μια πολύ ευχάριστη έκπληξη. Η πόρτα του ενός από τα τρία διαμερίσματα ήταν μεν ασφαλείας, αλλά ήταν ορθάνοιχτη. Και το φως αναμμένο στο χολ. Έβγαλε το σουγιαδάκι του που χρησιμοποιούσε μόνο για εκφοβισμό στις δύσκολες περιστάσεις και μπήκε αθόρυβα στο διαμέρισμα.

 

Εκείνη τη στιγμή ήρθε μούρη με μούρη με μια γριά που ερχόταν να κλείσει την πόρτα. Ο μικρός πρότεινε το σουγιαδάκι του με το ένα χέρι και με το άλλο τής έκανε νόημα να μη βγάλει άχνα.

Η γριά υπάκουσε τρομοκρατημένη.

 

-Πού έχεις τα λεφτά; της ψιθύρισε ο Νεκτάριος.

 

Η γριά τού έκανε νόημα να την ακολουθήσει. Το διαμέρισμα ήταν λίγο πολύπλοκο, με διαδρόμους δεξιά και αριστερά και με δωμάτια με κλειστές πόρτες. Τελικά μπήκαν σε ένα από αυτά, η γριά άνοιξε τη ντουλάπα, τράβηξε έξω ένα συρτάρι και έβγαλε  ένα μάτσο πενηντάευρα.

 

-Πάρ’ τα και πήγαινε στο καλό, του είπε ψευδίζοντας.

-Άλλα δεν έχεις;

-Αυτά είναι όλα που έχω. Δέκα πέντε χιλιάδες, είπε η γριά και ο Νεκτάριος παρατήρησε ότι το στόμα της ήταν κάπως στραβωμένο.

 

Κανονικά, ένας κλέφτης που σέβεται τον εαυτό του δεν φεύγει ποτέ από το σπίτι που ληστεύει, αν δεν το ψάξει ενδελεχώς. Όμως το μάτσο με τα πενηντάευρα ήταν αρκετά χοντρό και ο Νεκτάριος δεν ήθελε να χάσει τον χρόνο του ψάχνοντας αυτό το δαιδαλώδες διαμέρισμα. Από την άλλη, η εκπαίδευσή του στις ληστείες ήταν πολύ ελλιπής, αυτός ήξερε να κλέβει άδεια σπίτια. Και σε αντίθεση με τους συναδέλφους του, δεν είχε αρχίσει ακόμα να δέρνει αυτούς που έκλεβε.

 

Γύρισε λοιπόν την πλάτη του στη γριά και προσπάθησε να βρει την έξοδο, αλλά μπερδεύτηκε μέσα στους διαδρόμους και κάποια στιγμή στάθηκε σαν χαμένος μην ξέροντας προς τα πού να πάει.

 

-Εκείνη τη στιγμή τον είδα, είπε στον Δεβρεντή.

-Ποιον; ρώτησε ο Δεβρεντής τρέμοντας σχεδόν από ανυπομονησία.

-Έναν ψηλό αδύνατο άντρα που κρυβόταν πίσω από μια πόρτα. Να πω την αλήθεια, φοβήθηκα, γιατί πίστευα πως η γριά ήταν μόνη της. Άρχισα να τρέχω και τελικά βρήκα την έξοδο και το’ σκασα.

-Και θέλεις τώρα να σε πιστέψω; είπε ο Δεβρεντής.

-Σ’το ορκίζομαι, κυρ αστυνόμε, σου λέω την αλήθεια!

-Έπιασες τίποτα, όσο ήσουν μέσα στο διαμέρισμα;

-Δεν θυμάμαι. Φόραγα όμως τα γάντια μου.

-Και γιατί να πιστέψω αυτό το παραμύθι και να μην πιστέψω ότι σκότωσες εσύ τη γριά;

-Με το σουγιαδάκι μου; Πλάκα μού κάνεις τώρα; Αφού βρήκατε το μαχαίρι της κουζίνας γεμάτο αίματα!

-Και γιατί να μην τη σκότωσες εσύ με το μαχαίρι της κουζίνας  και μετά με την ησυχία σου να έψαξες το διαμέρισμα; Βρήκες τις διακόσιες χιλιάδες ευρώ και τις βούτηξες. Ε; Πώς σου φαίνεται αυτό το σενάριο;

-Μα τι λες τώρα, κυρ αστυνόμε! Αν είχα εγώ διακόσιες χιλιάδες ευρώ, θα παραθέριζα τώρα στη Μύκονο και θα είχα και καμιά δεκαριά γκόμενες να με νταντεύουν, δεν θα έκλεβα άδεια σπίτια στην Παλλήνη!

 

Ο Δεβρεντής τον παρατήρησε σιωπηλός για λίγη ώρα. Εδώ που τα λέμε ένα δίκιο το είχε ο μικρός.

 

-Και γιατί δεν ήρθες νωρίτερα να μας τα πεις αυτά;

-Για χαζό με έχεις μου φαίνεται. Να έρθω μόνος μου να με συλλάβετε για ληστεία και φόνο; Τώρα όμως είναι αλλιώς. Εγώ ένα απλό κλεφτρόνι είμαι. Να βρείτε αυτόν τον άντρα που κρυβόταν στο διαμέρισμα της Σαλόνγκας. Αυτός τη σκότωσε.

 

Ο Δεβρεντής έμεινε για λίγο σκεφτικός. Το κλεφτρόνι μάλλον έλεγε την αλήθεια και επομένως είχε έρθει η ώρα να τσακώσουν  επιτέλους τον δολοφόνο της Σαλόνγκα, δηλαδή αυτόν που επιχείρησε να την μαχαιρώσει και της προκάλεσε το εγκεφαλικό. Και μετά άρπαξε και τις διακόσιες χιλιάδες ευρώ.

 

-Αν τον δεις αυτόν τον τύπο, θα τον αναγνωρίσεις;

 

Ο μικρός έξυσε το πηγούνι του:

-Χμ, ναι. Αν και δεν είδα ολόκληρο το μούτρο του, μόνο το μισό.

-Καλά. Περίμενε εδώ. Θα πω να σου φέρουν κι άλλη πορτοκαλάδα.

-Είσαι πολύ κύριος, κυρ αστυνόμε, είπε ο Ρομποτέλης. Να σηκωθώ λίγο να ξεμουδιάσω;

-Να κάτσεις εκεί που κάθεσαι.

 

Λίγο αργότερα ο ύποπτος είχε εντοπιστεί. Ο Δεβρεντής έδειξε στον νεαρό μια σειρά από φωτογραφίες ανδρών, ανάμεσα στις οποίες ήταν και οι φωτογραφίες των τεσσάρων καλεσμένων στο μοιραίο εκείνο δείπνο της ποιήτριας. Ο Νεκτάριος Ρομποτέλης έδειξε έναν και είπε με σιγουριά:

 

-Αυτός! Αυτός ήταν!

-Είσαι σίγουρος;

-Εκατό τοις εκατό! Αυτός!

 

Ο Χαράλαμπος Δεβρεντής προσπάθησε να διατηρήσει την ψυχραιμία του.

 

-Μήπως αναγνωρίζεις και εκείνους τους τρεις άνδρες που βγήκαν από την εξώπορτα της πολυκατοικίας, ενώ εσύ έμπαινες;

 

-Και βέβαια! Τους θυμάμαι πολύ καλά. Όταν δω κάποιον μια φορά, τον θυμάμαι για πάντα. Είναι η δουλειά μου αυτή. Ξέρεις εσύ, κύριε αστυνόμε.

 

Ο Δεβρεντής δεν άντεξε άλλο. Του έδωσε μια φάπα στον σβέρκο και του είπε:

-Άσε τις σαχλαμάρες και δείξε μου ποιοι είναι.

 

Το κλεφτρόνι μελέτησε ξανά τις φωτογραφίες που είχε μπροστά του και του υπέδειξε έναν έναν αυτούς τους τρεις που είδε να βγαίνουν από την πολυκατοικία.

 

-Μάλιστα. Πολύ καλά τα πήγαμε σήμερα, Ρομποτέλη. Θα σε χρειαστούμε για μάρτυρα στο δικαστήριο. Και σταμάτα να κλέβεις. Γίνε τίμιος άνθρωπος. Για το καλό σου το λέω.

 

Ο Ρομποτέλης χαμογέλασε:

-Πού να βρω δουλειά, κυρ αστυνόμε; Εύκολο το’ χεις; Αλλά τέλος πάντων είμαι ευχαριστημένος που σας φάνηκα χρήσιμος. Μην το ξεχάσετε όμως αυτό στη δική μου δίκη!

-Μην ανησυχείς, θα το θυμόμαστε.


(Συνεχίζεται)



 

7/3/26

10. Ο περίεργος θάνατος της ποιήτριας Κλειώς Σαλόνγκα

 

 ΤΟ ΚΛΕΦΤΡΟΝΙ


Οι μέρες περνούσαν και το μυστήριο δεν λυνόταν. Κι όμως, ο Χαράλαμπος Δεβρεντής ένιωθε ότι η λύση ήταν μπροστά στα μάτια του και αυτός απλώς δεν την έβλεπε.

 

Ήταν έτοιμος να ζητήσει ένταλμα για να ερευνήσει τα σπίτια των υπόπτων, αν και δεν είχε ακόμη ανακρίνει για δεύτερη φορά τον Ευδαίμονα Περπατέα, ο οποίος έλειπε στο χωριό του εκείνες τις μέρες, όταν η αστυνομία συνέλαβε ένα κλεφτρόνι, από αυτά που μπαίνουν στα αφύλαχτα σπίτια και τα ρημάζουν.

 

Αυτή τη φορά το κλεφτρόνι είχε σταθεί άτυχο. Τον είχαν πιάσει επ’ αυτοφώρω τη στιγμή που έβγαινε από ένα εξοχικό στην Παλλήνη, φορτωμένο κοσμήματα και δυο ακριβά κινητά. Δεν ήταν ούτε δέκα οχτώ χρονών, μικρόσωμος και ευλύγιστος σαν γάτος. Συνηθισμένος στις συλλήψεις και εξοικειωμένος με τους αστυνομικούς ο Νεκτάριος Ρομποτέλης, ζήτησε μια πορτοκαλάδα, την ήπιε με την ησυχία του και μετά είπε:

 

-Άμα σας δώσω πληροφορίες για κείνη τη Σαλόνγκα, θα μειωθεί η ποινή μου;

 

Οι αστυνομικοί του τμήματος Παλλήνης έμειναν κόκαλο.

 

-Τι ξέρεις εσύ, ρε μαλακισμένο, για τη Σαλόνγκα;

-Ξέρω, είπε ο μικρός.

-Για πες, τι ξέρεις;

-Δεν λέω τίποτα, αν δεν μου υποσχεθείτε ότι θα μειωθεί η ποινή μου.

-Εντάξει, θα μειωθεί η ποινή σου. Για λέγε!

-Να το πει και ο Εισαγγελέας, είπε ο μικρός που δεν ήταν τελικά και τόσο αγαθιάρης.

 

 

Την επόμενη μέρα ο Χαράλαμπος Δεβρεντής δεχόταν στο γραφείο του τον Νεκτάριο Ρομποτέλη για μια σύντομη ανάκριση. Το πιθανότερο ήταν ότι το κλεφτρόνι είχε επινοήσει κάποιο παραμύθι για να τους ξεγελάσει και να μειωθεί η ποινή του, όπως κάνουν πολλοί του σιναφιού του. Αλλά πάλι ποτέ κανείς δεν ξέρει.

 

-Λοιπόν, Ρομποτέλη, όλα εντάξει, ο Εισαγγελέας συμφώνησε. Για λέγε τώρα, τι ξέρεις για τη Σαλόνγκα;

-Μπορώ να έχω μια πορτοκαλάδα;

 

 Ο Δεβρεντής σηκώθηκε για να την παραγγείλει.

 

-Να είναι παγωμένη όμως! φώναξε από πίσω του ο Νεκτάριος, όχι καμιά νερόβραστη σούπα!

 

Ο Δεβρεντής τού έριξε μια άγρια ματιά, αλλά ο Νεκτάριος έμεινε ατάραχος.

 

-Λέγε τι ξέρεις να μην καθυστερούμε, είπε ο Δεβρεντής επιστρέφοντας στην πολυθρόνα του.

-Θα καθυστερήσουμε λίγο, γιατί έχω να πω πολλά, είπε ο μικρός.

 

Μια σπίθα άναψε στον νου του αστυνόμου. Τούτο εδώ το κλεφτρόνι έδειχνε μεγάλη σιγουριά. Κάτι ήξερε, δεν αερολογούσε.

 

-Να έρθει πρώτα η πορτοκαλάδα, να ηρεμήσω κι εγώ λίγο, είπε ο Νεκτάριος μισοξαπλώνοντας στην καρέκλα.

 

«Έτσι και μας κοροϊδεύει αυτό εδώ το ρεμάλι, θα φάει πολύ ξύλο», σκέφτηκε ο Δεβρεντής. Παράλληλα χαμογέλασε στον μικρό.

 

-Όλα καλά; είπε για να πει κάτι.

-Τι όλα καλά και αηδίες, το μεροκάματο βγαίνει δύσκολα, είπε ο Νεκτάριος.

-Να βρεις μια έντιμη δουλειά, να πάψεις να μας απασχολείς κι εμάς.

-Αν δούλευα σε μια έντιμη δουλειά, εσείς θα ψάχνατε για τον δολοφόνο της Σαλόνγκας στον αιώνα τον άπαντα.

 

Ο Δεβρεντής έχασε την υπομονή του:

-Τι στο διάολο ξέρεις; Θα μας πεις καμιά φορά;

-Πρώτα να έρθει η πορτοκαλάδα.

 

Ευτυχώς εκείνη τη στιγμή έφεραν την πορτοκαλάδα και ο Νεκτάριος άρχισε να την πίνει γουλιά γουλιά.

-Τέλεια, είπε, όπως ακριβώς την ήθελα!

 

Ο Δεβρεντής ένιωσε τα νεύρα του να τεντώνονται άσχημα. Με δυσκολία κρατήθηκε να μη σηκωθεί και ν’ αρχίσει στις φάπες το κλεφτρόνι.

 

Ο μικρός ήπιε την πορτοκαλάδα του, άφησε το μπουκάλι στο γραφείο και είπε:

-Και τώρα αρχίζουμε.

 

(Συνεχίζεται)

 

6/3/26

9.Ο περίεργος θάνατος της ποιήτριας Κλειώς Σαλόνγκα

  Ο ΘΥΜΩΜΕΝΟΣ ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΤΑΡΑΝΤΑΚΗΣ


Δυο μέρες αργότερα τα ΜΜΕ γνώριζαν ποιοι ήταν οι συνδαιτημόνες του δείπνου της μοιραίας εκείνης Πέμπτης, αλλά αρκέστηκαν να αναφέρουν τα αρχικά τους και την ιδιότητά τους: Μ.Σ. ανιψιός της ποιήτριας, Σ.Κ. εκδότης, Ε.Π. δημοσιογράφος, Ε.Τ ποιητής. Αρκετοί κατάλαβαν για ποιους επρόκειτο, ο περισσότερος κόσμος όμως έμεινε με την απορία.

 

Στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης οι θεωρίες είχαν φουντώσει. Μπορούσε να διαβάσει κανείς τα πιο εξωφρενικά σενάρια και κάποιοι κακεντρεχείς άφηναν να εννοηθεί ότι, πριν δολοφονηθεί η ποιήτρια, είχε προηγηθεί όργιο με τέσσερα μεθυσμένα αρσενικά που την είχαν βιάσει και μετά τη σκότωσαν. Κάποιοι άλλοι πάλι ένιωσαν βαριά θιγμένοι με τέτοιες προσβολές στη μνήμη μιας μεγάλης ποιήτριας και απάντησαν αναλόγως, με αποτέλεσμα να ξεσπάσουν μεγάλοι καβγάδες στο διαδίκτυο.

 

Η πολιτική κηδεία της Κλειώς Σαλόνγκα έγινε σε στενό κύκλο σύμφωνα με την επιθυμία της που είχε εκφράσει πολλές φορές δημόσια. Οι τέσσερις μάρτυρες που εθεωρούντο ύποπτοι ήταν παρόντες, καθώς και κάποιοι διανοούμενοι και μερικοί περίεργοι, από αυτούς που πάνε σε κηδείες διασήμων για να χαζέψουν.

 

Ευτυχώς για την αστυνομία η υπόθεση αυτή ξεχάστηκε σχετικά γρήγορα, καθώς ξέσπασε ο πόλεμος μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας και το ενδιαφέρον του κόσμου στράφηκε εκεί.

 

Ο Χαράλαμπος Δεβρεντής ωστόσο συνέχισε τις έρευνές του χωρίς όμως αποτέλεσμα. Ο πειρασμός να υποθέσει ότι επιτέθηκαν στην ποιήτρια όλοι μαζί και κάποιος επιχείρησε να τη μαχαιρώσει, με αποτέλεσμα εκείνη να τρομάξει τόσο, ώστε να πεθάνει από εγκεφαλικό, ήταν μεγάλος, αλλά αρνούνταν να υποκύψει στο μυθιστόρημα της Αγκάθας Κρίστι. Κι όμως, όλα τα στοιχεία έδειχναν προς αυτή την κατεύθυνση: Η Κλειώ Σαλόνγκα είχε προσβάλει και τους τέσσερις καλεσμένους της, οι οποίοι είχαν ή περίμεναν κάποιο σημαντικό όφελος από αυτήν, εκείνη όμως γνώριζε τα κίνητρά τους, κάτι το οποίο την είχε εξοργίσει και παράλληλα το έβρισκε και βολικό για να τους εκμεταλλεύεται κι εκείνη με τη σειρά της.

 

Η δεύτερη ανάκριση του Ευγένιου Ταραντάκη δεν έφερε τίποτε καινούργιο στην επιφάνεια. Ο νεαρός ποιητής επανέλαβε τα ίδια που είχε πει και την πρώτη φορά με τη διαφορά ότι παραδέχτηκε πως η Σαλόνγκα φλέρταρε αναίσχυντα τον εκδότη της, πράγμα το οποίο οφειλόταν στο γεγονός ότι ο Ταραντάκης είχε αποσυρθεί από τα σεξουαλικά του καθήκοντα τον τελευταίο καιρό, γιατί δεν άντεχε άλλο.

 

-Η Κλειώ Σαλόνγκα φλέρταρε επίτηδες τον Κεντιρέ για να μου τη σπάσει, είπε ωμά.

-Η Κλειώ Σαλόνγκα φλέρταρε τον Κεντιρέ εδώ και πολύ καιρό, είπε ο Δεβρεντής.

 

Ο Ταραντάκης κοίταξε με μίσος τον αστυνόμο:

-Δεν σας πιστεύω, είπε.

-Δικαίωμά σας. Της ζητήσατε ποτέ χρήματα;

-Μου είχε δώσει πριν λίγες μέρες οχτακόσια ευρώ.

-Της τα είχατε ζητήσει;

-Όχι. Μου τα έδωσε από μόνη της για να εκδώσω τη δεύτερη ποιητική συλλογή μου..

-Ξέρατε φυσικά ότι ήταν πλούσια.

-Δεν με ενδιέφερε αυτό. Εγώ ήθελα να με μπάσει στους κύκλους των διανοουμένων. Να με συστήσει, να με γνωρίσει σε άλλους ποιητές, σε κριτικούς. Να μπω σ’ αυτό τον κλειστό χώρο και να αναδειχτεί η ποίησή μου. Δεν έκανε τίποτα όμως. Με εκμεταλλεύτηκε, κύριε αστυνόμε. Εκμεταλλεύτηκε τα νιάτα μου και την ομορφιά μου.

 

Ο Δεβρεντής κοίταξε παγερά τον νεαρό ποιητή:

-Η αλήθεια είναι ότι αξίζατε παραπάνω από οχτακόσια ευρώ.

 

Ο Ταραντάκης άσπρισε από το θυμό του, αλλά έμεινε βουβός.

 

-Είχατε επομένως κάθε λόγο να την αντιπαθείτε, συνέχισε ο Δεβρεντής.

-Αυτό δεν σημαίνει ότι τη σκότωσα κιόλας.

-Όταν κατεβαίνατε τις σκάλες, ακούσατε τον Περπατέα που γλίστρησε κι έπεσε;

 

Ο Ταραντάκης έμεινε για λίγο σιωπηλός.

-Τον άκουσα, είπε μετά.

-Και τι κάνατε;

-Τίποτα.

-Πού πήγατε, όταν φύγατε από το σπίτι της;

-Γύρισα στο δικό μου.

-Σας είδε κανείς;

-Οι γονείς μου. Έβλεπαν μια ταινία στην τηλεόραση.

 

 (Συνεχίζεται)