6/3/26

9.Ο περίεργος θάνατος της ποιήτριας Κλειώς Σαλόνγκα

  Ο ΘΥΜΩΜΕΝΟΣ ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΤΑΡΑΝΤΑΚΗΣ


Δυο μέρες αργότερα τα ΜΜΕ γνώριζαν ποιοι ήταν οι συνδαιτημόνες του δείπνου της μοιραίας εκείνης Πέμπτης, αλλά αρκέστηκαν να αναφέρουν τα αρχικά τους και την ιδιότητά τους: Μ.Σ. ανιψιός της ποιήτριας, Σ.Κ. εκδότης, Ε.Π. δημοσιογράφος, Ε.Τ ποιητής. Αρκετοί κατάλαβαν για ποιους επρόκειτο, ο περισσότερος κόσμος όμως έμεινε με την απορία.

 

Στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης οι θεωρίες είχαν φουντώσει. Μπορούσε να διαβάσει κανείς τα πιο εξωφρενικά σενάρια και κάποιοι κακεντρεχείς άφηναν να εννοηθεί ότι, πριν δολοφονηθεί η ποιήτρια, είχε προηγηθεί όργιο με τέσσερα μεθυσμένα αρσενικά που την είχαν βιάσει και μετά τη σκότωσαν. Κάποιοι άλλοι πάλι ένιωσαν βαριά θιγμένοι με τέτοιες προσβολές στη μνήμη μιας μεγάλης ποιήτριας και απάντησαν αναλόγως, με αποτέλεσμα να ξεσπάσουν μεγάλοι καβγάδες στο διαδίκτυο.

 

Η πολιτική κηδεία της Κλειώς Σαλόνγκα έγινε σε στενό κύκλο σύμφωνα με την επιθυμία της που είχε εκφράσει πολλές φορές δημόσια. Οι τέσσερις μάρτυρες που εθεωρούντο ύποπτοι ήταν παρόντες, καθώς και κάποιοι διανοούμενοι και μερικοί περίεργοι, από αυτούς που πάνε σε κηδείες διασήμων για να χαζέψουν.

 

Ευτυχώς για την αστυνομία η υπόθεση αυτή ξεχάστηκε σχετικά γρήγορα, καθώς ξέσπασε ο πόλεμος μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας και το ενδιαφέρον του κόσμου στράφηκε εκεί.

 

Ο Χαράλαμπος Δεβρεντής ωστόσο συνέχισε τις έρευνές του χωρίς όμως αποτέλεσμα. Ο πειρασμός να υποθέσει ότι επιτέθηκαν στην ποιήτρια όλοι μαζί και κάποιος επιχείρησε να τη μαχαιρώσει, με αποτέλεσμα εκείνη να τρομάξει τόσο, ώστε να πεθάνει από εγκεφαλικό, ήταν μεγάλος, αλλά αρνούνταν να υποκύψει στο μυθιστόρημα της Αγκάθας Κρίστι. Κι όμως, όλα τα στοιχεία έδειχναν προς αυτή την κατεύθυνση: Η Κλειώ Σαλόνγκα είχε προσβάλει και τους τέσσερις καλεσμένους της, οι οποίοι είχαν ή περίμεναν κάποιο σημαντικό όφελος από αυτήν, εκείνη όμως γνώριζε τα κίνητρά τους, κάτι το οποίο την είχε εξοργίσει και παράλληλα το έβρισκε και βολικό για να τους εκμεταλλεύεται κι εκείνη με τη σειρά της.

 

Η δεύτερη ανάκριση του Ευγένιου Ταραντάκη δεν έφερε τίποτε καινούργιο στην επιφάνεια. Ο νεαρός ποιητής επανέλαβε τα ίδια που είχε πει και την πρώτη φορά με τη διαφορά ότι παραδέχτηκε πως η Σαλόνγκα φλέρταρε αναίσχυντα τον εκδότη της, πράγμα το οποίο οφειλόταν στο γεγονός ότι ο Ταραντάκης είχε αποσυρθεί από τα σεξουαλικά του καθήκοντα τον τελευταίο καιρό, γιατί δεν άντεχε άλλο.

 

-Η Κλειώ Σαλόνγκα φλέρταρε επίτηδες τον Κεντιρέ για να μου τη σπάσει, είπε ωμά.

-Η Κλειώ Σαλόνγκα φλέρταρε τον Κεντιρέ εδώ και πολύ καιρό, είπε ο Δεβρεντής.

 

Ο Ταραντάκης κοίταξε με μίσος τον αστυνόμο:

-Δεν σας πιστεύω, είπε.

-Δικαίωμά σας. Της ζητήσατε ποτέ χρήματα;

-Μου είχε δώσει πριν λίγες μέρες οχτακόσια ευρώ.

-Της τα είχατε ζητήσει;

-Όχι. Μου τα έδωσε από μόνη της για να εκδώσω τη δεύτερη ποιητική συλλογή μου..

-Ξέρατε φυσικά ότι ήταν πλούσια.

-Δεν με ενδιέφερε αυτό. Εγώ ήθελα να με μπάσει στους κύκλους των διανοουμένων. Να με συστήσει, να με γνωρίσει σε άλλους ποιητές, σε κριτικούς. Να μπω σ’ αυτό τον κλειστό χώρο και να αναδειχτεί η ποίησή μου. Δεν έκανε τίποτα όμως. Με εκμεταλλεύτηκε, κύριε αστυνόμε. Εκμεταλλεύτηκε τα νιάτα μου και την ομορφιά μου.

 

Ο Δεβρεντής κοίταξε παγερά τον νεαρό ποιητή:

-Η αλήθεια είναι ότι αξίζατε παραπάνω από οχτακόσια ευρώ.

 

Ο Ταραντάκης άσπρισε από το θυμό του, αλλά έμεινε βουβός.

 

-Είχατε επομένως κάθε λόγο να την αντιπαθείτε, συνέχισε ο Δεβρεντής.

-Αυτό δεν σημαίνει ότι τη σκότωσα κιόλας.

-Όταν κατεβαίνατε τις σκάλες, ακούσατε τον Περπατέα που γλίστρησε κι έπεσε;

 

Ο Ταραντάκης έμεινε για λίγο σιωπηλός.

-Τον άκουσα, είπε μετά.

-Και τι κάνατε;

-Τίποτα.

-Πού πήγατε, όταν φύγατε από το σπίτι της;

-Γύρισα στο δικό μου.

-Σας είδε κανείς;

-Οι γονείς μου. Έβλεπαν μια ταινία στην τηλεόραση.

 

 (Συνεχίζεται)



5/3/26

8. Ο περίεργος θάνατος της ποιήτριας Κλειώς Σαλόνγκα

 ΣΠΥΡΟΣ ΚΕΝΤΙΡΕΣ: ΝΕΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

 

Στα ΜΜΕ γινόταν ένας μικρός χαμός εκείνες τις μέρες. Σε όλο τον κόσμο ήταν γνωστή η σπουδαία ποιήτρια Κλειώ Σαλόνγκα, μολονότι λίγοι ήταν εκείνοι που γνώριζαν και την ποίησή της. Οι περισσότεροι τη γνώριζαν από τις φωτογραφίες της, αρκετοί από κάποιες τηλεοπτικές συνεντεύξεις που είχε δώσει κάποτε, μερικοί από κάποια άρθρα της που είχαν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και φυσικά όλοι όσοι ανήκαν στον κύκλο της διανόησης, οι οποίοι επί πλέον είχαν μελετήσει την ποίησή της και είχαν γράψει γι’ αυτήν.

 

Τα ΜΜΕ συναγωνίζονταν το ένα το άλλο σε πληροφορίες που έπαιρναν από μυστικές πηγές, μολονότι δεν ανέφεραν τίποτα για εγκεφαλικό. Το μόνο που ήξεραν ήταν ότι η ποιήτρια είχε κάνει το τραπέζι σε κάποιους φίλους της την παραμονή ή το ίδιο βράδυ της δολοφονίας της. Ούτε τα ονόματά τους δεν γνώριζαν.

 

Λόγιοι εξέφραζαν τη βαθιά τους λύπη για την απώλεια, κριτικοί μιλούσαν για την απαράμιλλη ποιητική της δεξιότητα και άλλες τέλος πάντων προσωπικότητες του χώρου απαιτούσαν από την αστυνομία να βρεθεί τάχιστα ο δολοφόνος.

 

«Θα βρεθεί οπωσδήποτε», διαβεβαίωνε ο Χαράλαμπος Δεβρεντής τους φορτικούς δημοσιογράφους, «είναι θέμα χρόνου, μην ανησυχείτε».

 

 

Ο δεύτερος που ήρθε στον νέο γύρο των ανακρίσεων ήταν ο εκδότης Σπύρος Κεντιρές. Ήταν νευρικός, ανήσυχος και άλλαζε συνεχώς στάσεις στην καρέκλα που καθόταν.

 

«Ύποπτο αυτό», σκέφτηκε ο αστυνόμος που εν τω μεταξύ είχε μάθει και άλλα πράγματα για τον βίο και την πολιτεία του.

 

-Αν θέλετε να καπνίσετε, μπορείτε να το κάνετε ελεύθερα, του είπε καθησυχαστικά και έβγαλε από το συρτάρι του το σταχτοδοχείο.

 

-Ευχαριστώ, θα καπνίσω, είπε ο Κεντιρές. Τα χέρια του έτρεμαν ελαφρά, καθώς άναβε το τσιγάρο.

 

«Πολύ ύποπτο», ξανασκέφτηκε ο αστυνόμος.

 

-Ας τα πάρουμε πάλι από την αρχή, κύριε Κεντιρέ. Το βράδυ του δείπνου το θύμα σάς φλέρταρε προκλητικά, όπως μου είπατε. Δηλαδή τι έκανε;

-Και τι δεν έκανε, κύριε αστυνόμε. Μου έπιανε τα χέρια και μου τα χάιδευε, χάιδευε το πρόσωπό μου, μου έλεγε πως είμαι όμορφος και τρελαίνω τις γυναίκες, ότι μου γράφει ποιήματα και πως η επόμενη συλλογή της θα είναι ολόκληρη ερωτικά ποιήματα για μένα, τι  να σας πω, τα είχα χάσει εντελώς. Τέτοιο απροκάλυπτο κόλλημα και μάλιστα μπροστά σε άλλους δεν μου είχε ξανασυμβεί.

-Κι εσείς πώς αντιδράσατε;

-Το γύρισα στο αστείο, καταλαβαίνετε, ένιωθα μεγάλη αμηχανία. Έδειχνα εύθυμος, για να μη χαλάσω την ατμόσφαιρα, αλλά στην πραγματικότητα ήμουν πολύ σαστισμένος.

-Σαστισμένος ή τσαντισμένος;

 

Ο εκδότης έσβησε το τσιγάρο του στο σταχτοδοχείο  και άναψε αμέσως ένα άλλο.

 

-Για να είμαι ειλικρινής, είχα αρχίσει να εκνευρίζομαι.

-Οι άλλοι τι έκαναν;

-Κοίταζαν. Τι να κάνουν κι αυτοί…

-Μήπως χαμογελούσαν;

-Μπορεί, δεν ξέρω. Δεν θυμάμαι πάνω στην ταραχή μου.

-Σκεφτήκατε καθόλου την περίπτωση να ήθελε η μακαρίτισσα να σας γελοιοποιήσει;

 

Ο Κεντιρές έμεινε με το στόμα ανοιχτό:

-Γιατί να έκανε κάτι τέτοιο;

-Ίσως να σας είχε άχτι για κάτι.

-Για ποιο πράγμα; Δεν είχαμε διαφορές μεταξύ μας!

-Η Κλειώ Σαλόνγκα ισχυριζόταν ότι την κλέβατε, δεν της δίνατε τα δικαιώματά της από τις πωλήσεις των βιβλίων της.

-Αυτό είναι ψέμα! Ήμουν πάντα έντιμος απέναντί της. Πάντα!

-Ίσως είχε θυμώσει που δεν ανταποκρινόσασταν στο φλερτ της.

-Με μια ηλικιωμένη γυναίκα; Μα ήταν δυνατόν αυτό;


Έμεινε για λίγο σιωπηλός κοιτάζοντας αφηρημένα έξω από το παράθυρο.


-Είναι τρελά πράγματα αυτά που ακούω! μονολόγησε.

-Να σας πω τότε κάτι που δεν είναι καθόλου τρελό, είπε ήσυχα ο Χαράλαμπος Δεβρεντής. Είναι αλήθεια ότι είστε χρεωμένος ως τον λαιμό; Ότι η επιχείρησή σας είναι έτοιμη να κλείσει; Ότι έχετε μπλέξει σε κύκλωμα τοκογλύφων που σας απειλούν;

 

Ο Κεντιρές μαρμάρωσε. Έμεινε έτσι μαρμαρωμένος ένα δυο λεπτά, ενώ ο Δεβρεντής έπαιζε με το στιλό του και περίμενε υπομονετικά.

 

Μετά κατέρρευσε. Κρεμάστηκε σαν μαριονέτα στην καρέκλα και το τσιγάρο του γλίστρησε από τα δάχτυλά του και έπεσε στο πάτωμα. Ο Δεβρεντής πετάχτηκε πάνω και φώναξε κάποιους αστυφύλακες να τον βοηθήσουν. Έριξαν νερό στο πρόσωπό του, ξεκούμπωσαν το πουκάμισό του, του έκαναν αέρα, ενώ ο Κεντιρές τούς παρακολουθούσε άφωνος.

 

-Πώς αισθάνεσθε; ρώτησε ο Δεβρεντής.

-Καλύτερα, ευχαριστώ, ψιθύρισε ο Κεντιρές. Το παθαίνω πότε πότε αυτό, όταν είμαι σε υπερένταση.

-Θέλετε να φωνάξουμε γιατρό;

 

Ο Κεντιρές ανακάθισε στην καρέκλα του παίρνοντας μια φυσιολογική στάση:

 

-Δεν χρειάζεται. Είμαι καλά τώρα.

-Μπορούμε να συνεχίσουμε δηλαδή;

-Ναι, βεβαίως. Τι λέγαμε;

-Ότι είστε καταχρεωμένος και σας κυνηγούν οι τοκογλύφοι.

-Αφήστε τα, έχω μπλέξει, αναστέναξε ο εκδότης.

-Διακόσιες χιλιάδες ευρώ θα έλυναν το  πρόβλημά σας;

-Δεν είμαι δολοφόνος, κύριε αστυνόμε.

-Αν όμως σας απειλούσαν κάποιοι δολοφόνοι;

-Δεν είμαι δολοφόνος, επανέλαβε ο Κεντιρές.

 

Ύστερα ξαφνικά έβαλε τα κλάματα.

-Η ζωή μου καταστράφηκε! Είμαι χαμένος έτσι κι αλλιώς! Θέλετε να με συλλάβετε; Ορίστε! Δεν θα αντισταθώ!

-Θα σας βρουν και στη φυλακή οι τοκογλύφοι, είπε ο Δεβρεντής ψυχρά. Και εν πάση περιπτώσει, προς το παρόν είστε απλώς ύποπτος.

 

Έβγαλε από το συρτάρι του ένα κουτί με χαρτομάντιλα και του έδωσε ένα.

 

-Μη βγείτε κλαμένος από δω μέσα. Και να ξέρετε ότι αργά ή γρήγορα οι δημοσιογράφοι θα μάθουν τα ονόματά σας. Κάποιος θα τους τα σφυρίξει.

-Μπορώ να φύγω τώρα;

-Μια ερώτηση ακόμα, κύριε Κεντιρέ: μετά από εκείνο το επεισοδιακό δείπνο στης Κλειώς Σαλόνγκα, επιστρέψατε στο σπίτι σας;

-Ήμουν πολύ ταραγμένος και για να καλμάρω πήγα για ποτό σ’ ένα μπαρ στα Εξάρχεια.

-Σε ποιο μπαρ;

-Στο «Monster». Με γνωρίζει ο μπάρμαν. Μπορείτε να τον ρωτήσετε. Ήπια δυο ουίσκι και μετά πήγα σπίτι μου.

-Τον Περπατέα που έπεσε στις σκάλες, όταν κατεβαίνατε. τον πήρατε είδηση;

-Έπεσε ο Περπατέας;

-Έπεσε και στράβωσε η μέση του.

-Κάτι μου φάνηκε ότι άκουσα, ένα βογκητό κάποια στιγμή, αλλά δεν είμαι σίγουρος. Με τόση ταραχή, καταλαβαίνετε…

-Καταλαβαίνω, κύριε Κεντιρέ.


(Συνεχίζεται)



 

4/3/26

7. Ο περίεργος θάνατος της ποιήτριας Κλειώς Σαλόνγκα


ΝΕΟΣ ΓΥΡΟΣ ΥΠΟΠΤΩΝ: ΜΑΝΟΣ ΣΑΛΟΝΓΚΑΣ


Στον δεύτερο γύρο εξέτασης μαρτύρων – τους οποίους πλέον ο Δεβρεντής θεωρούσε όλους υπόπτους – απέφυγε να τους ενημερώσει για την έκθεση του ιατροδικαστή. Αυτό το ήξεραν μόνο εκείνος, οι δύο βοηθοί του και ο ιατροδικαστής. Τα ΜΜΕ βοούσαν για την τραγική δολοφονία της ποιήτριας και ο Δεβρεντής τα άφησε να βοούν κρυμμένος στις σκιές του.

 

Ξεκίνησε πάλι από τον ανιψιό της ποιήτριας, τον Μάνο Σαλόνγκα.

 

Ο Μάνος Σαλόνγκας πάντα περιποιημένος, με κοστούμι, γραβάτα και καλοχτενισμένα μαλλιά ήρθε στην ώρα του στο καθορισμένο ραντεβού, χαιρέτησε ψυχρά και κάθισε στην καρέκλα σιωπηλός.

 

-Σας ταλαιπωρώ λίγο, είπε τάχα απολογούμενος ο Χαράλαμπος Δεβρεντής.

-Παρακαλώ. Εδώ πρόκειται για τον φόνο της θείας μου.

-Της οποίας την περιουσία κληρονομήσατε.

-Ποια περιουσία; Οι διακόσιες χιλιάδες ευρώ εξαφανίστηκαν.

-Σας έμεινε τουλάχιστον το σπίτι της. Άλλα ακίνητα είχε;

-Δυο γκαρσονιέρες που τις  νοίκιαζε.

-Δεν είναι κι άσχημα που θα κληρονομήσετε τώρα τρία ακίνητα.

-Αν υπονοείτε κάτι, με προσβάλλετε βαθύτατα. Τη θεία μου την αγαπούσα.

-Αυτή σας αγαπούσε;

-Βεβαίως.

-Όμως το κλειδί του σπιτιού της δεν σας το είχε δώσει.

-Η θεία μου ήταν περίεργος άνθρωπος. Σκεφτείτε ότι κανείς δεν ήξερε τον κωδικό του συναγερμού του διαμερίσματός της. Πολλές φορές αναρωτιόμουν τι θα γινόταν, αν της συνέβαινε κάτι, έτσι ολομόναχη και κατάκλειστη, όπως ζούσε.

-Τελικά της συνέβη. Μόνο που ο συναγερμός δεν ήταν οπλισμένος και η πόρτα δεν ήταν παραβιασμένη. Δεν το βλέπετε; Κάποιος γνωστός της ήταν μέσα στο διαμέρισμα τη στιγμή του φόνου.

-Εγώ πάντως δεν ήμουν.

-Τι κάνατε, αφού φύγατε εκείνο το βράδυ της Πέμπτης από το διαμέρισμά της;

-Πήρα το αυτοκίνητό μου και γύρισα στο σπίτι μου. Έπεσα αμέσως για ύπνο.

-Σας είδε κανείς, όταν βγήκατε από το αυτοκίνητο ή όταν μπαίνατε στο σπίτι σας;

-Με είδε ο ένοικος του διπλανού διαμερίσματος που έβγαζε εκείνη τη στιγμή τα σκουπίδια.

-Πήρατε είδηση ότι ο Περπατέας έπεσε στις σκάλες, καθώς κατεβαίνατε;

-Όχι, εξάλλου εγώ προπορευόμουν. Δεν κατάλαβα τίποτε.

-Τις επόμενες μέρες δεν σκεφτήκατε να επικοινωνήσετε με τη θεία σας; Να πείτε κάτι για το δείπνο, να δικαιολογηθείτε που φύγατε έτσι απότομα όλοι μαζί;

-Δεν το συνηθίζαμε. Γενικά επικοινωνούσαμε πολύ αραιά και κυρίως με μηνύματα στο φέις μπουκ.

-Παράξενη αγάπη είχατε θεία και ανιψιός. Δεν έχετε κλειδί του σπιτιού της, δεν γνωρίζετε τον κωδικό του συναγερμού της και επικοινωνούσατε με λακωνικά μηνύματα κάθε δέκα, δέκα πέντε μέρες. Θέλετε να σας διαβάσω μερικά;

 

Χωρίς να περιμένει απάντηση, ο Χαράλαμπος Δεβρεντής ανακάτεψε τα χαρτιά του και ξεχώρισε μερικά φύλλα:

 

-«Τι κάνεις, θεία;» «Καλά είμαι. Εσύ;» «Κι εγώ καλά». «Τι κάνεις, Μάνο;» «Είμαι καλά, θεία. Εσύ καλά;» «Καλά κι εγώ». Έτσι πάνε σκοινί κορδόνι όλα σχεδόν τα μηνύματά σας.

 

Ο Μάνος Σαλόνγκας έκανε μια κίνηση ανυπομονησίας:

-Αφού ξέρετε πόσο παράξενη ήταν η θεία μου. Δεν της άρεσαν οι πολλές κουβέντες.

-Από την άλλη σάς είχε εκμυστηρευτεί πόσα χρήματα είχε κρυμμένα στα σπίτι της.

-Ναι. Μου είχε πει μάλιστα πού τα έκρυβε. Όταν τα κακαρώσω, ανιψιέ, να ξέρεις πού θα τα βρεις, μου είχε πει.

-Και πού τα έκρυβε η μακαρίτισσα;

-Στο συρτάρι της ντουλάπας της, εκεί που τοποθετούσε και τα εσώρουχά της. Στην κρεβατοκάμαρά της.

-Εκεί που βρέθηκε το πτώμα της;

-Ναι.

-Κι εσείς το ξέρατε αυτό.

 

Ο Μάνος Σαλόνγκας έχασε το χρώμα του.

-Μπορούσε να τα βρει πανεύκολα ο οποιοσδήποτε, τραύλισε. Ακόμα κι ένας ερασιτέχνης διαρρήκτης.

-Διαρρήκτης πάντως δεν μπήκε εκείνο το βράδυ στο διαμέρισμα της θείας σας.

-Ήταν κι άλλα τρία άτομα εκείνο το βράδυ στο δείπνο και μάλιστα άτομα πολύ ύποπτα κατά τη γνώμη μου. Με κανέναν τους δεν τα πήγαινε καλά η θεία μου.

-Για πείτε μου. Με ενδιαφέρει η γνώμη σας.

-Ο Ταραντάκης είναι ένα γλοιώδες υποκείμενο, ένας τεμπέλης που παριστάνει τον ποιητή, η θεία μου, όποτε βρισκόμασταν, μιλούσε πολύ περιφρονητικά γι’ αυτόν. Ο εκδότης την έκλεβε, η θεία μου το ήξερε αυτό. Και ο Περπατέας δεν είναι καλύτερος. Της ζητούσε χρήματα κάθε τόσο. Αυτή του έδινε, αλλά τον χρησιμοποιούσε τουλάχιστον. Τον έβαζε να της κάνει δουλειές που εκείνη απεχθανόταν.

 

Ο Χαράλαμπος Δεβρεντής έμεινε για λίγο σκεφτικός.

 

-Δεν είναι περίεργο που σας κάλεσε όλους μαζί εσάς για δείπνο; είπε μετά.

-Είναι λίγο. Αλλά πρέπει να σας πω ότι η θεία μου τελευταία είχε αρχίσει να τα χάνει. Ίσως έπαιξαν ρόλο και τα ψυχοφάρμακα που έπαιρνε.

-Έπαιρνε ψυχοφάρμακα;

-Ναι. Έπαιρνε ηρεμιστικά εδώ και χρόνια. Δυσκολευόταν να κοιμηθεί και επί πλέον είχε και σύνδρομο ανήσυχων άκρων.

-Τι είναι αυτό;

-Είναι μια νευρολογική διαταραχή. Όταν ξάπλωνε για να κοιμηθεί, ένιωθε κάτι σαν ηλεκτρικό ρεύμα να διαπερνά τα πόδια της και έπρεπε να σηκωθεί και να κάνει βόλτες πάνω κάτω, μέχρι να της περάσει. Με τα ηρεμιστικά το σύνδρομο υποχωρούσε και την έπαιρνε ο ύπνος.

 

-Μάλιστα, είπε ο αστυνόμος.

-Μήπως αυτοκτόνησε; ρώτησε αυθόρμητα ο Μάνος Σαλόνγκας.

-Να κάρφωσε δηλαδή μόνη της το μαχαίρι στο πλευρό της;

-Μια υπόθεση κάνω.

-Και τα χρήματα πώς έκαναν φτερά;

-Σας είπα, η θεία μου είχε αρχίσει να τα χάνει. Μπορεί να τα έδωσε σε κάποιον.

-Πολύ τολμηρή η υπόθεσή σας. Και εν πάση περιπτώσει, όχι, η Κλειώ Σαλόνγκα δεν αυτοκτόνησε, αυτό το απέκλεισε ο ιατροδικαστής.


Ο Μάνος Σαλόνγκας έδειξε ξαφνικό ενδιαφέρον:

-Δηλαδή τι ακριβώς είπε ο ιατροδικαστής;


Ο Δεβρεντής έμεινε σιωπηλός κοιτάζοντας τον Μάνο Σαλόνγκα. Περίμενε μια ανεπαίσθητη κίνηση των βλεφάρων του, ένα σούφρωμα έστω των χειλιών του, μια κίνηση να στρώσει τα καλοχτενισμένα μαλλιά του, κάτι τέλος πάντων που θα πρόδινε τυχόν κρυφές σκέψεις. Αλλά ο Μάνος Σαλόνγκας καθόταν στη θέση του σαν άγαλμα. 


-Ο ιατροδικαστής απέκλεισε την αυτοκτονία, είπε ξερά.


(Συνεχίζεται)



3/3/26

6. Ο περίεργος θάνατος της ποιήτριας Κλειώς Σαλόνγκα

 ΑΝΑΤΡΟΠΗ

 

Η υπόθεση φαινόταν να έχει κολλήσει. Οι καλεσμένοι διαβεβαίωναν ότι έφυγαν όλοι μαζί από το διαμέρισμα της Κλειώς Σαλόνγκα. Κανείς δεν είχε επιστρέψει, όπως τουλάχιστον ισχυρίζονταν. Η εξώπορτα δεν ήταν παραβιασμένη, άρα κάποιος γνωστός της την είχε επισκεφθεί μετά την αποχώρηση των καλεσμένων. Ωστόσο το πιο προφανές ήταν ότι αυτός ο γνωστός ήταν κάποιος από τους τέσσερις καλεσμένους. Το ενδεχόμενο να ήταν ένα πέμπτο άτομο που αποφάσισε να κάνει επίσκεψη στην ποιήτρια μετά τις δώδεκα τα μεσάνυχτα ήταν πολύ ισχνό.

 

Η περίπτωση της δολοφονίας της Κλειώς Σαλόνγκα ανατράπηκε ωστόσο με εντυπωσιακό τρόπο μετά τη νεκροψία. Οι τοξικολογικές εξετάσεις έδειξαν ότι είχε πιει πολύ κρασί και στο αίμα της ανιχνεύτηκε μεγάλη δόση ηρεμιστικού.

 

Αλλά η έκπληξη ήρθε στη συνέχεια. Ο ιατροδικαστής αποκάλυψε στον Χαράλαμπο Δεβρεντή ότι η ποιήτρια πέθανε από εγκεφαλικό και όχι από τη μαχαιριά στο αριστερό πλευρό της. Το μαχαίρι είχε μεν καρφωθεί στη σάρκα της αλλά όχι πολύ βαθιά και πάντως δεν είχε πειράξει τα ζωτικά της όργανα. Το αίμα δε που είχε τρέξει από την πληγή ήταν σχετικά λίγο και δεν δικαιολογούσε ένα θάνατο από αιμορραγία.

 

-Μου λέτε δηλαδή ότι η Κλειώ Σαλόνγκα είχε ένα φυσικό θάνατο; ρώτησε ο Δεβρεντής εμβρόντητος.

-Φυσικότατο, είπε ο ιατροδικαστής.

-Και η μαχαιριά;

-Η μαχαιριά μπορεί να έγινε λίγα δευτερόλεπτα πριν, λίγα δευτερόλεπτα μετά ή συγχρόνως με το εγκεφαλικό. Όπως και να’ χει, δεν ήταν φονική. Αν δεν παρενέβαινε το εγκεφαλικό, σήμερα η Κλειώ Σαλόνγκα θα ήταν ανάμεσά μας.

-Μπορούμε όμως τουλάχιστον να στοιχειοθετήσουμε απόπειρα φόνου, είπε ο Δεβρεντής απογοητευμένος.

-Ή κάποιο ίσως ατύχημα.

-Ατύχημα μετά ληστείας; Έκανε ειρωνικά ο αστυνόμος.

 

Ο ιατροδικαστής σήκωσε τους ώμους:

-Αυτό είναι δικό σας θέμα, είπε ξερά. Σκέφτηκε λίγο και μετά πρόσθεσε:

-Αν κάποιος τη μαχαίρωσε, όταν ήταν ήδη νεκρή, μπορείτε να τον κατηγορήσετε για περιύβριση νεκρού.

-Περιύβριση νεκρού, χμ…, μουρμούρισε ο Δεβρεντής. Θα το λάβω υπόψη μου αυτό.

 

 

Ο Χαράλαμπος Δεβρεντής έκανε ένα δεύτερο γύρο εξέτασης μαρτύρων. Στο μυαλό του είχε καρφωθεί εκείνη η αστυνομική ιστορία της Αγκάθας Κρίστι, όπου όλοι οι ύποπτοι αποδείχθηκαν τελικά συνεννοημένοι δολοφόνοι που σκότωσαν το θύμα στο Οριάν Εξπρές. «Λες να έχουμε κι εδώ κάτι παρόμοιο;» αναρωτήθηκε. «Να σηκώθηκαν όλοι μαζί έξαλλοι από το τραπέζι και να κυνηγούσαν τη Σαλόνγκα από το ένα δωμάτιο στο άλλο; Η Σαλόνγκα τότε κατέρρευσε από τον τρόμο, κάποιος τής κατάφερε μια μαχαιριά έτσι, από το άχτι του, και μετά όλοι διαμοίρασαν τα ιμάτιά της, δηλαδή τις διακόσιες χιλιάδες ευρώ. Και τώρα έχουμε ομερτά. Όλοι κάνουν τον ψόφιο κοριό. Χμ, υπερβολικό μού φαίνεται, εξάλλου εδώ δεν πρόκειται για αστυνομικό μυθιστόρημα αλλά για την πραγματική ζωή».

 

(Συνεχίζεται)