18/6/26

Ρώμη (Ταξιδεύοντας στο εξωτερικό)



 

Έχω κάνει αρκετά ταξίδια εκτός Ελλάδος, όμως δυστυχώς ελάχιστα πράγματα θυμάμαι από όσα είδα κι έζησα εκεί.

 

Μπορώ χωρίς ντροπή να πω ότι έφαγα τον χρόνο μου γυρίζοντας στα μουσεία και τώρα δεν θυμάμαι τίποτα από ό,τι είδα εκεί μέσα. Θα ήταν, σκέφτομαι, πιο ενδιαφέρον να κάθομαι σε κάποιο καφέ και να κοιτάζω τον κόσμο που θα περνούσε από μπροστά μου. Θα είχα οπωσδήποτε μια καλύτερη εικόνα της χώρας που είχα επισκεφθεί.

 

Θυμάμαι ωστόσο με τρόπο ανεκδοτολογικό διάφορα περιστατικά, όπως πχ τότε που ήμουν στη Ρώμη και πήγαινα τρέχοντας από το ένα μουσείο στο άλλο, μη χάσω και κανένα.

 

Βγαίνοντας από ένα μουσείο -ποιο να ήταν, πού να θυμάμαι τώρα – κοίταξα το ρολόι μου και είδα ότι προλάβαινα να ρίξω  μια ματιά και στο μουσείο με τα έργα των Ετρούσκων που βρισκόταν εκεί κοντά.

 

Τρέχοντας σαν τρελή έφτασα και ρώτησα καλού κακού τον φύλακα που στεκόταν στην πόρτα, αν είχα έρθει στο κατάλληλο μέρος. Από τη βιασύνη μου δεν κάθισα να σκεφτώ πώς έπρεπε να το πω αυτό σε άψογα ιταλικά και είπα λαχανιασμένη:

«Εδώ είναι οι Ετρούσκοι;»

 

Ο φύλακας μού έριξε μια ματιά και μου απάντησε χαμογελώντας: «Οι Ετρούσκοι έχουν πεθάνει προ πολλού».

Έβαλα τα γέλια, γέλασε κι αυτός και μετά μπήκα μέσα.

 

Τι είδα; Δεν θυμάμαι απολύτως τίποτα. Το περιστατικό όμως με τον φύλακα του μουσείου δεν θα το ξεχάσω ποτέ.

Παλμύρα, Χαλέπι, Συρία (Ταξιδεύοντας στο εξωτερικό)

 

 



 

Η Παλμύρα δεν ξεχνιέται. Ειδικά, αν έχεις σπουδάσει Αρχαιολογία και Ιστορία, όχι, δεν ξεχνιέται.

 

Αλλά εδώ το θέμα μας είναι άλλο. Τα απρόοπτα περιστατικά, όταν βρίσκεσαι σε μια ξένη χώρα. Παλμύρα λοιπόν, Συρία επί Άσαντ.

 

Μετά την ξενάγησή μας στον αρχαιολογικό χώρο και το επακόλουθο γεύμα μας (λυπάμαι, δεν το θυμάμαι), οι φιλενάδες μου θέλησαν να αγοράσουν διάφορα πραγματάκια από ένα μαγαζί που ήταν πιο πέρα. Εγώ βαριόμουν και κάθισα σε ένα καφενείο, παράγγειλα ένα αναψυκτικό και τις περίμενα να γυρίσουν.

 

Μια γυναίκα μόνη σε ένα καφενείο στη Συρία, σε μια ερημιά, καθώς νύχτωνε και οι τουρίστες είχαν φύγει; Και που κάπνιζε κιόλας; Α, εδώ έχουμε δουλίτσα, σκέφτηκε ο σερβιτόρος, ένας νεαρός Άραβας που πλησίασε στο τραπέζι μου πολύ διακριτικά και ευγενικά και με ρώτησε στα αγγλικά, αν μου άρεσε η Παλμύρα.

 

Ναι, πολύ, είπα.

Και από πού είμαι;

Από την Ελλάδα.

Και μου αρέσει η Συρία;

Ναι, μου αρέσει.

 

Και άλλες τέτοιες ερωτήσεις απανωτές και δεν έλεγε να ξεκολλήσει ο νεαρός σερβιτόρος κι εγώ περίμενα την παρέα μου και η παρέα μου δεν ερχόταν.

 

Πάντα ευγενικός και γλυκομίλητος ο Άραψ, αλλά είχα αρχίσει να εκνευρίζομαι και να ανησυχώ και λιγάκι που οι φιλενάδες είχαν κολλήσει στο μαγαζί και δεν τις έβλεπα να έρχονται. Και είχε και βραδιάσει εν τω μεταξύ.

 

Αλλά τότε ήρθε η μοιραία και όπως αποδείχθηκε και  τελευταία ερώτηση του Άραβος:

 

-Are you married?

 

Εγώ δεν ήμουν married, ήμουν divorced, αλλά σκέφτηκα ότι καλύτερα να έλεγα  married παρά divorced, διότι το divorced ανάβει πιο πολύ τα αίματα και όποιος φυλάει τα ρούχα του κλπ.

 

-Married, είπα.

 

Ο νεαρός σήκωσε τα χέρια του σαν να παραδινόταν και άρχισε να οπισθοχωρεί με αργά βήματα, ώσπου χάθηκε από το οπτικό μου πεδίο.

 

Έτσι! Σεβασμός στις παντρεμένες! Τις παντρεμένες δεν τις πειράζουμε, γιατί έρχεται μετά ο σύζυγος και σφάζει.

 

Σε λίγο ήρθε και η καθυστερημένη παρέα μου και φύγαμε από τη μαγευτική Παλμύρα.

 

Στο Χαλέπι πάλι, η φίλη μου η Πέπη ήθελε οπωσδήποτε να επισκεφθούμε το διάσημο Hotel Baron, όπου είχε μείνει η Αγκάθα Κρίστι. Γυρίζαμε από δω κι από κει, μπερδευτήκαμε στους δρόμους και χάσαμε τον προσανατολισμό μας.

 

Τελικά ρωτήσαμε έναν καλό άνθρωπο, ο οποίος όχι μόνο προθυμοποιήθηκε να μας βοηθήσει, αλλά μας συνόδεψε μισή ώρα δρόμο, μέχρι που μας οδήγησε μπροστά στο ξενοδοχείο.

Μας εντυπωσίασε η τόσο καλή του θέληση.

Να είναι καλά, αν ζει.

Βουκουρέστι, Ρουμανία (Ταξιδεύοντας στο εξωτερικό)

 



Επί Τσαουσέσκου.

Είχαμε την εντύπωση όλοι εμείς εδώ οι ηλίθιοι ότι η Ρουμανία, αν και κομμουνιστική, είχε ηπιότερο καθεστώς και ότι οι Ρουμάνοι καλοπερνούσαν.

 

Όταν βρέθηκα στο Βουκουρέστι, είδα μια πόλη αρχόντισσα, μια πραγματική αρχόντισσα, αλλά παραμελημένη, αφημένη στην τύχη της και ένιωσα λύπη για τον ξεπεσμό της. (Ελπίζω σήμερα να έχει ξαναβρεί την αίγλη της).

 

Στα ταξίδια μου στο εξωτερικό είχα την περίεργη συνήθεια να αγοράζω έναν τουλάχιστο δίσκο με παραδοσιακά τραγούδια της χώρας που επισκεπτόμουν και επίσης μια-δυο τοπικές κολόνιες.

 

Μπήκα λοιπόν σε ένα πολυκατάστημα και αγόρασα τις κολόνιές μου και μετά γύρισα να πάω να τις πληρώσω στο ταμείο.

 

Και βλέπω τότε μια ουρά πενήντα πάνω κάτω  ατόμων να περιμένουν υπομονετικά, καρτερικά, σιωπηλά και ταπεινά να φτάσουν κάποτε στο ταμείο.

 

-Α, όχι!, είπα στον υπάλληλο που με εξυπηρετούσε και άφησα κάτω τις κολόνιες.

 

Και τι έκανε ο άνθρωπος;

 

Με καθησύχασε με νοήματα, με πήρε μαζί του, διασχίσαμε ολόκληρη την ουρά και με πήγε πρώτη-πρώτη στο ταμείο. Όση ώρα περνούσα μπροστά από αυτούς τους ταλαιπωρημένους ανθρώπους, ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί.

 

Με κοίταζαν όλοι  βουβοί και ανέκφραστοι, ενώ εγώ άθελά μου είχα μεταμορφωθεί στην πλούσια μαντάμ του εξωτερικού που καταπατούσε εν ψυχρώ όλους τους κανόνες της σωστής κοινωνικής συμπεριφοράς και περιφρονούσε τους ιθαγενείς.

 

Την ίδια έκφραση μελαγχολικής υπομονής παρατήρησα ότι είχαν και οι υπάλληλοι του ξενοδοχείου που έμενα.

 

Κι όμως: εγώ ακόμα πίστευα ότι βρισκόμουν σε ένα ήπιο κομμουνιστικό καθεστώς. Λίγα χρόνια αργότερα αποκαλύφθηκε η σκληρότητα του καθεστώτος Τσαουσέσκου.

 

Δεν ξεχνώ μετά την πτώση του την εικόνα εκείνου και της γυναίκας του νεκρούς, σωριασμένους σαν τσουβάλια σε μια αυλή.

 

Μόνο γι' αυτό

 

Έκανες έναν άνθρωπο


να αναστηθεί.


Μόνο γι’ αυτό,


αν ο θεός υπάρχει,


θα σε καλέσει στον παράδεισο.