23/3/26

Το Σάββατο

 

Το Σάββατο λοιπόν,


το Σάββατο,


το Σάββατο…


Δεν ξέρω τι άλλο


να γράψω…



 

Το Σάββατο,


το Σάββατο,


θα σε δω το Σάββατο,


δηλαδή


μεθαύριο,


δηλαδή


το Σάββατο,


πάλι τα έχω χαμένα,


πάλι σταμάτησε


ο νους μου.



 

Με θέλεις;


Ή θα μου ζητήσεις


να πάψω,


να σ’ αφήσω ήσυχο…



 

Φοβάμαι λίγο.



 

Το Σάββατο,


αυτό το Σάββατο,


σε λίγες ώρες δηλαδή,


αν σκεφτείς


πόσους μήνες


με παιδεύεις.



 

Γιατί σε λατρεύω;


Γιατί έχω τρελαθεί;


Γιατί χάνω το μυαλό μου,


όταν σε σκέφτομαι;


Τι έχω πάθει;



 

Το Σάββατο


και πόσο σ’ αγαπώ


και πόσο σε θέλω


και πόση ζάλη νιώθω


και λέω «ναι»


σ’ αυτή τη ζωή


που τόσο


έχω απαξιώσει.



 

Λέω «ναι»,


λέω «ναι»,


ναι σε σένα,


ναι σε όλα,


πάλι παραληρώ.



 

Το Σάββατο,


το Σάββατο,


σε λατρεύω,


το Σάββατο,


σε λατρεύω,


σ’ έχω κάνει θεό μου,


το Σάββατο,


το Σάββατο…



 

(Πάλι μια ώρα θα μου χαρίσεις


σε κάποιο παγωμένο καφέ).

 


 

 

22/3/26

"Άξιον Εστί" (ή: Πού πας ξυπόλυτη στ' αγκάθια)

 

 

Ήμουν ήδη αρκετά μεγάλη, όταν διάβασα ολόκληρο το «Άξιον Εστί» του Οδυσσέα Ελύτη, ήδη ο ποιητής είχε πάρει το Νόμπελ, ήδη ο Θεοδωράκης το είχε μελοποιήσει, ήδη ήταν πασίγνωστο.

 

Έπαθα το σοκ της ζωής μου, θυμάμαι. Δεν είχα διαβάσει ωραιότερη, υψηλότερη, μαγευτικότερη ποίηση.

 

Μέχρι τότε έγραφα κι εγώ κάτι ποιηματάκια και τα καμάρωνα, αλλά, όταν τέλειωσα την ανάγνωση του «Άξιον Εστί» κι έκλεισα το βιβλίο, είπα από μέσα μου: Πού πας κι εσύ καημένη ξυπόλυτη στ’ αγκάθια;

 

Και σταμάτησα να γράφω ποιήματα. Περιορίστηκα να γράφω διηγήματα. Για πολλά χρόνια δεν έγραφα ποίηση ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα. Διότι πολλά από τα κείμενά μου έβγαιναν με ρυθμό, πράγμα που με εκνεύριζε, αλλά ο ρυθμός επέμενε κι εγώ υπάκουα.

 

Δεν είναι ποιήματα αυτά, έλεγα, είναι σκέψεις, απλώς σκέψεις. Δεν είμαι ποιήτρια εγώ.

 

Πέρασαν έτσι πολλά χρόνια. Μετά μπήκα σε μια κατάσταση μεγάλης έντασης και η γραφή με βοηθούσε πολύ να εκτονωθώ. Πεζά κείμενα, ιστορίες με αλληγορική σημασία που στρέφονταν γύρω από ό,τι με ταλαιπωρούσε εκείνο τον καιρό, αλλά ανάμεσα σ’ αυτά, όταν η εκτόνωση δεν ολοκληρωνόταν, έγραφα και κάτι άλλα κείμενα που τα ονόμαζα «σκέψεις». Για δυο χρόνια έγραφα «σκέψεις» και τις φύλαγα στα συρτάρια μου.

 

Κάποια στιγμή μού μπήκε η υποψία ότι αυτές οι «σκέψεις» δεν είναι σκέψεις, είναι ποιήματα. Ζήτησα τη γνώμη μιας γνωστής ποιήτριας, της Χλόης Κουτσουμπέλη. «Πες μου, Χλόη», της έγραψα στέλνοντάς της τις «σκέψεις» μου, «είναι αυτά ποιήματα ή είναι απλώς ιδέα μου;»

 

Η Χλόη διάβασε τις «σκέψεις» μου και μου απάντησε: «Είναι ποιήματα». Και της άρεσαν μάλιστα.

 

Έτσι ξεπέρασα μετά από μερικές δεκαετίες το «Άξιον Εστί» και εξέδωσα την πρώτη μου ποιητική συλλογή. Ακολούθησε και δεύτερη ποιητική συλλογή και τώρα σκέφτομαι να ξεδιαλέξω κάποιους από τους εκατοντάδες στίχους μου που έχω αποθηκευμένους στα αρχεία μου και να εκδώσω την τρίτη ποιητική συλλογή μου.

 

Εξακολουθώ όμως να μη δηλώνω ποιήτρια. Λέω: γράφω ποιήματα, αυτό. Ελύτης δεν πρόκειται να γίνω ποτέ και ποτέ δεν θα φτάσω στο ύψος του «Άξιον Εστί». Αυτό το έργο με έχει σημαδέψει ανεξίτηλα.

 

Κανείς ποιητής, από όσους έχω διαβάσει ως τώρα, δεν μπόρεσε να περιγράψει τη γυναίκα τόσο τέλεια, όσο εκείνος:

 


«ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το πέτρινο πεζούλι

αντικρύ του πελάγους η Μυρτώ να στέκει

σαν ωραίο οκτώ ή σαν κανάτι

με την ψάθα του ήλιου στο ένα χέρι».



 

Έπαψα να σας μοιάζω

 

Έπαψα να σας μοιάζω,


εξαερώνομαι σιγά σιγά,


τις νύχτες άγγελοι με συντροφεύουν


και οι άγιοι στα εικονίσματα


μου γνέφουν φιλικά.


 

Μαθαίνω τώρα την ουράνια γλώσσα,


είμαι έτοιμος σχεδόν.



21/3/26

Νέος θεός

 

Αγαπητέ Θεέ,


λυπάμαι που σ’ το λέω


τόσο απότομα,


αλλά μόλις


σε αντικατέστησα.