17/7/26

"Πηγή ζωοδόχος"

 

Πότε πότε  νιώθει να κολλάει πάνω του


και τότε θυμώνει


και τον βρίζει


μονολογώντας πάνω κάτω


στα δωμάτια,


 

μετά του στέλνει φιλιά,


μετά ξεχνιέται,


έπειτα θυμώνει ξανά,


έπειτα τον αγαπά ξανά


 

και όταν  συνέρχεται,


σκέφτεται πόσο χρήσιμος τής είναι, 


πόσο πολύτιμος τής είναι, γιατί, αν δεν υπήρχε αυτός, 


θα υπήρχε το χάος, θα υπήρχε το τίποτα, 


θα έρχονταν οι σκέψεις του θανάτου, 


μαύρες, βαριές σκιές,  οι σκέψεις του θανάτου.


 

Τώρα, με τούτη την ψευδαίσθηση 


που εκείνος τη λιπαίνει - να το πούμε κι αυτό 


η ζωή αντέχεται, έχει και κάποιες όμορφες στιγμές, 


έχει και  ωραίες σκέψεις και φαντασίες 


και μη νομίζετε πως δεν καταλαβαίνει  (αυτή) 


πως το όλο θέμα έχει και κάποια γελοιότητα, 


να στέκεται μπροστά στις Πύλες του Θανάτου και να χαμογελά, 


γιατί εκείνος -όχι ο Θάνατος, εκείνος -  


της έστειλε ένα φιλί και οι Πύλες 

παραμένουν επ' αόριστον κλειστές


έχει που λέτε κάποια γελοιότητα η όλη κατάσταση, 


ιδίως, όταν κοιτάζεται στον καθρέφτη, 


νιώθει μια περιφρόνηση τότε 

και ρωτά το είδωλό της:


 

Εσύ θα πήγαινες με μια γυναίκα σαν και μένα;


 

Και το είδωλο μένει σκεφτικό,


 

μάλλον όχι, της απαντά μετά.


 

Κι εγώ το ίδιο νομίζω, λέει αυτή, λοιπόν όχι, δεν πρόκειται ποτέ να με φιλήσει.


 

Και το είδωλο κατανεύει σιωπηλά.


 

Εν τάξει, συμφωνήσαμε, του απαντά ψυχρά κι ύστερα


βάφει τα μάτια της, φορά τα ωραία της φορέματα, τα σκουλαρίκια της και βγαίνει έξω.

 

Μα τι ωραία που είστε! Της λέει η γειτόνισσα, της λέει η νυχού, της λέει η κομμώτρια,


ναι, κούκλα είμαι, απαντά αυτή και γελά χαιρέκακα,


αλλά οι Πύλες έτσι παραμένουν κλειστές κι εκείνος, ε, εκείνος κάνει τη ζωή του, δικαίως, δικαιότατα και ούτε ένα φιλί, ούτε ένα φιλί 

ο α-φιλό-τιμος,


 

θυμώνει


και τον βρίζει


κι ύστερα πάλι τον αγαπά.


 

Μα δεν το ξέρει (αυτός),


δεν το ξέρει,


ούτε καν το υποπτεύεται


ότι  αυτός είναι που την κρατά ζωντανή,


που ακόμα δεν έχει πέσει στα Τάρταρα,


να την πάρει ο διάολος


και να ησυχάσουν


κι αυτή κι αυτός


κι ολόκληρος ο κόσμος.




 

16/7/26

Τίβολι, Ερυθρές Ταξιαρχίες και η μικρή φοντάνα

 




 

Τρία ταξίδια έχω κάνει στην Ιταλία Το τρίτο και τελευταίο θα το αφηγηθώ αργότερα.

 

Τώρα θέλω να αναφέρω ένα περιστατικό που μας συνέβη ένα βράδυ που είπαμε να πάμε στο Τίβολι, 30 χλμ. έξω από τη Ρώμη, για να δούμε τις περίφημες φοντάνες του φωτισμένες, ένα φαντασμαγορικό θέαμα.

 

Ήταν η εποχή που η Ιταλία υπέφερε από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες και ένα ιδιωτικό αυτοκίνητο με ελληνικές πινακίδες και με τρεις επιβάτες να ταξιδεύουν μέσα στη σκοτεινή ερημιά, εκ των οποίων επιβατών ο ένας ήταν πολύ μελαχρινός, η άλλη ξανθιά και η τρίτη καστανή, κίνησε το ενδιαφέρον της ιταλικής Αντιτρομοκρατικής που κάπου εκεί γύρω επιτηρούσε.

 

Μας σταμάτησαν λοιπόν μέσα στα μαύρα σκοτάδια και ζήτησαν τα χαρτιά μας. Αλλά δεν ήταν αυτό το ενδιαφέρον περιστατικό. Το ενδιαφέρον ήταν που, ενώ οι άλλοι εξέταζαν τα χαρτιά μας, ένας από αυτούς έχωσε το όπλο του, κάτι σαν πολυβόλο, μέσα από το ανοιχτό παράθυρο του αυτοκινήτου και  μας σημάδευε ακίνητος και βουβός.

 

Ο μελαχρινός συζητούσε με τους αστυνομικούς, η ξανθιά δίπλα του κόντεψε να λιποθυμήσει με την κάννη του όπλου στη μούρη της κι εγώ από πίσω γελούσα, γιατί ήξερα πως τίποτα δεν θα συνέβαινε, ήμασταν Έλληνες που πήγαιναν στο Τίβολι να δουν τους περίφημους κήπους του και ήμασταν απολύτως νόμιμοι.

 

Όπως και έγινε. Μας άφησαν να συνεχίσουμε τη διαδρομή μας.

 

Το Τίβολι ήταν μαγεία. Δεν ξέρω όμως γιατί, ένιωσα μια βαθιά συμπάθεια για μια μικρούλα φοντάνα κάπου σε μια γωνιά του κήπου που κανείς δεν την πρόσεχε, μια και όλοι συνωστίζονταν αφήνοντας επιφωνήματα θαυμασμού γύρω από τις μεγαλόπρεπες φοντάνες που συναγωνίζονταν μεταξύ τους σε λάμψη, έπαρση και γοητεία σαν σταρ του σινεμά.

 

Κάθισα δίπλα στη μικρή φοντάνα και της έκανα παρέα. Μου φαίνεται ότι της είπα και μερικά λογάκια, αλλά δεν θυμάμαι πια.

 

Αργότερα της έγραψα και ένα ποίημα με τον τίτλο «Η μικρή φοντάνα στο Τίβολι». 


Κάπου θα το έχω καταχωνιασμένο, αλλά ποιος έχει τώρα την υπομονή να το ψάξει ανάμεσα στην αμέτρητη χαρτούρα.



15/7/26

Θέατρο

 




 

Πριν αρκετά χρόνια παρακολούθησα στην τηλεόραση την ταινία του Λουί Μαλ «Ο θείος Βάνιας στο Μπροντγουέι», όπου οι ηθοποιοί έκαναν πρόβες του έργου που επρόκειτο να ανεβάσουν και παράλληλα βλέπαμε και τις σχέσεις μεταξύ τους.

 

Δεν θυμάμαι τίποτα από την ταινία αυτή, θυμάμαι ωστόσο ότι έμεινα ενεή, όταν έβλεπα τους ηθοποιούς να παίζουν τον ρόλο τους στις πρόβες του έργου.

 

Ενεή, άναυδη, άφωνη.


Ειλικρινά δεν μπορώ να μεταφέρω εδώ την αίσθηση που είχα παρακολουθώντας αυτήν την ταινία που αναπαριστούσε τις πρόβες των ηθοποιών ενός θεατρικού έργου. Ήταν σαν να καθόμουν στη σάλα του θεάτρου και έβλεπα ζωντανά και με το ανάλογο δέος το έργο.

 

Ώστε αυτό είναι το πραγματικό θέατρο, σκέφτηκα, δεν είναι αυτό που βλέπουμε εμείς εδώ στην Ελλάδα. Όσο καλοί κι αν είναι οι ηθοποιοί μας εδώ, δεν μπορούν να πλησιάσουν την ερμηνεία των ηθοποιών που έπαιζαν τον ρόλο του ηθοποιού στο έργο του Τσέχωφ μέσα στην ταινία του Λουί Μαλ.

 

Όχι ότι τους λείπει το ταλέντο. Φοβάμαι ότι στις σχολές που διδάσκονται την υποκριτική τούς μαθαίνουν κανόνες ηθοποιίας που είναι δεύτερης κατηγορίας.


Αργότερα, σε πια παρουσίαση ποιητικής συλλογής μου, μια νεαρή ηθοποιός  προσφέρθηκε να απαγγείλει κάποιους στίχους μου. Ήρθε μάλιστα σπίτι μου και κάναμε μια πρόβα. Πάγωσα από την κρύα, απρόσωπη απαγγελία της.

 

Μα όχι, της είπα, εδώ πρέπει να δείξεις συναίσθημα, και της υπογράμμισα κάποιους στίχους.

 

Και η κοπέλα μού απάντησε:

Μα έτσι μας έχουν μάθει στη σχολή ότι πρέπει να διαβάζουμε ένα ποίημα.

 

Έτσι κρύα και ανέκφραστα. Ωραία.

 

Γι’ αυτό δεν πάω πια στο θέατρο. Έχω δει εξάλλου τόσες πολλές παραστάσεις. Και τις έχω ξεχάσει. Μόνο κάτι παλιές θυμάμαι αχνά.

 

Έτυχε πριν αρκετά χρόνια να διαβάσω το θεατρικό «Η επίσκεψη της γηραιάς κυρίας» του  Friedrich Dürrenmatt. To βιβλίο το είχα στο πρωτότυπο, δηλαδή στα γερμανικά, και ψιλοβαριόμουν να το διαβάσω. Χρόνια έμενε στη βιβλιοθήκη μου άθικτο. Τέλος πάντων κάποτε κάθισα κάτω και το διάβασα. Εντυπωσιάστηκα φοβερά.

 

Με την φαντασία μου έστησα τα σκηνικά, έστησα τους ηθοποιούς, τους έβαλα να μιλούν και να φέρονται, όπως καταλάβαινα το κείμενο, και ήταν σαν να έβλεπα το έργο.

 

Πόσο ήθελα όμως να το δω ζωντανά στο θέατρο!

 

Μετά από κάποια χρόνια ένας θίασος – από τους σοβαρούς – το ανέβασε και φυσικά έσπευσα να το δω. Απογοητεύτηκα πλήρως. Έμεινα ψυχρή και αδιάφορη ως το τέλος. Τι έφταιγε; Δεν ξέρω. Εγώ πάντως κάτι άλλο περίμενα να δω και δεν το είδα.

 

Και για να τελειώνουμε: μια και στα Χανιά δεν υπήρχαν θέατρα, την θεατρική παιδεία μου την απέχτησα από το ραδιόφωνο, από τότε που ήμουν δώδεκα χρονών ως τα δέκα οχτώ περίπου ακούγοντας κάθε εβδομάδα το Θέατρο της Τετάρτης.

 

Έτσι έμαθα τους σπουδαιότερους και μεγαλύτερους θεατρικούς συγγραφείς, Έλληνες και ξένους,  και τα σημαντικά έργα τους με την φωνή των καλύτερων ηθοποιών του θεάτρου μας τότε. Είχα ένα τετράδιο και κατέγραφα κάθε εβδομάδα ποιο θεατρικό έργο είχα παρακολουθήσει, τον τίτλο, τον συγγραφέα, την υπόθεση και τα ονόματα των ηθοποιών που είχαν λάβει μέρος.

 

Ήρθε μετά η χούντα και το θέατρο στο ραδιόφωνο εξέπεσε. Έπαψα να το παρακολουθώ. Αλλά ήμουν πια στην Αθήνα και μπορούσα να παρακολουθήσω ζωντανές θεατρικές παραστάσεις.

 

Ό,τι είδα, είδα.

 

Και ομολογώ ότι προτιμώ να διαβάζω παρά να βλέπω θεατρικά έργα. Τα φτιάχνω με την φαντασία μου, όπως τα θέλω εγώ - και όπως τα θέλει και ο συγγραφέας, τολμώ να πω.





14/7/26

Ο ξενοδόχος

 

Δεν ξέρω τι θα μου συμβεί


την επόμενη στιγμή.


 

Σχεδιάζω


χωρίς τον ξενοδόχο.


 

Ο ξενοδόχος μού είναι


άγνωστος.