23/2/26

Η αξιοπρέπεια του πόνου

 

 

Υπάρχουν κάποιες στιγμές στην καθημερινότητά μας που όλα μάς έρχονται ανάποδα και χάνουμε την υπομονή μας, μαύρες σκέψεις μάς κατακλύζουν και γκρινιάζουμε για τη ζωή που μας έχει δοθεί, παραμιλούμε θυμωμένοι, γιατί μας έτυχε αυτό κι εκείνο και το άλλο και το παράλλο και μας πιάνει μια κακή διάθεση και μια απαισιοδοξία, μπορεί και καμιά κατάθλιψη.

 

Πριν λίγο καιρό μού συνέβη κι εμένα αυτό – για άλλη μια φορά – και ήμουν έτοιμη να πέσω σε μελαγχολία, όταν σκέφτηκα τους φίλους και γνωστούς μου με τα δικά τους προβλήματα. Θα μπορούσα να σκεφτώ ακόμα παραπέρα για τα δράματα που βιώνουν άγνωστοι σε μένα άνθρωποι και που τα μαθαίνω από τα νέα της ημέρας, να σκεφτώ, όπως συχνά το κάνω, τις τραγωδίες που εκτυλίσσονται σε τόσα  μέρη του πλανήτη – δεν έχει τέλος η ανθρώπινη, και όχι μόνο, τραγωδία.

 

Ωστόσο αυτή τη φορά περιορίστηκα στους φίλους μου. Τους σκέφτηκα έναν-έναν, τι δυσκολίες περνούν, προσωπικές, οικογενειακές και πώς συμπεριφέρονται.

 

‘Όταν συναντιόμαστε, θα μιλήσουν για τις δυσκολίες αυτές που δεν είναι καθόλου απλές. Θα μιλήσουν ψύχραιμα, ήρεμα και χωρίς φλυαρία κι εγώ ή εμείς που ακούμε, θα πούμε τη γνώμη μας, θα προτείνουμε κάποιες λύσεις, θα πούμε με τη σειρά μας τις δικές μας δυσκολίες το ίδιο απλά και ήρεμα και μετά η συζήτηση θα στραφεί σε άλλα θέματα πιο γενικά, πολιτικά, κοινωνικά, καλλιτεχνικά, θα πούμε κανένα αστείο, θα γελάσουμε, θα σχολιάσουμε και στο τέλος θα χωριστούμε και ο καθένας μας θα ξαναμπεί στην προσωπική του ζωή.

 

Κανείς από τους φίλους μου – και εμού συμπεριλαμβανομένης – δεν οδύρεται γι’ αυτό που του έτυχε, δεν απασχολεί τους υπόλοιπους με το δράμα του, δεν γκρινιάζει, δεν σπαταλά τον χρόνο της συνάντησής μας με παράπονα και γκρίνια.

 

Το μυαλό μου πήγε εκείνο το βράδυ σε μια συγκεκριμένη φίλη που ήξερα τι δυσκολίες είχε περάσει πρόσφατα, τι μεγάλα ζόρια και πόσο απλά μας είχε μιλήσει γι’ αυτά, πόσο λίγο χρόνο κατανάλωσε για να μας ενημερώσει, σοβαρή αλλά όχι κλαψιάρα, και πώς μετά η συζήτηση περιστράφηκε σε άλλα θέματα και η συνάντησή μας κύλησε κανονικά, σαν να μη συνέβαινε τίποτα.

 

Έχω την καλή τύχη να συναναστρέφομαι τέτοιους ανθρώπους που μιλούν για τα βάσανά τους με αξιοπρέπεια και χωρίς πολυλογίες και οιμωγές και θυμήθηκα κάποιον στωικό φιλόσοφο, αλλά δεν θυμάμαι τώρα ποιον, που έλεγε αυτό: ότι ο άνθρωπος πρέπει να φέρει τα βάσανά του με αξιοπρέπεια και ψυχραιμία, χωρίς κλάψες κι οδυρμούς.

 

Κι αφού τα σκέφτηκα όλα αυτά, βρήκα πως η γκρίνια μου ήταν ανόητη, άναψα το τσιγάρο μου και απόλαυσα την ηρεμία της νύχτας, όταν όλοι κοιμούνται και εγώ κάνω σκέψεις περί του κόσμου τούτου.

 

Δυστυχία υπάρχει άφθονη παντού, υπήρχε πάντα, θα υπάρχει, έτσι είναι καμωμένος αυτός ο κόσμος. Δεν χρειάζεται να ουρλιάζουμε γι’ αυτήν, τα ουρλιαχτά μας δεν τη λιγοστεύουν. Αν μπορούμε να την απαλύνουμε, θα το κάνουμε. Με τις κλάψες και τη γκρίνια μας δεν γίνεται τίποτα. Απλώς μιζεριάζουμε και τους άλλους που είναι υποχρεωμένοι να υποστούν τους οδυρμούς μας.

 

Δεν θα το κάνουμε ποτέ αυτό. Κι αν χρειαστούμε βοήθεια, θα τη ζητήσουμε πολύ διακριτικά και θα έχουμε ανταπόκριση.



22/2/26

Η τελετή

 

 

Ήρθε.

 

Κάθισαν ο ένας απέναντι στον άλλον. Μίλησαν για διάφορα.

 

Εκείνη έβαλε λίγο κρασί στα ποτήρια. Ήπιαν μερικές γουλιές.

 

-Δεν θα κάνουμε σεξ, το ξέρουμε βέβαια αυτό, του είπε, όταν άφησαν κάτω τα ποτήρια.

 

Μεσολάβησε μια μικρή σιωπή.

 

-Θα πάμε όμως μέσα και θα ξαπλώσουμε στο κρεβάτι. Ντυμένοι. Μόνο τα παπούτσια μας θα βγάλουμε. Θα ξαπλώσουμε και θα με πάρεις αγκαλιά. Θα μείνουμε έτσι αγκαλιασμένοι πολλή ώρα. Και θα μιλάμε. Θα λέμε ό,τι μας έρχεται στον νου. Σοβαρά πράγματα, αστεία πράγματα. Θα γελάμε πού και πού.

 

Ήπιαν ακόμα δυο γουλιές κρασί. Μετά αυτή σηκώθηκε.

 

-Έλα, του είπε.

 

Στην κρεβατοκάμαρα δεν άναψαν το φως. Ήταν αρκετό αυτό που ερχόταν από το χολ. Ένα γλυκό μισοσκόταδο.

 

-Θέλω να βγάλω εγώ τα παπούτσια σου, του είπε.

 

Γονάτισε κι έβγαλε με αργές κινήσεις το δεξί, μετά το αριστερό παπούτσι του. Ύστερα έβγαλε τις κάλτσες του. Κράτησε τα πόδια του στα χέρια της, τα χάιδεψε, σήκωσε έπειτα το κεφάλι και τον κοίταξε.

 

Του είπε:

 

-Πρώτη φορά στη ζωή μου θα το κάνω αυτό. Δεν ξέρω, γιατί το κάνω, όμως θέλω πολύ να το κάνω.

 

Και φίλησε τα πόδια του.



20/2/26

Μεγάλα ιδιωτικά νοσοκομεία


 

Τι είναι αυτό με τα τεράστια ιδιωτικά νοσοκομεία, όπου μπαίνεις και χάνεις τον προσανατολισμό σου, διάδρομοι, ασανσέρ, γραφεία, γραμματείες, όροφοι, πας από δω, πας από κει, δεν ξέρεις πού πατάς και πού πηγαίνεις.

 

Υποτίθεται ότι προτιμάς αυτές τις ιδιωτικές ιατρικές επιχειρήσεις για να κάνεις εύκολα και γρήγορα τη δουλειά σου.

Μπα!

Αφού τριγυρίσεις σαν χαμένος το αχανές οικοδόμημα, βρίσκεις επί τέλους το ιατρείο που θέλεις. Κι αν ο γιατρός που επέλεξες, έχει και κάποιο όνομα, τότε θα κάτσεις στην ουρά και θα περιμένεις με γαϊδουρινή υπομονή, μέχρι να έρθει η σειρά σου.

 

Κάθονται κι άλλοι δυστυχείς γύρω σου με την ίδια έκφραση της ταπεινής υπομονής και εν τω μεταξύ παρελαύνουν από μπροστά σου κάθε λογής υπάλληλοι, γραμματείς και φαρισαίοι, πάνε κι έρχονται, κάποιο έργο επιτελούν κι αυτοί.

 

Με άλλα λόγια, μια ενοχλητική κατάσταση, ό,τι πρέπει για τα ευαίσθητα νεύρα σου. Συμπληρώνεις και ένα ερωτηματολόγιο που απαιτεί να του πεις τα πάντα για σένα, μόνο τι όνειρα βλέπεις δεν σε ρωτά.

 

Περνά η ώρα, περνά, περνά, περιμένεις εσύ και τέλος έρχεται η στιγμή να δεις τον γιατρό σου.

 

Λάθος έκανες.

Πρέπει να περάσεις πρώτα από ανάκριση. Ένας νεαρός γιατρός κάθεται μπροστά στον υπολογιστή του και αρχίζει τις ερωτήσεις. Σου απευθύνεται στον ενικό, του απαντάς στον πληθυντικό. Σκέφτεσαι να το γυρίσεις κι εσύ στον ενικό, αλλά δεν μπορείς. Σκέφτεσαι ότι ο νεαρός έχει μπροστά του μια πολύ μεγαλύτερή του γυναίκα και μπαίνεις στον πειρασμό να του κάνεις μια ευγενική παρατήρηση. Μετά λες από μέσα σου « ας στο διάολο, μη δίνεις σημασία». Σε ενοχλεί όμως πολύ αυτό. Λες και είσαι στη λαχαναγορά και συναλλάσσεσαι με τον μανάβη.

 

Τέλος πάντων, τελειώνει η ανάκριση, πας πιο μέσα, στο κανονικό ιατρείο, και ο νεαρός σε εξετάζει. Μετά έρχεται και ο γιατρός που έχεις επιλέξει. Σε εξετάζει κι αυτός, η ατμόσφαιρα είναι φιλική, όλα καλά.

 

Φεύγει ο γιατρός σου και σε αναλαμβάνει ένας άλλος νεαρός γιατρός μαζί με μια κοπέλα. Η κοπέλα σού απευθύνεται στον πληθυντικό. Ο νεαρός γιατρός στον ενικό. Εσύ νιώθεις ήδη πιο χαλαρά και αυθορμήτως λες στην κοπέλα:

 

-Γιατί εσείς οι κοπέλες μάς μιλάτε στον πληθυντικό και τα αγόρια στον ενικό;

 

Το ακούει το αγόρι και γελά αμήχανα. Μετά σου απευθύνεται στον πληθυντικό. Κάτι είναι κι αυτό.

 

Τελειώνει τέλος πάντων η εξέταση, πληρώνεις, βγαίνεις στους διαδρόμους, πάλι η κάθοδος των Μυρίων, αλλού πας κι αλλού βρίσκεσαι, τελικά ανακαλύπτεις την έξοδο και βγαίνεις στον δρόμο. Παίρνεις βαθιές αναπνοές και κάνεις τον σταυρό σου που ήρθες ξανά στον κανονικό κόσμο.

 

Έτσι είναι.

Θέλεις τον καλύτερο γιατρό της Αθήνας; Έναν τάραχο θα τον περάσεις, μέχρι να σε δει. Αλλιώς, πήγαινε στον γιατρό της γειτονιάς σου και ο Θεός βοηθός.




19/2/26

Ευδία

 

Και ξαφνικά:


Ευδία!


Πού πήγανε τα δάκρυα,


πώς εξατμίστηκε ο πόνος,


πώς έγινε κι έτσι απότομα


αλάφρυνε ο κόσμος;


Μυστήρια που είναι


η ανθρώπινη ψυχή!


 

Βέβαια ένα μικρό παράπονο


κάθεται εκεί,


σε μια γωνιά,


όλο μούτρα.


 

Δηλαδή τώρα είναι καλά;


ρωτάει,


είναι καλά


που δεν δοκίμασα την ευτυχία;