Να σου γράψω ένα ποίημα;
Να σου στείλω ένα φιλί;
Να σου βάλω ένα τραγούδι;
Να σου γράψω πρόστυχα;
Όλα θέλω να τα κάνω απόψε.
Να σου γράψω ένα ποίημα;
Να σου στείλω ένα φιλί;
Να σου βάλω ένα τραγούδι;
Να σου γράψω πρόστυχα;
Όλα θέλω να τα κάνω απόψε.
Μέσα σ’
αυτό το αχανές Σύμπαν βρήκε η Δημιουργία ένα μικρό πλανήτη, ασήμαντο,
τιποτένιο, του πεταμάτου κι έκατσε κι έφτιαξε ατμόσφαιρα, έριξε νερά και φύτεψε
ζωή.
Δεν
μπορώ να το χωνέψω.
Τι στην
οργή ήθελε να αποδείξει; Ότι ξέρει να φτιάχνει ζωή;
Κι εμείς
τώρα τι φταίμε να ταλαιπωρούμαστε εδώ πέρα και μετά να πεθαίνουμε κι από πάνω;
Δεν θα’
ταν πιο ωραίο η Γη να είναι σαν τα αδέλφια της, τον Άρη, την Αφροδίτη, τον
Κρόνο και τους άλλους πλανήτες, ξερή, πέτρα και χώμα, άνυδρη, βουβή, να κάνει
βόλτες γύρω από τον επίσης ασήμαντο Ήλιο μας και το Σύμπαν να συνεχίζει την
πορεία του προς την απόλυτη διάλυση;
Δηλαδή
και τι έγινε που τώρα εδώ πέρα υπάρχει ζωή; Και καθόμαστε εμείς και καμαρώνουμε
στους καθρέφτες ότι «κοίτα τι ζωγράφισα! Κοίτα, τι ποίημα έγραψα! Κοίτα τι
ωραίο άγαλμα έφτιαξα! Κοίτα που ανακάλυψα το άτομο! Κοίτα που το διέσπασα!
Κοίτα τους γαλαξίες που εντόπισα!»
Και;
Ποιος θαρρείτε πως νοιάζεται έξω από εμάς τους ζωντανούς; (Διότι οι νεκροί ανήκουν ήδη στο νεκρό Σύμπαν).
Αφόρητη
μοναξιά, αν το καλοσκεφτείς, να ζεις για λίγο σε έναν Κόσμο που νεκρός,
ασύνειδος, τυχαίος, αδιάφορος διαστέλλεται εσαεί πηγαίνοντας στο πουθενά.
Δείπνο στο βρετανικό μουσείο
----------------------------------------
Ήρθαν οι σκιές,
κάθισαν αναπαυτικά
κάτω από το Αιώνιο,
έφαγαν, ήπιαν,
αντάλλαξαν κοινοτοπίες
με το Αιώνιο ακίνητο
να στέκει από πάνω τους.
Έπειτα διαλύθηκαν οι σκιές.
Και το Αιώνιο
πάντα αδιάφορο,
πάντα έξω από το χρόνο,
πάντα μέσα στην απόλυτη
αυτάρκειά του,
πάντα μέσα στις δικές του
διαστάσεις,
τις απλησίαστες.
*
Το Βρετανικό Μουσείο πρόσφερε κορεάτικα πιάτα με ντεκόρ, και
πάλι, τα Γλυπτά του Παρθενώνα.
Χτύπησε η πόρτα.
Άνοιξε και είδε τον γείτονά της.
-Είμαι μόνος, της είπε. Ήρθα για λίγη
συντροφιά.
Κάθισαν στο χολ σιωπηλοί.
Μετά από μια ώρα περίπου ο γείτονας
σηκώθηκε.
-Ευχαριστώ, είπε.
Άνοιξε την πόρτα κι έφυγε.