27/10/26

Το μπλε διαμάντι

 

 




Αυτή την πολύτιμη πέτρα


που βλέπεις από μακριά


να λάμπει στο φως,


να λάμπει στο σκοτάδι,


αυτό το μπλε μονάκριβο διαμάντι


να το κοιτάς


και να προσεύχεσαι,


να το κοιτάς


και να ευχαριστείς


εκείνον που σ' το έστειλε


- γιατί μπορούσε και


να μη σου το είχε στείλει


και τότε η ζωή σου


δεν θα ήταν όπως τώρα.


 

Αυτό το μπλε διαμάντι


που κάθεται σιωπηλό


και μόνο λάμπει,


μόνο λάμπει


άλλαξε τη ζωή σου,


σ’ έκανε να χαμογελάς


κάποιες στιγμές


και τα σκοτάδια σου


δεν είναι πια τόσο βαριά,


τα αντέχεις.


 

Αυτό το μπλε διαμάντι


φώτισε τη ζωή σου


κι ας στέκεται μακριά σου


κι ας μην μπορείς εσύ


να το ακουμπήσεις.


 

Κάποιος -άγνωστο ποιος - 


το έφερε


και το ακούμπησε πιο πέρα


για να το βλέπεις


και να χαμογελάς.


 

Χαμογελάς.


Τι άλλο θέλεις στη ζωή σου;



Κοινωνικός χαμαιλέων


 

Υπάρχουν δυο τύποι κοινωνικού χαμαιλέοντα.

 

Ας ξεκινήσουμε από τον πιο απλό. Είναι ο άνθρωπος που μιμείται τους άλλους στον περίγυρό του, ώστε να νιώθει ότι είναι ίδιος με αυτούς, ενώ στην πραγματικότητα ο χαρακτήρας του είναι διαφορετικός. Αυτό που επιδιώκει είναι να κάνει καλή εντύπωση στους υπόλοιπους.

 

Έχει διαφορετικές σκέψεις, απόψεις, επιθυμίες, ιδεολογία, αλλά όλα αυτά τα κρύβει από τον φόβο του «τι θα πουν οι άλλοι, καλύτερα να το βουλώσω».

 

Αυτοί οι άνθρωποι φοβούνται την κοινωνική απόρριψη και δεν τολμούν να αφεθούν ελεύθεροι να εκφράσουν τις πραγματικές τους σκέψεις και προτιμήσεις. Για τον λόγο αυτό δεν μπορούν να συνάψουν πραγματικές φιλίες και είναι συνεχώς σε σύγκρουση με τον εαυτό τους.

 

Εξαιρούνται όσοι ασχολούνται με  την πολιτική, το μάρκετινγκ, τη διαφήμιση και τη διπλωματία. Αυτοί αναγκαστικά πρέπει να γίνουν χαμαιλέοντες την ώρα της δουλειάς τους, αλλά τουλάχιστον στην ιδιωτική τους ζωή είναι ο εαυτός τους.

 

Ο δεύτερος τύπος κοινωνικού χαμαιλέοντα είναι και κάπως επικίνδυνος.

 

Μιλάμε για χειριστικό άτομο που κρύβει σκόπιμα την πραγματική του ζωή και δράση χρησιμοποιώντας ως προπέτασμα άλλα άτομα εύπιστα ή αφελή, ώστε να δίνει προς τα έξω μια ακίνδυνη, φυσιολογική εικόνα.

 

Πρόκειται για μια εικόνα «βιτρίνας»: κανείς δεν μπορεί να υποψιαστεί ότι πίσω από την βιτρίνα κινείται άτομο με σκοτεινές δραστηριότητες.

 

Τα άτομα, με τα οποία συναναστρέφεται δημόσια είναι ειδικά επιλεγμένα, ώστε να είναι ευκολόπιστα, να μην κάνουν αδιάκριτες ερωτήσεις και φυσικά να μην είναι καχύποπτα.

 

Ζει σε δυο διαφορετικούς κόσμους: τον δημόσιο που είναι κοινωνικά αποδεκτός και τον κρυφό που τον ξέρει μόνο αυτός ή έστω κάποιοι λίγοι συνεργάτες του. Αυτοί οι δύο κόσμοι εννοείται ότι δεν συναντώνται ποτέ.

 

Αυτό το δεύτερο είδος χαμαιλέοντα προβάλλει προς τα έξω μια εικόνα ευγενικού και συχνά γοητευτικού ανθρώπου χαμηλών τόνων. Μπορεί μάλιστα να αναφέρει κάποια μικρά μυστικά της ζωής του, ώστε να κερδίσει την εμπιστοσύνη των άλλων. Τα σοβαρά μυστικά δεν τα αποκαλύπτει βεβαίως ποτέ.

 

Ωστόσο μπορούμε να υποψιαστούμε ότι κάτι δεν πάει καλά, καθώς ο τύπος αυτός αφήνει άθελά του κάποια ίχνη:


Παραδείγματος χάριν παρατηρούμε κάποια κενά στον χρόνο του. Εξαφανίζεται για μέρες και οι δικαιολογίες του μετά είναι αόριστες ή ασαφείς. Εκδηλώνει υπερβολική μυστικοπάθεια με οτιδήποτε έχει σχέση με τα ηλεκτρονικά (κινητό, Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης κλπ). Μιλά ελάχιστα για το παρελθόν του και μπορεί να πέσει σε αντιφάσεις. Λέει κάποια ψέματα που, αν αποκαλυφθούν, τα υποβαθμίζει.

 

Υπάρχει μεγάλη διαφορά στον τρόπο που λειτουργεί ένας κοινωνικός χαμαιλέοντας του πρώτου τύπου από τον δεύτερο.

 

Ο πρώτος είναι ένας αδύναμος χαρακτήρας που βρίσκεται σε συνεχή εσωτερική ταραχή στην αγωνία του να προβάλει προς τα έξω ένα ψεύτικο πρόσωπο, ένα προσωπείο που θα είναι αποδεκτό από τον περίγυρό του. Ακίνδυνος αλλά ψεύτικος βρίσκεται σε συνεχή σύγκρουση με τον πραγματικό εαυτό του.

 

Ο δεύτερος τύπος χαμαιλέοντα είναι ψυχρός, υπολογιστικός, αδιάφορος προς τους εύπιστους «φίλους» του που τους ξεγελά σκόπιμα για να δώσει μια εικόνα συνηθισμένου, καθημερινού ανθρώπου. Στην πραγματικότητα αυτό που τον ενδιαφέρει είναι να κρατήσει μυστικές τις συνήθως ύποπτες δραστηριότητές του.


(Πληροφορίες άντλησα από την ΑΙ).



26/10/26

Σαν ένα μισό

 

Σαν ένα μισό,


σαν ένα ατελείωτο


γυροφέρνω τον κόσμο


και σε ψάχνω.



 

Ηλικιακός ρατσισμός; Τι είναι αυτό;

 

Ποιος επιβάλλει τον ηλικιακό ρατσισμό;

Οι νέοι;

Τους έχω γραμμένους τους νέους με το λίγο μυαλουδάκι, με τις λιγοστές τους γνώσεις και με μια φύση που τους κρατά υποδουλωμένους στα ένστικτα και στις ορμές τους.

 

Είμαι 78 χρονών και δεν έχω νιώσει ποτέ καλύτερα από ό,τι τώρα. Γιατί είμαι στην κορυφή, ενώ οι υπόλοιποι, οι νεότεροι δηλαδή, ακόμα παλεύουν να σκαρφαλώσουν και τους βλέπω να αγκομαχούν, να ιδροκοπούν και να λένε και σαχλαμάρες νομίζοντας πως πρωτοτυπούν.

 

Παιδάκια, τις έχουμε πει κι εμείς αυτές τις κοινοτοπίες που τώρα εσείς μηρυκάζετε, έχουμε κι εμείς βιώσει τις εμπειρίες που τώρα εσείς ανακαλύπτετε – κι άλλες που δεν θα βιώσετε ποτέ εσείς, καλά μου παιδιά – έχουμε περάσει θύελλες, ευτυχίες, δυστυχίες, κλάματα, γέλια, θυμό, πλήξη, αγάπες και άλλα τέτοια κοινά και συνήθη και ξέρετε κάτι; Τα βλέπουμε τώρα όλα αυτά αφ’ υψηλού και χαμογελάμε ικανοποιημένοι.

 

Και όχι, δεν βαρεθήκαμε. Μας αρέσουν ακόμα πολλά πράγματα και δεν έχουμε κανένα λόγο να τα κρύψουμε. Από ποιον να τα κρύψουμε; Γιατί να τα κρύψουμε;

 

Αλλά, για να είμαι ειλικρινής, προσωπικά δεν ένιωσα ποτέ ότι οι νέοι με αντιμετώπισαν ως γηραιά, αξιολύπητη θεία. Ίσως γιατί εκπέμπω άθελά μου καλή διάθεση προς αυτούς: τους βλέπω με συμπάθεια και κατανόηση, τους μιλώ γλυκά και δεν ντρέπομαι καθόλου, μα καθόλου σας λέω, να ζητήσω τη βοήθειά τους, αν τη χρειαστώ.

 

Αν κάτι μού πέσει κάτω, πού να σκύβω τώρα να το πιάσω. Λέω στον νεαρό ή τη νεαρή που βρίσκεται κοντά μου «μπορείς, σε παρακαλώ, να μου πιάσεις αυτό το δεματάκι, γιατί δεν μπορώ να σκύψω;» Και τα παιδιά ευγενέστατα σκύβουν και μου δίνουν το δεματάκι. Και μου χαμογελούν. Και τους χαμογελώ. Και νιώθουμε άνετα και ωραία αμφότεροι. Καθόλου δεν έχω την αίσθηση ότι «αχ, είμαι ανήμπορη, αχ, πώς κατάντησα έτσι, αχ!» 


Είμαι μεγάλη και δυσκολεύομαι να σκύψω ως το έδαφος. Τι το περίεργο; Όλοι το καταλαβαίνουν αυτό και δεν έχω δει κανένα να το απαξιώνει.

 

Στο σουπερμάρκετ δεν φτάνω πια τα ψηλά ράφια. Κακό είναι; Ζητώ από την κοπέλα που στέκεται δίπλα μου να μου κατεβάσει αυτό που θέλω. Κι αυτή το κατεβάζει αμέσως. Την ημερομηνία λήξης κάποιου προϊόντος δεν τη βλέπω, άμα είναι με ψιλά γράμματα και δεν έχω μαζί τα γυαλιά μου. Ρωτώ την πωλήτρια να μου πει κι εκείνη μου λέει. Τι έγινε; Πρέπει να ντρέπομαι που δεν διακρίνω τα ψιλά γράμματα;

 

Με άλλα λόγια, ποτέ δεν πρόσεξα να με κοιτάζουν με οίκτο, επειδή δεν είμαι δέκα οχτώ χρονών. Αντίθετα αυτό που νιώθω να εκπέμπουν οι άλλοι προς εμένα είναι ένας ευγενικός σεβασμός.

 

Μου κρατούν ανοιχτή την πόρτα για να περάσω πρώτη. Σπεύδουν να με βοηθήσουν, αν κρατώ πολλά πράγματα. Και μου χαμογελούν τα χρυσά μου.

 

Στο μίνι μάρκετ της γωνίας που είμαι τακτικότατη πελάτισσα ο νεαρός και συμπαθέστατος Γιώργος παρατήρησα μια μέρα ότι είχε αρχίσει να μου μιλά στον ενικό.

 

«Μου αρέσει που μου μιλάς στον ενικό», του είπα, «με κάνει να νιώθω νεότερη». «Ε, μα ναι», μου απάντησε, «τόσο καιρό πια έχουμε γνωριστεί. Και ο πληθυντικός είναι υποκριτικός, δεν έχει νόημα».

 

Νεαρά μου πλάσματα, σας αγαπώ, είστε καλά παιδιά και είμαι κι εγώ καλή μαζί σας.

 

Τώρα, αν γίνονται ηλικιακές διακρίσεις στα πλατό του σινεμά ή στα μουσικά στούντιο, αυτό δεν με ενδιαφέρει και δεν με αφορά.


Και κάτι ακόμα: μήπως είμαστε εμείς οι μεγάλοι που επινοήσαμε τον όρο "ηλικιακός ρατσισμός"; 


Όπως πχ λέμε ότι όποιος έχει τη μύγα, μυγιάζεται;