Είχε πρόβλημα
στην οικογένεια, ήταν άνεργος, εμμέσως ζήτησε οικονομική βοήθεια. Του έδωσα ένα
ποσό.
Λίγο καιρό αργότερα είπε ότι του
έκλεψαν το εργαλείο της δουλειάς του και πώς να βρει δουλειά χωρίς αυτό το
εργαλείο. Παραξενεύτηκα λίγο, πώς του το έκλεψαν, ενώ το είχε μαζί του και ήταν
και μεγάλο, δεν ήταν κανένα κουμπί. Του έδωσα πάλι ένα ποσό, γιατί τον
λυπήθηκα.
Μετά από λίγο καιρό βρήκε δουλειά και
χάρηκα που επί τέλους είχαν τελειώσει τα βάσανά του. Στην οικογένεια το
πρόβλημα υπήρχε πάντα, αλλά αυτό δεν μπορούσε να λυθεί.
Αυτός δεν ξέρω πώς το πήρε με τη
γενναιοδωρία μου. Μπορεί να νόμισε ότι μου άρεσε και γι’ αυτό του έδωσα
χρήματα. Ωραίος εξακολουθούσε να είναι, αν και μεγάλος πια και με κουρασμένο
πρόσωπο. Κάτι παλιές φωτογραφίες του έδειχναν πως υπήρξε πολύ όμορφος. Ωστόσο
εγώ δεν ένιωσα ποτέ ερωτική επιθυμία γι’ αυτόν. Κάτι με απωθούσε. Ίσως ο τρόπος
που μιλούσε.
Τέλος πάντων, μετά από λίγο καιρό μού
ζήτησε ευθέως χρήματα, αν και πια εργαζόταν κανονικά. Κάτι πούλαγε, κάτι
αγόραζε, λίγο μπερδεμένα τα άκουγα αυτά και δεν μου άρεσαν.
Του είπα: Θα σου δώσω αυτά τα χρήματα,
αλλά να ξέρεις ότι είναι δανεικά. Θα πρέπει να μου τα επιστρέψεις.
Ναι, βεβαίως, μου απάντησε, μέχρι το
Δεκέμβριο θα σου τα έχω επιστρέψει.
Ήταν καλοκαίρι ακόμα τότε. Μπήκε ο
χειμώνας, ήρθε ο Δεκέμβριος, πέρασε, τίποτα, καμιά κίνηση. Του θυμίζω το χρέος
του. Μου επιστρέφει το ένα τρίτο των χρημάτων και μου υπόσχεται ότι σύντομα θα
μου επιστρέψει και τα υπόλοιπα. Δεν ήμουν και πολύ σίγουρη.
Πέρασαν μερικοί μήνες, τίποτα.
Ήταν να κάνω μια παρουσίαση βιβλίου
μου, του λέω, έλα και φέρε και τα χρήματα. Ναι, αλλά πώς να σου τα δώσω μέσα
στον κόσμο, μου λέει αυτός. Θα τα δώσεις στον ανιψιό μου που είναι ενήμερος,
του λέω, και αυτός θα μου τα δώσει μετά την παρουσίαση. Μαράθηκε λίγο, αλλά
συμφώνησε.
Στην παρουσίαση έδωσε στον ανιψιό μου
πάλι το ένα τρίτο των χρημάτων. Απέμενε το τελευταίο τρίτο των δανεισθέντων κι
εγώ είχα μια προαίσθηση ότι δεν θα μου τα έδινε ποτέ.
Πέρασαν μήνες από τότε. Απόλυτη σιγή. Δεν
του υπενθύμισα ξανά το υπόλοιπο του χρέους του. Τον άφησα να δω τι θα κάνει.
Δεν έκανε τίποτα. Ή μάλλον κάτι έκανε: έκανε την πάπια.
Εντάξει, σκέφτηκα, με διακόσια ευρώ εσύ
δεν έγινες πλουσιότερος κι εγώ δεν έγινα φτωχότερη. Τον διέγραψα από το face book.
Και πριν λίγο καιρό από περιέργεια πήγα
στη σελίδα του να δω τι κάνει. Δεν τη βρήκα. Ο τύπος με είχε μπλοκάρει. Μια και
δεν ήμουν η χαζή κότα με τα χρυσά αβγά και μια και τον διέγραψα, αυτός μου το
ανταπέδωσε μπλοκάροντάς με. Με εκδικήθηκε ο μ@λάκας. Δηλαδή έτσι νόμισε.
Ηθικόν συμπέρασμα: Βγάλτε το μόνοι σας.
.jpg)