Πότε πότε νιώθει να
κολλάει πάνω του
και τότε θυμώνει
και τον βρίζει
μονολογώντας πάνω κάτω
στα δωμάτια,
μετά του στέλνει φιλιά,
μετά ξεχνιέται,
έπειτα θυμώνει ξανά,
έπειτα τον αγαπά ξανά
και όταν συνέρχεται,
σκέφτεται πόσο χρήσιμος τής είναι,
πόσο πολύτιμος τής είναι, γιατί, αν δεν υπήρχε αυτός,
θα υπήρχε το χάος, θα υπήρχε το τίποτα,
θα έρχονταν οι σκέψεις του θανάτου,
μαύρες, βαριές σκιές,
οι σκέψεις του θανάτου.
Τώρα, με τούτη την ψευδαίσθηση
που εκείνος τη λιπαίνει - να το πούμε κι αυτό -
η ζωή αντέχεται, έχει και κάποιες όμορφες στιγμές,
έχει και ωραίες σκέψεις και φαντασίες
και μη νομίζετε πως δεν καταλαβαίνει (αυτή)
πως το όλο θέμα έχει και κάποια γελοιότητα,
να στέκεται μπροστά στις Πύλες του Θανάτου και να χαμογελά,
γιατί εκείνος -όχι ο Θάνατος, εκείνος -
της έστειλε ένα φιλί και οι Πύλες
παραμένουν επ' αόριστον κλειστές,
έχει που λέτε κάποια γελοιότητα η όλη κατάσταση,
ιδίως, όταν κοιτάζεται στον καθρέφτη,
νιώθει μια περιφρόνηση τότε
και ρωτά το είδωλό της:
Εσύ θα πήγαινες με μια γυναίκα σαν και μένα;
Και το είδωλο μένει σκεφτικό,
μάλλον όχι, της απαντά μετά.
Κι εγώ το ίδιο νομίζω, λέει αυτή, λοιπόν όχι, δεν πρόκειται ποτέ
να με φιλήσει.
Και το είδωλο κατανεύει σιωπηλά.
Εν τάξει, συμφωνήσαμε, του απαντά ψυχρά κι ύστερα
βάφει τα μάτια της, φορά τα ωραία της φορέματα, τα σκουλαρίκια
της και βγαίνει έξω.
Μα τι ωραία που είστε! Της λέει η γειτόνισσα, της λέει η νυχού,
της λέει η κομμώτρια,
ναι, κούκλα είμαι, απαντά αυτή και γελά χαιρέκακα,
αλλά οι Πύλες έτσι παραμένουν κλειστές κι εκείνος, ε, εκείνος κάνει τη ζωή του, δικαίως, δικαιότατα και ούτε ένα φιλί, ούτε ένα φιλί
ο
α-φιλό-τιμος,
θυμώνει
και τον βρίζει
κι ύστερα πάλι τον αγαπά.
Μα δεν το ξέρει (αυτός),
δεν το ξέρει,
ούτε καν το υποπτεύεται
ότι αυτός είναι που την
κρατά ζωντανή,
που ακόμα δεν έχει πέσει στα Τάρταρα,
να την πάρει ο διάολος
και να ησυχάσουν
κι αυτή κι αυτός
κι ολόκληρος ο κόσμος.

