8/7/26

Τα είδαμε, τα ζήσαμε

 

Τα είδαμε,


τα ζήσαμε,


τα μάθαμε,


τα καταλάβαμε.

 

Κάτι καινούργιο


δεν υπάρχει ελπίδα


να συμβεί.



 

Τώρα,


από δω και πέρα,


αρχίζει η κατάρρευση.


 

Ξανά από την αρχή


μαθαίνουμε να ζούμε


κουτσοί,


στραβοί,


κουφοί,


ανήμποροι.


 

Είναι κι αυτό μια εμπειρία,


θα πουν οι αισιόδοξοι,


αλλά κανείς


δεν τους ακούει αυτούς,


μέσα στη χαζομάρα μια ζωή


βρίσκονται αυτοί οι αισιόδοξοι,


μες στην καλή χαρά,


άντε, βαρέθηκα.



 

Δώδεκα τα μεσάνυχτα

 

Δώδεκα τα μεσάνυχτα.


Πάλι αμάρτησα.



7/7/26

Αυτό


 

Όταν έρχεται Αυτό, όλα τα άλλα παραμερίζουν. Αυτό είναι κυρίαρχο. Καμιά δύναμη δεν μπορεί να το εμποδίσει.

 

Οι κοινωνικές υποχρεώσεις αναβάλλονται επ’ αόριστον. Τα τηλεφωνήματα απαγορεύονται. Η έξοδος από το σπίτι απαγορεύεται, εκτός αν υπάρχει πολύ σοβαρός λόγος. Γενικά οι επαφές με άλλους απαγορεύονται.

 

Μπαίνω στην απομόνωση και δεν ξέρω πόσο θα διαρκέσει. Μπορεί πέντε -έξι μέρες ,αλλά μπορεί και μήνας ολόκληρος.

 

Η σκέψη μου αλλοιώνεται. Τίποτα δεν έχει αξία. Μόνο Αυτό. Αυτό θα το προσκυνώ, θα το σέβομαι, θα το υπακούω. Σε αντάλλαγμα Αυτό μού δίνει μια αίσθηση επώδυνης ευφορίας. Με κρατά αιχμάλωτη μιας μυστικής μαγείας. Είμαι παγιδευμένη, αλλά δεν θέλω να ελευθερωθώ.

 

Αυτό ορίζει τα πάντα μου. Έχει νόμους, έχει κανόνες που οφείλω να τηρώ. Αν τους παραβώ, έχει τιμωρίες. Θα τις υποστώ με τη θέλησή μου.

 

Αυτό είναι ο Θεός ή καλύτερα έχει πάρει τη θέση του Θεού.

 

«Σε ολοκληρώνω», μου λέει, «σε κάνω αυτό που είσαι και που αρνείσαι να αποδεχτείς. Σου δείχνω ποιος είναι ο αυθεντικός εαυτός σου».

 

Η αλήθεια είναι ότι πράγματι μου μαθαίνει τον εαυτό μου. Αυτόν τον εαυτό που κρύβεται στα κατάβαθα της ύπαρξής μου και που εγώ τον αγνοούσα για χρόνια.

 

Τώρα ξέρω ποια είμαι.

 

Αλλά Αυτό με παρακολουθεί άγρυπνα, γιατί ξέρει πως με την πρώτη ευκαιρία, θα ξεστρατίσω πάλι. Και τότε εμφανίζεται ξανά, μια ανύποπτη ώρα που εγώ είμαι ξένοιαστη και κάνω τα δικά μου.

 

«Πάλι ξεστράτισες, πάλι αμάρτησες και πρέπει τώρα να εξαγνιστείς», μου λέει.

 

Κλείνουν τα πάντα γύρω μου και μπαίνω στον σκοτεινό του κόσμο. Ομολογώ τα λάθη μου, αναγνωρίζω την ενοχή μου, ζητώ συγγνώμη, δέχομαι την τιμωρία μου.

 

Ξέρω ωστόσο ότι δεν θα διορθωθώ ποτέ.

Και Αυτό το ξέρει.

 

Και γι’ αυτό τον λόγο έρχεται και ξανάρχεται, δεν θα σταματήσει ποτέ να το κάνει.

 

Σχεδόν το έχω αγαπήσει. Είναι φορές που μου λείπει και το αναζητώ. Αυτό θα έρθει, όταν κρίνει ότι είναι η κατάλληλη στιγμή. Παραδίνομαι αμέσως και ξέρω τι με περιμένει.

 

Πολλές φορές μάλιστα σκέφτομαι ότι είναι ωραία έτσι, Αυτό κι εγώ μαζί, μόνο οι δυο μας και κανείς άλλος ανάμεσά μας κι ότι καλύτερα είναι να μείνει για πάντα μαζί μου.

 

Όμως Αυτό φεύγει, όταν πια με έχει εξαντλήσει.

 

Θα ξανάρθει όμως. Ποτέ δεν με ξεχνά.



5/7/26

Λονδίνο, Αγγλία (Ταξιδεύοντας στο εξωτερικό)

 



Η δεύτερη έξοδός μου από την Ελλάδα πραγματοποιήθηκε λίγα χρόνια μετά από την πρώτη, είχαμε ακόμη χούντα (στα τελευταία της) και έγινε για τον ίδιο λόγο που είχα ταξιδέψει και στην Ελβετία.

 

Ένας γνωστός μου, τι γνωστός δηλαδή, φίλος μου ήταν, ήθελε να δουν οι γιατροί εκεί έναν ανιψιό του σοβαρά άρρωστο και μου ζήτησε να τον συνοδέψω ως διερμηνέας, γιατί δεν μιλούσε αγγλικά. Με όλα μου τα έξοδα πληρωμένα, Όλα! Ακόμα και τον καφέ μου.

 

Το είπα στους γονείς μου, εκείνοι με κοίταξαν καχύποπτα, ποιος είναι αυτός ο γνωστός σου, πώς λέγεται, πού ζει, τι δουλειά κάνει και άλλα τέτοια. Τους είπα όσα μπορούσα να τους πω κι εκείνοι ζήτησαν να τον γνωρίσουν.

 

Ήρθε ο φίλος κουστουμαρισμένος, γραβατωμένος, σοβαρός, τους εξήγησε την περίπτωση, κάπως κάμφθηκαν οι γονείς μου. Αλλά πάλι δεν ησύχαζαν και όλο με ρωτούσαν: και πότε και πού και πώς και γιατί -εδώ που τα λέμε δίκιο είχαν οι άνθρωποι να ανησυχούν, εγώ όμως δεν ανησυχούσα, γιατί τον ήξερα καλά τον γνωστό που ήταν και κατα-αγχωμένος με την περίπτωση του ανιψιού του, δέκα τεσσάρων χρονών παιδιού.

 

Τελικά έχασα την υπομονή μου με τις απανωτές ερωτήσεις τους και τους είπα ορθά κοφτά:

 

-Εγώ θα πάω στο Λονδίνο, είτε σας αρέσει είτε όχι, τέτοια ευκαιρία δεν τη χάνω! Να είναι όλα πληρωμένα και να πω όχι.

 

Κι έτσι βρέθηκα στο Λονδίνο.

Οι Έλληνες εκεί μας συμπαραστάθηκαν και μας βοήθησαν πολύ.

 

Ένας από αυτούς μάλιστα, Κύπριος την καταγωγή, μας πήρε ένα απόγευμα με το αυτοκίνητό του και μας έκανε τον γύρο του Λονδίνου για να δούμε όλα τα αξιοθέατα.

 

Αλλά, ως γνήσιος Έλλην, δεν σταματούσε να πατά την κόρνα μπροστά στο οποιοδήποτε μικρό εμπόδιο ή και σε κανένα εμπόδιο. Πιστεύω πως η μοναδική κόρνα που ακουγόταν σε ολόκληρο το Λονδίνο ήταν η δική μας. Άλλη κόρνα δεν άκουσα πουθενά.

 

Οι Λονδρέζοι οδηγοί στα άλλα αμάξια γύριζαν απορημένοι και μας κοίταζαν. Ο δικός μας ατάραχος. Πατούσε την κόρνα και προχωρούσε ακάθεκτος. Δεν καταλάβαινε Χριστό. Και ζούσε στο Λονδίνο ήδη πολλά χρόνια, αλλά το χούι του δεν το άλλαξε.

 

Μας έδειξε ωστόσο όλα τα αξιοθέατα της πόλης, καλά πήγε αυτό.

 

Η ιστορία όμως αυτή δεν έχει καλό τέλος.

 

Ο Κύπριος οδηγός μας ήταν ήδη προχωρημένος μεσόκοπος τότε. Σήμερα, μισό αιώνα και βάλε, δεν πρέπει να ζει.

 

Ο γνωστός μου, σαράντα τεσσάρων χρονών τότε, επίσης δεν πρέπει να ζει.

 

Ο ανιψιός του πέθανε λίγο καιρό μετά, αφότου γυρίσαμε από το Λονδίνο.