Ο ΠΕΡΠΑΤΕΑΣ ΞΑΝΑ ΣΤΗ ΓΑΔΑ
Ο Ευδαίμων Περπατέας βρισκόταν ακόμα στο χωριό του, συγκεκριμένα σκάλιζε τον κήπο του εκείνη την ηλιόλουστη ημέρα του Μαΐου, όταν είδε από μακριά δυο αστυνομικούς να πλησιάζουν.
«Τι στο διάολο θέλουν αυτοί εδώ;», σκέφτηκε και παράτησε την τσάπα του σε μια γωνιά.
-Καλώς τα παιδιά! Ποιος
αέρας σάς έφερε κατά δω; είπε πρόσχαρα.
-Περπατέα, σε ψάχνουν
στην Αθήνα, είπε ο ένας που ήταν και συχωριανός του – όταν ήταν παιδιά, παίζανε
μαζί στα χωράφια του χωριού.
-Ναι, ξέρω, για κείνη την
υπόθεση με τη Σαλόνγκα.
-Τι σηκώθηκες κι έφυγες
στη μέση των ανακρίσεων;
-Νόμιζα πως είχαμε
τελειώσει. Τι άλλο να τους έλεγα; Όλα
τους τα είπα.
-Δεν τους είπες όμως ότι
είσαι πάλι άνεργος.
-Τους το είπα. Γι’ αυτό κατέβηκα
στο χωριό. Κουράστηκα πια, βαρέθηκα. Θα αλλάξω ζωή και θα γίνω αγρότης.
-Καλά, αυτά να τους τα
πεις τώρα που θα πας στην Αθήνα.
-Μα τι θέλουν από μένα;
Άσε που δεν έχω φράγκο ούτε για το εισιτήριο.
-Μη σε νοιάζει, θα σε πάμε εμείς.
Έτσι ο Ευδαίμων Περπατέας βρέθηκε πάλι στο γραφείο του Χαράλαμπου Δεβρεντή και ήπιε την καθιερωμένη κόκα κόλα του.
-Αν με κερνάγατε και ένα
τοστ, ζαμπόν, τυρί, δεν θα έλεγα όχι, είπε στον Δεβρεντή που στεκόταν όρθιος
από πάνω του.
-Άνεργος ακόμα, κύριε
Περπατέα;
-Άνεργος και άφραγκος,
αναστέναξε αυτός.
-Και δεν ζει και η Κλειώ
Σαλόνγκα να σας ελεήσει.
-Θεός σχωρέσ’ την. Δεν
βρήκατε ακόμα τον δολοφόνο της;
-Κοντεύουμε.
-Εγώ πάντως τον ανιψιό
της υποψιάζομαι. Αυτός θα πάρει τώρα όλη την περιουσία της.
-Τίποτα δεν θα πάρει, κύριε Περπατέα. Τα χρήματά της έκαναν φτερά. Άνοιξε και η διαθήκη της και τα ακίνητά της τα χαρίζει σε ζωοφιλικές οργανώσεις.
Ο Ευδαίμων Περπατέας έμεινε με το στόμα ανοιχτό:
-Πολύ ύπουλη ήταν τελικά η μακαρίτισσα…
Έμεινε για λίγο
σκεφτικός:
-Αλλά, αν ο ανιψιός
βούτηξε τις διακόσιες χιλιάδες ευρώ…
-Ένα λεπτό, να παραγγείλω το τοστ σας, τον διέκοψε ο Δεβρεντής.
-Ξέρετε τι σκέφτομαι;
είπε ο Περπατέας, όταν ο αστυνόμος επέστρεψε. Ο ανιψιός έμαθε ότι δεν επρόκειτο
να κληρονομήσει τα ακίνητα και φοβήθηκε ότι η θεία του δεν θα του άφηνε ούτε τα
χρήματα που φύλαγε στο σπίτι της. Γι’ αυτό της τα έκλεψε. Η γριά τον έπιασε στα
πράσα κι αυτός αναγκάστηκε να τη σκοτώσει.
-Ωραίο σενάριο. Πρέπει
όμως να γύρισε πίσω, εφόσον φύγατε από το σπίτι της όλοι μαζί.
-Ναι, κάτι τέτοιο πρέπει
να έγινε.
-Με αυτή τη λογική μπορεί
να γύρισε πίσω οποιοσδήποτε από τους τέσσερίς σας.
-Ναι, αλλά ποιος είχε συμφέρον σ’ αυτή την υπόθεση;
Εκείνη τη στιγμή κατέφθασε το τοστ και η συζήτηση διακόπηκε, μέχρι να το καταβροχθίσει ο Περπατέας, ενώ ο Δεβρεντής περίμενε υπομονετικά.
-Πώς είναι η μέση σας;
Συνήλθατε; τον ρώτησε, όταν ο άλλος είχε καταπιεί και την τελευταία μπουκιά.
-Ναι, εντάξει, όλα καλά.
-Σίγουρα όλα καλά, εφόσον
σκάβετε τα χωράφια σας στο χωριό.
-Τι να κάνω, κύριε
αστυνόμε. Κάπως πρέπει να ζήσω κι εγώ. Πάλι καλά που έχω αυτά τα χωραφάκια στο
χωριό μου. Αλλιώς θα καταντούσα άστεγος. Μου δίνει και η Πολιτεία ένα μικρό
επίδομα και κουτσοβολεύομαι.
-Είστε ήδη πενήντα οχτώ χρονών. Πόσο καιρό ακόμα νομίζετε ότι θα μπορείτε να σκάβετε τα χωράφια σας;
Ο Περπατέας έμεινε σιωπηλός.
-Ένας καλός γάμος όμως θα
σας έσωζε, συνέχισε ο Δεβρεντής.
-Ποια να με πάρει εμένα
τον άνεργο και σ’ αυτή την ηλικία, μουρμούρισε ο Περπατέας.
-Η Κλειώ Σαλόνγκα.
Ο Περπατέας μαρμάρωσε
προς στιγμήν. Ύστερα είπε:
-Η Κλειώ δεν ανεχόταν τη συμβίωση με τίποτα ζωντανό. Το ξέρετε ότι δεν ήθελε λουλούδια στο σπίτι της; Ούτε γλάστρες είχε ούτε τίποτα. Μόνο άψυχα αντικείμενα ήθελε. Εμένα με χρειαζόταν για τις ανάγκες της. Της έκανα τις αγγαρείες που μου ζητούσε και μετά έπρεπε να φύγω.
Σταμάτησε για λίγο:
-Μέχρι και τα πόδια της
με έβαζε να της τρίβω, όταν πονούσε, πρόσθεσε.
-Ήταν μια σωματική
προσέγγιση αυτό όμως.
-Μια αγγαρεία ήταν.
-Που προσέδιδε μια
ιδιαίτερη οικειότητα.
-Πού το πάτε, κύριε
αστυνόμε;
-Καταλαβαίνετε πού το
πάω. Πείτε μου τώρα την αλήθεια: της ζητήσατε να την παντρευτείτε;
-Ποιος διαδίδει αυτές τις
ψευτιές; Ο ανιψιός της ασφαλώς, αυτός το ύπουλο υποκείμενο! έκανε εκνευρισμένος ο
Περπατέας.
-Γιατί είναι ψευτιές; Της
ζητήσατε να σας παντρευτεί κι εκείνη αρνήθηκε. Συμβαίνουν αυτά, είπε ο
Δεβρεντής ρίχνοντας άδεια για να πιάσει γεμάτη.
-Πώς έγινε; Θα μου πείτε
λεπτομέρειες;
-Δεν σας τις είπε ο
ανιψιός της;
-Θα ήθελα να τις ακούσω από σας.
Καταπτοημένος ο Ευδαίμων Περπατέας διηγήθηκε στον Δεβρεντή ότι ένα βράδυ που τον είχε βάλει πάλι η Σαλόνγκα να τρίψει τα πόδια της, της πρότεινε να παντρευτούν. Της υποσχέθηκε ότι θα ήταν πάντα κοντά της, θα τη φρόντιζε και θα της φερόταν με τρυφερότητα. Ότι είχε ανάγκη από έναν άνθρωπο δικό της που θα νοιαζόταν γι’ αυτήν. Της τα έλεγε όλα αυτά και παράλληλα της έτριβε τα πόδια. Η Σαλόνγκα τον άκουγε ανέκφραστη. Μετά του είπε: «Πήγαινε στο διάολο!».
-Έτσι σας είπε;
-Έτσι ακριβώς. Σηκώθηκα
κι έφυγα ντροπιασμένος. Την άλλη μέρα μού τηλεφώνησε, λες και δεν συνέβαινε
τίποτα. Ήθελε να της κάνω κάποια ψώνια. Δεν ξαναμιλήσαμε ποτέ γι’ αυτό το θέμα.
-Τι ανάποδο πλάσμα! σχολίασε
ο Δεβρεντής. Αν δεχόταν την πρότασή σας, θα ήταν λέτε σήμερα ζωντανή;
-Χωρίς αμφιβολία. Ποιος
θα τολμούσε να την πειράξει με έναν άντρα στο πλευρό της που θα τη νοιαζόταν;
-Και θα είχατε λύσει κι εσείς το οικονομικό σας πρόβλημα.
Ο Περπατέας κούνησε το κεφάλι κοιτάζοντας αλλού.
-Πάντως οφείλω να σας πω ότι ο ανιψιός της δεν έχει ιδέα γι’ αυτήν την πρόταση γάμου που κάνατε στη θεία του, είπε ο Δεβρεντής.
Ο Περπατέας τον κοίταξε
καχύποπτα:
-Ποιος σας το είπε τότε;
Μήπως εκείνος ο λιγδιάρης ο ποιητής;
-Όχι, ο λιγδιάρης δεν μου
είπε τίποτα.
-Τότε ο χαζοχαρούμενος ο
εκδότης της. Αυτός ο υποκριτής. Που τον φλέρταρε για να με ταπεινώσει.
-Εσείς μου είπατε ότι τον
φλέρταρε για να τον γελοιοποιήσει.
-Αυτός σας το είπε τελικά;
Ο Δεβρεντής χαμογέλασε
χαιρέκακα:
-Κανείς δεν μου το είπε, κύριε Περπατέα. Μόνος σας το ομολογήσατε. Εδώ που τα λέμε δεν είναι δύσκολο να σκεφτεί κανείς ότι ένας γάμος με τη Σαλόνγκα θα σας έσωζε από το άδηλο και άνεργο μέλλον σας. Και φυσικά της κάνατε την πρόταση, όταν απολυθήκατε για δεύτερη φορά.
Ο Περπατέας έσκυψε το
κεφάλι κι έμεινε σιωπηλός για αρκετή ώρα. Μετά είπε:
-Όπως και να’ χει, δεν τη
σκότωσα εγώ.
-Όχι, δεν τη σκοτώσατε εσείς. Εσείς απλώς τη μαχαιρώσατε.
Ο Περπατέας μαρμάρωσε για
δεύτερη φορά.
(Συνεχίζεται)