Δεν έχω ακούσει κανέναν γέροντα ή
γερόντισσα να μιλά για αθανασία. Ούτε και κανέναν νέο.
Αυτό το θέμα, όπως διαπίστωσα,
απασχολεί εκείνους που βρίσκονται μεταξύ νιότης και γηρατειών, όταν δηλαδή το
σώμα τους αρχίζει να στέλνει τα πρώτα μηνύματα της παρακμής, κάτι ψιλοχαλάει,
κάτι πονάκια εμφανίζονται, το πρόσωπο δεν είναι πια φρέσκο και λαμπερό, η
χοληστερίνη δίνει το παρόν της, η πίεση επίσης, χαλάνε και τα δόντια, ξεφυτρώνουν
θρασύτατες οι άσπρες τρίχες στο κεφάλι, με λίγα λόγια η νιότη αποχωρεί αργά
αλλά σταθερά, αργά αλλά πάντα σταθερά.
Και τότε αρχίζουν και τα υπαρξιακά περί
αθανασίας, γιατί να πεθαίνουμε, τι είναι ο θάνατος, είναι μια μετάβαση σε μια
άλλη ευτυχέστερη διάσταση άραγε, είναι το οριστικό μας τέλος, τι κάνει περί αυτού
η επιστήμη, θα γίνει κάποτε αθάνατος ο άνθρωπος κι αν ναι, πώς θα είναι και τα
λοιπά και τα λοιπά.
Η παρακμή ωστόσο του σώματος
συνεχίζεται με σταθερό ρυθμό. Και ο μεσόκοπος, αν είναι τυχερός, καταφέρνει και
γίνεται γέρος.
Οι γέροι δεν ασχολούνται καθόλου με την
αθανασία – εκτός κι αν είναι τίποτα θρησκευόμενοι, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα.
Οι γέροι κάθονται αποκαμωμένοι από τη ζωή και βαριούνται. Και πότε-πότε τους ακούς
να λένε:
-Άντε, βαρέθηκα, να πεθάνω να ησυχάσω.
Υπομονή, αν είμαστε τυχεροί, θα το
πούμε κι εμείς κάποτε.
