20/6/26

Γυναίκα σε αρσενικό παραλήρημα

 

Θεέ μου, πόσο,


Θεέ μου πόσο, πόσο,


πόσο αλλιώτικα αισθάνομαι απόψε,


χαρά, σίγουρα ναι,


πολλή χαρά


και ανησυχία όμως,


θα είμαι καλή;


Θα είμαι όμορφη;


Μην ξεχάσω αυτό κι εκείνο,


το ταξί θα έρθει στην ώρα του;


Θα χτυπά η καρδιά μου


κοιτάζοντας το ρολόι,


είπαμε στις εφτά,


θα τον δω αύριο στις εφτά


και πρέπει να είμαι ψύχραιμη τώρα,


να μην αρχίσω ξανά τις σαχλαμάρες,


να είμαι σοβαρή,


να είμαι ζεστή,


προ πάντων να είμαι φυσιολογική,


να μιλάμε ευγενικά,


πολιτισμένα,


ως φίλοι δηλαδή,


 

ενώ τώρα απ’ το μυαλό μου


περνούν θεσπέσιες εικόνες πάθους,


αγκαλιάσματα,


φιλιά,


να ξεκουμπώνω το πουκάμισό του


και να γλείφω το στέρνο του,


να δαγκώνω τη σάρκα του,


να του βγάζω τα ρούχα


και να περνώ τα χείλια μου


πάνω από όλο το κορμί του,


να τον γεύομαι,


αυτό μόνο θέλω,


να γευτώ το κορμί του


με τα χείλια μου,


με τη γλώσσα μου,


με τα δόντια μου,


με τα χέρια μου,


ένας πολύτιμος καρπός


δικός μου,


να μου δίνεται σιωπηλός,


αυτό θέλω,


αυτό ονειρεύομαι,


τη σάρκα του


στο στόμα μου,


στη γλώσσα μου,


αυτό μόνο,


μόνο αυτό,


μόνο αυτό,


μόνο αυτό,


αυτό,


αυτό,


μόνο αυτό…





 

19/6/26

Με κομμένα φτερά

 

Ξύπνησα σήμερα


με κομμένα τα φτερά.


 

Ήταν κάτι


που θα συνέβαινε


κάποια στιγμή,


το ήξερα,


το περίμενα.



Συνέβη σήμερα.


Έτσι,


από μόνο του.


 

Κι έγιναν όλα τώρα


τόσο βαρετά.



Έχουμε λίγο καιρό ακόμα

 

Ακόμα έχουμε λίγο καιρό


να στήσουμε τη χάρτινη αυτοκρατορία 


μας,


να ζήσουμε σαν άρχοντες


σε ένα χωροχρόνο


που δεν καταλαβαίνει ο νους,


να ανταλλάξουμε υποσχέσεις


ολιγόζωες.


 

Έχουμε ακόμα λίγο καιρό


να κολυμπήσουμε σε στάσιμα νερά,


όσο το αίμα μας ανύποπτο


θα ανεβοκατεβαίνει στο κορμί μας.



18/6/26

Ρώμη (Ταξιδεύοντας στο εξωτερικό)



 

Έχω κάνει αρκετά ταξίδια εκτός Ελλάδος, όμως δυστυχώς ελάχιστα πράγματα θυμάμαι από όσα είδα κι έζησα εκεί.

 

Μπορώ χωρίς ντροπή να πω ότι έφαγα τον χρόνο μου γυρίζοντας στα μουσεία και τώρα δεν θυμάμαι τίποτα από ό,τι είδα εκεί μέσα. Θα ήταν, σκέφτομαι, πιο ενδιαφέρον να κάθομαι σε κάποιο καφέ και να κοιτάζω τον κόσμο που θα περνούσε από μπροστά μου. Θα είχα οπωσδήποτε μια καλύτερη εικόνα της χώρας που είχα επισκεφθεί.

 

Θυμάμαι ωστόσο με τρόπο ανεκδοτολογικό διάφορα περιστατικά, όπως πχ τότε που ήμουν στη Ρώμη και πήγαινα τρέχοντας από το ένα μουσείο στο άλλο, μη χάσω και κανένα.

 

Βγαίνοντας από ένα μουσείο -ποιο να ήταν, πού να θυμάμαι τώρα – κοίταξα το ρολόι μου και είδα ότι προλάβαινα να ρίξω  μια ματιά και στο μουσείο με τα έργα των Ετρούσκων που βρισκόταν εκεί κοντά.

 

Τρέχοντας σαν τρελή έφτασα και ρώτησα καλού κακού τον φύλακα που στεκόταν στην πόρτα, αν είχα έρθει στο κατάλληλο μέρος. Από τη βιασύνη μου δεν κάθισα να σκεφτώ πώς έπρεπε να το πω αυτό σε άψογα ιταλικά και είπα λαχανιασμένη:

«Εδώ είναι οι Ετρούσκοι;»

 

Ο φύλακας μού έριξε μια ματιά και μου απάντησε χαμογελώντας: «Οι Ετρούσκοι έχουν πεθάνει προ πολλού».

Έβαλα τα γέλια, γέλασε κι αυτός και μετά μπήκα μέσα.

 

Τι είδα; Δεν θυμάμαι απολύτως τίποτα. Το περιστατικό όμως με τον φύλακα του μουσείου δεν θα το ξεχάσω ποτέ.