29/7/26

Το χαρέμι

 

 

Μαλλιοτραβιούνται οι μαριονέτες σου, εγώ είμαι η πιο ωραία, αλλά εγώ η πιο νέα, όμως εγώ η πιο διάσημη, κι εγώ η πιο πλούσια, πέφτουν κάτω δίνουν γροθιές κλοτσιές η μια στην άλλη, αφήνουν ουρλιαχτά, αφήνουν βογκητά

 

κι εσύ στον θρόνο σου χαμογελάς πολύ ευχαριστημένος, μα κοίτα πώς με θέλουν, κοίτα, σκοτώνονται για μένα, λες στους ευνούχους σου.

 

Αλλά είναι μία στη γωνιά που κάθεται ήσυχη κι αυτό δεν σου αρέσει. Για έλα δω, της λες κι εκείνη πλησιάζει. Δεν μ’ αγαπάς εσύ; ρωτάς κι αυτή χαμογελά. Πώς, βέβαια, σε αγαπώ, αλλά είμαι ξέρεις λίγο άντρας, δεν το προσέξατε αυτό, όταν με αιχμαλωτίσατε.

 

Τι άντρας και αηδίες, απαντάς εσύ, λες να μη σ’ έχω δοκιμάσει στο κρεβάτι; Γυναίκα είσαι εκατό τοις εκατό.

 

Γυναίκα στο κρεβάτι, άντρας στο μυαλό, σου λέει αυτή. Με αυτές τις κακομοίρες μη με ανακατεύεις.

 

Και φτύνει κάτω, ενώ οι ευνούχοι κοιτάζουν αποσβολωμένοι.



Έφεσος, Τουρκία (Ταξιδεύοντας στο εξωτερικό)

 



 

Στην Τουρκία έχω κάνει μερικά ταξίδια, τρία – τέσσερα, θα τα αναφέρω σποραδικά.

 

Πρώτη φορά που πάτησα τουρκικό έδαφος ήταν σε μια κρουαζιέρα στα ελληνικά νησιά που περιλάμβανε και μια επίσκεψη στην Έφεσο. Όλοι οι επιβάτες ήταν ξένοι, οι μόνοι Έλληνες ήμασταν εγώ και ο πρώην.

 

Μια και δεν είχαμε πατήσει ποτέ πριν τουρκικό έδαφος, είχαμε μια ανησυχία για τους ντόπιους. Σκεφτήκαμε όμως ότι χωμένοι ανάμεσα στους ξένους δεν θα μας έπαιρνε κανείς είδηση.

 

Ο Τούρκος ξεναγός μάς ξενάγησε στην περίφημη αρχαία πόλη προσέχοντας πάντα να λέει «ο πολιτισμός του Αιγαίου». Η λέξη «Έλληνες» δεν ακούστηκε ποτέ. Ας είναι.

 

Η ουσία είναι ότι μετά από αρκετή ώρα ο ξεναγός κάτι μάς είπε, δεν θυμάμαι τώρα τι, και γύρισε σε μένα και τον πρώην και μας είπε: «Εσείς βέβαια τα ξέρετε αυτά». Και χαμογέλασε πονηρά.

 

Μας είχε καταλάβει από την αρχή ότι ήμασταν Έλληνες. Αυτό που εμείς δεν είχαμε καταλάβει ήταν ότι ο άνθρωπος δεν είχε καμιά απολύτως εχθρική διάθεση απέναντί μας.

 

Χαμογελάσαμε κάπως αμήχανα.



28/7/26

Ποιος δεν ξέρει τον Άργο σήμερα;

 

 


 

 

Λέγανε τέτοια μεταξύ τους (σημ. ο Εύμαιος και ο Οδυσσέας)

και ο Άργος, ο σκύλος του καρτερόψυχου Οδυσσέα,

που χάμω κείτονταν, σήκωσε το κεφάλι και τα αφτιά.

Εκείνος κάποτε τον είχε αναθρέψει, αλλ’ όμως δεν τον χάρηκε,

γιατί πιο πριν έφυγε για την ιερή την Τροία.

 

 

Κι αυτόν πρώτα τον έπαιρναν μαζί τους οι νέοι άντρες

να κυνηγήσουν αγριόγιδα, ζαρκάδια και  λαγούς,

μα τώρα παραπεταμένος κείτονταν,

αφού είχε φύγει ο βασιλιάς, μες στην πολλή κοπριά

που άφθονη είχε απλωθεί μπροστά

στις θύρες του ανακτόρου,

κοπριά από βόδια και μουλάρια,

για να την πάρουν οι υπηρέτες και να κοπρίσουν

του Οδυσσέα τα μεγάλα κτήματα.

 

Εκεί κειτόταν το σκυλί ο Άργος γεμάτος με τσιμπούρια.

 

Και τότε, μόλις ένιωσε τον Οδυσσέα κοντά του,

κούνησε την ουρά του και κατέβασε τα δυο του αφτιά,

πια όμως δύναμη δεν είχε το αφεντικό του να πλησιάσει πιο κοντά.

Και τότε αυτός κοιτάζοντάς τον από μακριά

σκούπισε ένα δάκρυ κρυφά από τον Εύμαιο

που δεν τον πήρε είδηση κι ευθύς αμέσως ρώτησε:

 

«Εύμαιε, πολύ παράξενο αλήθεια ετούτο το σκυλί

να κείτεται μες στην κοπριά.

Έχει όμορφη φτιαξιά, αλλά δεν ξέρω λεπτομέρειες.

Αν είναι γρήγορο στο τρέξιμο με τέτοιο σώμα

ή όμοιος με τους σκύλους που τριγυρνούν

γύρω από τα τραπέζια των αντρών

που για φιγούρα τα περιποιούνται οι άρχοντες.»

 

Κι εσύ, Εύμαιε χοιροβοσκέ, του απάντησες:

 

«Και βέβαια είναι το σκυλί του άντρα που πέθανε στα ξένα.

Αν ήταν έτσι στη φτιάξη του και στα έργα του,

όπως τον άφησε ο Οδυσσέας κι έφυγε για την Τροία,

αμέσως θα τον θαύμαζες βλέποντας την αλκή και την ταχύτητά του.

Κανένα αγρίμι, όποιο κυνηγούσε,  δεν θα ξέφευγε

μέσα στα δάση τα πυκνά.

Γιατί ήξερε καλά να ιχνηλατεί.

 

Μα τώρα τον κατέχει η δυστυχία,

ο βασιλιάς μακριά από την πατρίδα χάθηκε,

κι αυτόν αφρόντιστο αφήνουν γυναίκες αδιάφορες.

Οι δούλοι, όταν πια δεν κυβερνούν οι άρχοντες,

δεν θέλουν έπειτα να κάνουν όπως πρέπει τις δουλειές τους.

Γιατί ο παντεπόπτης Δίας αφαιρεί του άντρα τη μισή αρετή,

όταν τον υποτάξει η δουλεία.»

 

Έτσι είπε και μπήκε στο καλοχτισμένο ανάκτορο

πηγαίνοντας ευθύς στο μέγαρο με τους αγέρωχους μνηστήρες.

 

Κι αμέσως του μαύρου θάνατου η μοίρα κατέλαβε τον Άργο

με το που είδε τον Οδυσσέα ύστερα από χρόνια είκοσι.

 

*

Ομήρου Οδύσσεια, ραψωδία ρ, στίχοι 290 – 327

 

(Μεταφορά στα νέα ελληνικά δική μου).

 

 

 

Ποιος δεν ξέρει τον Άργο;

Ποιος δεν ξέρει την τρυφερή, γεμάτη ανθρωπιά σκηνή, όταν ο πιστός Άργος, γερασμένος, ξεπεσμένος, παραπεταμένος αργοπεθαίνει στο παλάτι του Οδυσσέα που έχουν καταλάβει οι θρασείς Μνηστήρες και κλείνει τα μάτια του για πάντα, όταν ο αφέντης του  επιστρέφει μεταμφιεσμένος σε ζητιάνο;

 

Μόνο αυτός μπορεί να τον αναγνωρίσει, οι άνθρωποι βλέπουν ένα γέροντα ζητιάνο. Όμως το πιστό σκυλί του τον αναγνωρίζει αμέσως: αυτή είναι η μυρωδιά του αφέντη του, αυτός είναι ο Οδυσσέας.

 

Παραπεταμένο στις κοπριές το γέρικο σκυλί, γεμάτο τσιμπούρια, αδύναμο να περπατήσει, κανείς δεν νοιάζεται γι’ αυτό. Ζει μια δύστυχη ζωή, αλλά έχει ένα ευτυχισμένο τέλος. Βλέπει ξανά τον αφέντη του μετά από είκοσι χρόνια. Κλείνει τα μάτια και πεθαίνει ήσυχα.

 

Αλλά κι ο Οδυσσέας σκουπίζει κρυφά τα δάκρυά του, όταν βλέπει τον αγαπημένο του Άργο σ’ αυτή την άθλια κατάσταση. Δεν θέλει να καταλάβει κανείς ποιος είναι. Κρυφά δάκρυα λοιπόν για το πιστό σκυλί του, το μόνο που τον αναγνώρισε.

 

Μια σχεδόν αναπάντεχη σκηνή μέσα σε ένα έπος που περιγράφει την σκληρότητα των ανθρώπων και των θεών, μια σκηνή απόλυτης αγάπης ανάμεσα σε έναν άνθρωπο και ένα ζώο.

 

Ο Άργος αφήνει την τελευταία του πνοή, όταν βλέπει μετά από είκοσι ολόκληρα χρόνια τον αγαπημένο του αφέντη. Πεθαίνει ευτυχισμένος.

 

Όσα ποιήματα κι αν γράφτηκαν μετά για την αγάπη ανθρώπου και ζώου, δεν μπορούν να συγκριθούν με αυτή την σύντομη σκηνή, όπου ο Όμηρος περιγράφει με αυθόρμητη απλότητα το δάκρυ του Οδυσσέα και το ήσυχο τέλος του Άργου.

 

Ποιος δεν ξέρει τον Άργο σήμερα;

Εκατομμύρια αναγνώστες μέσα στους αιώνες διαβάζουν γι’ αυτόν και συγκινούνται.



26/7/26

«Παίζω ἐν οὐ παικτοῖς»

 

 


 

 

Σημαίνει: αντιμετωπίζω σαν παιχνίδι πράγματα που δεν θα έπρεπε, γιατί είναι πολύ σοβαρά, πολύ κρίσιμα.

 

Το κατάλαβα πολύ καλά αυτό χθες βράδυ.

 

Υπάρχουν πράγματα που δεν πρέπει να τα αγγίζουμε. Πολύ περισσότερο, δεν πρέπει να παίζουμε με αυτά. Υπάρχουν πράγματα κρυμμένα στα βάθη της ψυχής μας και αυτό που θέλουν είναι να τα αφήσουμε ήσυχα να κάθονται εκεί, να μην τα πειράζουμε, να μην τα γαργαλάμε, να μην τα τσιγκλάμε. Δεν ζητάνε τίποτα από μας. Απλά θέλουν να κάθονται εκεί, μισοκοιμισμένα, ήσυχα, σαν να μην υπάρχουν.

 

Εμείς σαν ανόητα παιδάκια πάμε και τα βρίσκουμε και τα ταρακουνάμε, τα τραντάζουμε, τα υποχρεώνουμε να ξυπνήσουν.

 

Κάνουν υπομονή αυτά με τα άγαρμπα παιχνίδια μας, αλλά πια είναι ξύπνια και αυτό είναι λιγάκι επικίνδυνο. Δεν το καταλαβαίνουμε, γιατί μας αρέσει αυτό το παιχνίδι, είναι αλλιώτικο από τα άλλα, τα συνηθισμένα, και μας εξιτάρει και λοιπόν παίζουμε μαζί τους, ενώ αυτά μας κοιτάζουν με ανεξιχνίαστο βλέμμα και με πολλή υπομονή είναι αλήθεια.

 

Αλλά κάποια στιγμή την χάνουν την υπομονή τους. Είναι τότε που το έχουμε παρακάνει με τα παιχνίδια μας μαζί τους και αγριεύει το βλέμμα τους και μας εξαπολύουν κάτι σκοτεινά πράγματα, κάτι πολύ σκοτεινά πράγματα που μας ρίχνουν αμέσως κάτω εξουθενωμένους, μας αδειάζουν κυριολεκτικά, δεν έχουμε τίποτα μέσα μας.

 

Είναι μια φρίκη αυτό, είναι μια κόλαση αυτό που μας αντιγυρίζουν. Στεκόμαστε χαμένοι στο πουθενά, αδύναμοι για οτιδήποτε. Θέλουμε να πεθάνουμε, ναι, θέλουμε να πεθάνουμε και σκεφτόμαστε διάφορους τρόπους και μας έχει καταπλακώσει μια βαριά μαυρίλα και δεν ξέρουμε πού να σταθούμε και πώς να αντιδράσουμε.

 

Είναι σαν να βρισκόμαστε σε μια παράξενη κόλαση. Θέλουμε να βγούμε από κει, αλλά δεν υπάρχει δρόμος. Καθηλωμένοι στην καρέκλα και να πονά η ψυχή μας όσο ποτέ άλλοτε δεν είχε πονέσει τόσο και να νιώθουμε παραλυμένοι και να μη βλέπουμε άλλη λύση από τον θάνατο.

 

Και τότε εκείνα τα πράγματα που πειράξαμε με τόση αφέλεια και τόση αμυαλιά στέλνουν στον νου μας τη μοιραία φράση: «Έπαιξες ἐν οὐ παικτοῖς».

 

Και παρ’ όλα αυτά εγώ σήμερα, αφού την έβγαλα χθες βράδυ ζωντανή, συνεχίζω να παίζω ἐν οὐ παικτοῖς.

 

Για ό,τι κι αν πάθω, μόνο εγώ θα φταίω, κανείς άλλος.