...και ως στερνή μου γνώση
έμαθα πως το Κακό
έχει πολλές μορφές
αγαπησιάρικες.
Δαίμονες έχουν εισχωρήσει στο κορμί μου,
έκαναν κατοχή στο σώμα μου,
αυτοί το ορίζουν,
έχασα την κυριότητα.
Το ξέρεις βέβαια
- και μεταξύ μας,
το ήξερες από την αρχή -
αλλά
εν πάση περιπτώσει
τώρα είσαι βέβαιη,
καμιά αμφιβολία δεν υπάρχει,
το είχες χάσει το παιχνίδι
από την αρχή.
Όμως εσύ,
όπως οι αφιονισμένοι τζογαδόροι,
συνέχιζες να ρίχνεις
κατοστάευρα στη μάνα,
ώσπου απόμεινες
με πέντε ευρώ.
Τα έπαιξες κι αυτά
και έχασες.
Τώρα τι λες;
Άξιζε να ξεμείνεις
έτσι άφραγκη,
χαμένη από χέρι;
Αν άξιζε, λέει, αν άξιζε!
Αλλά εσύ πώς και να καταλάβεις
την ομορφιά, την αγωνία, την ελπίδα,
τις ονειροπολήσεις,
τα γέλια και τα δάκρυα
αυτού του παιχνιδιού
που ορίζουν
ακατανόητες,
κρυφές συντεταγμένες.
να με χαιρετήσεις
κι εγώ
κάθε φορά
κάτι θα
σου θυμίσω,
μια
ξεχασμένη λεπτομέρεια
από το
παρελθόν.
Θυμάσαι,
σε ρωτώ,
τότε που
μπήκαμε στο πλοίο
να πάμε
για μια νύχτα στο νησί;
Θυμάμαι ,
μου
απαντάς.
Και την
επόμενη,
θυμάσαι,
σε ξαναρωτώ,
όταν σου
έδωσα κρυφά
ένα χρυσό
σταυρό,
δώρο στην
αδελφή σου
για το
γάμο της;
Θυμάμαι,
λες εσύ.
Πάλι την
άλλη μέρα,
θυμάσαι
τη νύχτα
εκείνη με το χιόνι
που
κατεβαίναμε την εθνική
και ήμουν
τόσο τρομαγμένη;
Θυμάμαι.
Και κάθε
μέρα εσύ
έρχεσαι
και με χαιρετάς
κι εγώ
σου λέω
κι από
μια ανάμνησή μας.
Και είμαι
θλιμμένη,
όπως
ταιριάζει,
αφού πολύ
σ’ αγάπησα,
ενώ εσύ
είσαι απαθής και μακρινός,
όπως
ταιριάζει στους νεκρούς.