Γιατί απόψε πάλι
αυτή η μελαγχολία;
Είναι που λίγο παραπέρα
στέκεται άδειο το μονό κρεβάτι
με ατσαλάκωτο το άσπρο του σεντόνι
κι εσύ εκεί
δεν είσαι ξαπλωμένος
και μισοκοιμισμένος
κι εγώ
δεν περπατώ στα ακροδάχτυλά μου
για να μη σ’ ενοχλήσω.
Γιατί απόψε πάλι
αυτή η μελαγχολία;
Είναι που λίγο παραπέρα
στέκεται άδειο το μονό κρεβάτι
με ατσαλάκωτο το άσπρο του σεντόνι
κι εσύ εκεί
δεν είσαι ξαπλωμένος
και μισοκοιμισμένος
κι εγώ
δεν περπατώ στα ακροδάχτυλά μου
για να μη σ’ ενοχλήσω.
Στις ειδήσεις τα ίδια και τα ίδια.
Το fb στην κοσμάρα του κι αυτό.
Με κούρασε αυτή η μαύρη και οι κουταμάρες της.
Κοιτάζω στο μέσεντζερ, τίποτα.
Χύνεται το αίμα μου,
βλέπω χοντρές σταγόνες στα πατώματα.
Έχασα τη δύναμή μου.
Πρέπει να μου μεταγγίσεις αίμα.
Τι γίνεται εκεί έξω;
Ιδέα δεν έχω.
Στριφογυρίζω στα δωμάτια,
μονολογώ,
βρίζω ενίοτε,
αν κάτι πέσει κάτω.
Τι γίνεται εκεί έξω;
Ζει κανείς;
Τα είδαμε,
τα ζήσαμε,
τα μάθαμε,
τα καταλάβαμε.
Κάτι καινούργιο
δεν υπάρχει ελπίδα
να συμβεί.
Τώρα,
από δω και πέρα,
αρχίζει η κατάρρευση.
Ξανά από την αρχή
μαθαίνουμε να ζούμε
κουτσοί,
στραβοί,
κουφοί,
ανήμποροι.
Είναι κι αυτό μια εμπειρία,
θα πουν οι αισιόδοξοι,
αλλά κανείς
δεν τους ακούει αυτούς,
μέσα στη χαζομάρα μια ζωή
βρίσκονται αυτοί οι αισιόδοξοι,
μες στην καλή χαρά,
άντε, βαρέθηκα.