Η μητέρα καραμπινάτη ναρκισσίστρια.
Που σημαίνει, εκτός των πολλών άλλων,
ότι όλοι στην οικογένεια πρέπει να αγαπούν και να θαυμάζουν μόνο αυτήν. Μεταξύ
τους τα μέλη της οικογένειας δεν πρέπει να αγαπιούνται. Μια τέτοια αγάπη
απαγορεύεται. Όλοι, μα όλοι, πρέπει να θαυμάζουν και να λατρεύουν μόνο αυτήν,
όχι να αγαπιούνται μεταξύ τους. Γιατί αυτή είναι η βασίλισσα. Οι άλλοι είναι οι
υποτακτικοί της.
Η κόρη όμως αγαπούσε τον πατέρα της.
Κι εκείνος αγαπούσε την κόρη του. Αυτό η βασίλισσα δεν μπορούσε να το ανεχτεί.
Να αγαπιούνται πατέρας και κόρη; Κι αυτή να είναι στην απέξω; Όχι, αυτή η αγάπη
έπρεπε με κάθε τρόπο να καταστραφεί.
Και τα κατάφερε. Ο πιο απλός και
εύκολος τρόπος ήταν να κατηγορεί την κόρη στον πατέρα:
«Αυτό μου έκανε πάλι σήμερα», του
έλεγε συγχυσμένη, όταν αυτός γύριζε από τη δουλειά.
Η κόρη άκουγε τις τερατολογίες της
μητέρας της και προσπαθούσε να υπερασπίσει τον εαυτό της: «Δεν έγινε, έτσι,
μπαμπά!» του έλεγε και του εξηγούσε πώς είχαν γίνει τα πράγματα. Μάταια
εννοείται. Η βασίλισσα επενέβαινε και τη διέψευδε με φωνές και νέες τερατολογίες.
Ο πατέρας άκουγε σιωπηλός. Μετά έδινε
συμβουλές στην κόρη, να σέβεται τη μαμά, να υπακούει και άλλα τέτοια. Πάντα
ήρεμος ωστόσο. Καταλάβαινε ότι η μητέρα τερατολογούσε. Αλλά πώς να πάει κόντρα
στη βασίλισσα; Η βασίλισσα θα εξαγριωνόταν και τα πράγματα θα γίνονταν πολύ
χειρότερα.
Η κόρη άκουγε ντροπιασμένη τις
συμβουλές του πατέρα. Τον είχε πείσει η βασίλισσα. Ξέπεφτε επομένως στα μάτια
του, ήταν μια κακή κόρη. Έχανε την αγάπη του. Έτσι νόμιζε δηλαδή.
Αλλά ο πατέρας πάντα την αγαπούσε.
Την αγαπούσε σιωπηλά για να μην εξαγριώσει τη βασίλισσα.
Έτσι πέρασαν τα χρόνια και η κόρη
έγινε κοπέλα με τη βασίλισσα πάντα να την κατηγορεί και τον πατέρα να ακούει
υπομονετικά τις κατηγορίες και να δίνει τυπικές συμβουλές στην κόρη:
-Είσαι μορφωμένη εσύ, δείξε
κατανόηση, μην της αντιμιλάς, της έλεγε.
Φρόντιζαν βέβαια και οι δύο να είναι
απόμακροι και σιωπηλοί, ώστε η βασίλισσα να νιώθει ασφαλής στον θρόνο της. Αλλά
καμιά φορά ξεχνιούνταν κι έπιαναν την κουβέντα. Ο πατέρας τής έλεγε ιστορίες
για τις νέες ανακαλύψεις στον ουρανό, για τα άστρα και τους γαλαξίες ή της
διηγόταν άγνωστα γεγονότα από την ελληνική Ιστορία και κυρίως για την
Επανάσταση του ΄21 και η κόρη τον άκουγε με προσήλωση και μετά η συζήτηση
εξαπλωνόταν και σε άλλα θέματα και υπήρχε στην ατμόσφαιρα μια γλυκιά καταλλαγή,
έτσι όπως συζητούσαν και χαμογελούσαν ο ένας στον άλλον και η καταπιεσμένη
αγάπη τους έβρισκε χαραμάδες και ανέβαινε στην επιφάνεια και ήταν όλα τόσο
όμορφα τότε.
Αλλά αυτό κρατούσε πολύ λίγο.
Γιατί η βασίλισσα τούς έπαιρνε
μυρωδιά και τότε ερχόταν η καταστροφή. Έμπαινε στο δωμάτιο εξαγριωμένη, πάλι
είχε βρει μια πρόφαση, και έκανε επίθεση στην κόρη. Η κόρη αντιδρούσε, γιατί
ήταν μεγάλη πια και ξεσπούσε τότε άγρια φιλονικία.
Η αγάπη πατέρα και κόρης τρομαγμένη
βούλιαζε στα λαγούμια της κι εκείνος άκουγε και δεν μιλούσε. Όλα, τα πάντα
γίνονταν ερείπια. Η κόρη ένοχη, η βασίλισσα αγέρωχη, ο πατέρας σιωπηλός.
Έτσι κύλησαν τα χρόνια.
Πέθανε ο πατέρας, πέθανε και η
βασίλισσα. Και η κόρη, μεγάλη γυναίκα πια, κατάλαβε, γιατί ερωτευόταν άνδρες
που δεν μπορούσαν να της δείξουν αγάπη.
Κατάλαβε για ποιο λόγο έκλαιγε μερικές
φορές. Κατάλαβε ότι κανείς δεν μπορούσε να σταθεί σύντροφος στο πλάι της, γιατί
η βασίλισσα ακόμα και από τον τάφο της τής το απαγόρευε. Κατάλαβε επίσης πόσο
πολύ είχε αγαπήσει και αγαπηθεί από τον πατέρα της.
Τώρα, κάθε φορά που κλαίει για
κάποιον, τα δάκρυά της δεν είναι γι’ αυτόν. Είναι για τον πατέρα της και την
αγάπη τους που δεν κατάφερε ποτέ να ολοκληρωθεί.