ΝΕΟΣ ΓΥΡΟΣ ΥΠΟΠΤΩΝ: ΜΑΝΟΣ ΣΑΛΟΝΓΚΑΣ
Στον δεύτερο γύρο εξέτασης μαρτύρων – τους οποίους πλέον ο Δεβρεντής θεωρούσε όλους υπόπτους – απέφυγε να τους ενημερώσει για την έκθεση του ιατροδικαστή. Αυτό το ήξεραν μόνο εκείνος, οι δύο βοηθοί του και ο ιατροδικαστής. Τα ΜΜΕ βοούσαν για την τραγική δολοφονία της ποιήτριας και ο Δεβρεντής τα άφησε να βοούν κρυμμένος στις σκιές του.
Ξεκίνησε πάλι από τον
ανιψιό της ποιήτριας, τον Μάνο Σαλόνγκα.
Ο Μάνος Σαλόνγκας πάντα
περιποιημένος, με κοστούμι, γραβάτα και καλοχτενισμένα μαλλιά ήρθε στην ώρα του
στο καθορισμένο ραντεβού, χαιρέτησε ψυχρά και κάθισε στην καρέκλα σιωπηλός.
-Σας ταλαιπωρώ λίγο, είπε
τάχα απολογούμενος ο Χαράλαμπος Δεβρεντής.
-Παρακαλώ. Εδώ πρόκειται
για τον φόνο της θείας μου.
-Της οποίας την περιουσία
κληρονομήσατε.
-Ποια περιουσία; Οι διακόσιες
χιλιάδες ευρώ εξαφανίστηκαν.
-Σας έμεινε τουλάχιστον
το σπίτι της. Άλλα ακίνητα είχε;
-Δυο γκαρσονιέρες που τις νοίκιαζε.
-Δεν είναι κι άσχημα που
θα κληρονομήσετε τώρα τρία ακίνητα.
-Αν υπονοείτε κάτι, με
προσβάλλετε βαθύτατα. Τη θεία μου την αγαπούσα.
-Αυτή σας αγαπούσε;
-Βεβαίως.
-Όμως το κλειδί του
σπιτιού της δεν σας το είχε δώσει.
-Η θεία μου ήταν
περίεργος άνθρωπος. Σκεφτείτε ότι κανείς δεν ήξερε τον κωδικό του συναγερμού
του διαμερίσματός της. Πολλές φορές αναρωτιόμουν τι θα γινόταν, αν της
συνέβαινε κάτι, έτσι ολομόναχη και κατάκλειστη, όπως ζούσε.
-Τελικά της συνέβη. Μόνο
που ο συναγερμός δεν ήταν οπλισμένος και η πόρτα δεν ήταν παραβιασμένη. Δεν το
βλέπετε; Κάποιος γνωστός της ήταν μέσα στο διαμέρισμα τη στιγμή του φόνου.
-Εγώ πάντως δεν ήμουν.
-Τι κάνατε, αφού φύγατε
εκείνο το βράδυ της Πέμπτης από το διαμέρισμά της;
-Πήρα το αυτοκίνητό μου
και γύρισα στο σπίτι μου. Έπεσα αμέσως για ύπνο.
-Σας είδε κανείς, όταν
βγήκατε από το αυτοκίνητο ή όταν μπαίνατε στο σπίτι σας;
-Με είδε ο ένοικος του
διπλανού διαμερίσματος που έβγαζε εκείνη τη στιγμή τα σκουπίδια.
-Πήρατε είδηση ότι ο
Περπατέας έπεσε στις σκάλες, καθώς κατεβαίνατε;
-Όχι, εξάλλου εγώ
προπορευόμουν. Δεν κατάλαβα τίποτε.
-Τις επόμενες μέρες δεν
σκεφτήκατε να επικοινωνήσετε με τη θεία σας; Να πείτε κάτι για το δείπνο, να
δικαιολογηθείτε που φύγατε έτσι απότομα όλοι μαζί;
-Δεν το συνηθίζαμε.
Γενικά επικοινωνούσαμε πολύ αραιά και κυρίως με μηνύματα στο φέις μπουκ.
-Παράξενη αγάπη είχατε
θεία και ανιψιός. Δεν έχετε κλειδί του σπιτιού της, δεν γνωρίζετε τον κωδικό
του συναγερμού της και επικοινωνούσατε με λακωνικά μηνύματα κάθε δέκα, δέκα
πέντε μέρες. Θέλετε να σας διαβάσω μερικά;
Χωρίς να περιμένει
απάντηση, ο Χαράλαμπος Δεβρεντής ανακάτεψε τα χαρτιά του και ξεχώρισε μερικά
φύλλα:
-«Τι κάνεις, θεία;» «Καλά
είμαι. Εσύ;» «Κι εγώ καλά». «Τι κάνεις, Μάνο;» «Είμαι καλά, θεία. Εσύ καλά;»
«Καλά κι εγώ». Έτσι πάνε σκοινί κορδόνι όλα σχεδόν τα μηνύματά σας.
Ο Μάνος Σαλόνγκας έκανε
μια κίνηση ανυπομονησίας:
-Αφού ξέρετε πόσο
παράξενη ήταν η θεία μου. Δεν της άρεσαν οι πολλές κουβέντες.
-Από την άλλη σάς είχε
εκμυστηρευτεί πόσα χρήματα είχε κρυμμένα στα σπίτι της.
-Ναι. Μου είχε πει
μάλιστα πού τα έκρυβε. Όταν τα κακαρώσω, ανιψιέ, να ξέρεις πού θα τα βρεις, μου
είχε πει.
-Και πού τα έκρυβε η
μακαρίτισσα;
-Στο συρτάρι της
ντουλάπας της, εκεί που τοποθετούσε και τα εσώρουχά της. Στην κρεβατοκάμαρά
της.
-Εκεί που βρέθηκε το
πτώμα της;
-Ναι.
-Κι εσείς το ξέρατε αυτό.
Ο Μάνος Σαλόνγκας έχασε
το χρώμα του.
-Μπορούσε να τα βρει
πανεύκολα ο οποιοσδήποτε, τραύλισε. Ακόμα κι ένας ερασιτέχνης διαρρήκτης.
-Διαρρήκτης πάντως δεν
μπήκε εκείνο το βράδυ στο διαμέρισμα της θείας σας.
-Ήταν κι άλλα τρία άτομα
εκείνο το βράδυ στο δείπνο και μάλιστα άτομα πολύ ύποπτα κατά τη γνώμη μου. Με
κανέναν τους δεν τα πήγαινε καλά η θεία μου.
-Για πείτε μου. Με
ενδιαφέρει η γνώμη σας.
-Ο Ταραντάκης είναι ένα
γλοιώδες υποκείμενο, ένας τεμπέλης που παριστάνει τον ποιητή, η θεία μου, όποτε
βρισκόμασταν, μιλούσε πολύ περιφρονητικά γι’ αυτόν. Ο εκδότης την έκλεβε, η
θεία μου το ήξερε αυτό. Και ο Περπατέας δεν είναι καλύτερος. Της ζητούσε
χρήματα κάθε τόσο. Αυτή του έδινε, αλλά τον χρησιμοποιούσε τουλάχιστον. Τον
έβαζε να της κάνει δουλειές που εκείνη απεχθανόταν.
Ο Χαράλαμπος Δεβρεντής
έμεινε για λίγο σκεφτικός.
-Δεν είναι περίεργο που
σας κάλεσε όλους μαζί εσάς για δείπνο; είπε μετά.
-Είναι λίγο. Αλλά πρέπει
να σας πω ότι η θεία μου τελευταία είχε αρχίσει να τα χάνει. Ίσως έπαιξαν ρόλο
και τα ψυχοφάρμακα που έπαιρνε.
-Έπαιρνε ψυχοφάρμακα;
-Ναι. Έπαιρνε ηρεμιστικά
εδώ και χρόνια. Δυσκολευόταν να κοιμηθεί και επί πλέον είχε και σύνδρομο
ανήσυχων άκρων.
-Τι είναι αυτό;
-Είναι μια νευρολογική
διαταραχή. Όταν ξάπλωνε για να κοιμηθεί, ένιωθε κάτι σαν ηλεκτρικό ρεύμα να
διαπερνά τα πόδια της και έπρεπε να σηκωθεί και να κάνει βόλτες πάνω κάτω,
μέχρι να της περάσει. Με τα ηρεμιστικά το σύνδρομο υποχωρούσε και την έπαιρνε ο
ύπνος.
-Μάλιστα, είπε ο
αστυνόμος.
-Μήπως αυτοκτόνησε;
ρώτησε αυθόρμητα ο Μάνος Σαλόνγκας.
-Να κάρφωσε δηλαδή μόνη
της το μαχαίρι στο πλευρό της;
-Μια υπόθεση κάνω.
-Και τα χρήματα πώς
έκαναν φτερά;
-Σας είπα, η θεία μου
είχε αρχίσει να τα χάνει. Μπορεί να τα έδωσε σε κάποιον.
-Πολύ τολμηρή η υπόθεσή
σας. Και εν πάση περιπτώσει, όχι, η Κλειώ Σαλόνγκα δεν αυτοκτόνησε, αυτό το
απέκλεισε ο ιατροδικαστής.
Ο Μάνος Σαλόνγκας έδειξε
ξαφνικό ενδιαφέρον:
-Δηλαδή τι ακριβώς είπε ο ιατροδικαστής;
Ο Δεβρεντής έμεινε
σιωπηλός κοιτάζοντας τον Μάνο Σαλόνγκα. Περίμενε μια ανεπαίσθητη κίνηση των
βλεφάρων του, ένα σούφρωμα έστω των χειλιών του, μια κίνηση να στρώσει τα
καλοχτενισμένα μαλλιά του, κάτι τέλος πάντων που θα πρόδινε τυχόν κρυφές
σκέψεις. Αλλά ο Μάνος Σαλόνγκας καθόταν στη θέση του σαν άγαλμα.
-Ο ιατροδικαστής απέκλεισε την αυτοκτονία, είπε ξερά.
(Συνεχίζεται)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου