ΤΙ ΛΕΕΙ Ο ΕΥΓΕΝΙΟΣ
ΤΑΡΑΝΤΑΚΗΣ
Ο τρίτος μάρτυρας που
κλήθηκε να καταθέσει ήταν ο νεαρός ποιητής Ευγένιος Ταραντάκης. Προσήλθε στο
αστυνομικό τμήμα με τη συνήθη αμφίεση των νεαρών, δηλαδή με ένα ξεσκισμένο τζιν
παντελόνι, μια μαύρη μπλούζα και με μπόλικα σκουλαρίκια στα αυτιά και στη μύτη
του. Τη μακριά χαίτη του την είχε μαζέψει σε αλογοουρά με ένα λαστιχάκι.
Κάθισε με προσποιητή βαρεμάρα
απέναντι στον αστυνόμο Χαράλαμπο Δεβρεντή και έμεινε σιωπηλός.
-Ποια ήταν σχέση σας με
την Κλειώ Σαλόνγκα, κύριε Ταραντάκη; ρώτησε ο αστυνόμος.
-Ήμασταν φίλοι, απάντησε
ο νεαρός.
-Πόσων ετών είστε;
-Είκοσι πέντε.
-Και ήσασταν φίλοι με μια
γυναίκα εβδομήντα τριών χρονών;
-Ναι.
-Πώς γνωριστήκατε;
-Μέσω φέις μπουκ. Της
έκανα αίτημα φιλίας και το αποδέχθηκε.
-Ανταλλάσσατε μηνύματα;
-Ναι.
-Και τι λέγατε;
-Κυρίως μιλούσαμε για
ποίηση.
-Τη θαυμάζατε για την
ποίησή της;
-Εντάξει, έχει γράψει
μερικά πολύ ωραία ποιήματα, αλλά τα περισσότερα τα βρίσκω μέτρια.
-Στα μηνύματά σας στο
φέις μπουκ άλλα λέτε.
Ο Ευγένιος Ταραντάκης
έμεινε σιωπηλός.
-Έχουμε κάνει φύλλο και
φτερό τον υπολογιστή της, όπως καταλαβαίνετε. Εκεί είδαμε ότι ο θαυμασμός σας
για την Κλειώ Σαλόνγκα δεν έχει όρια. Αν θέλετε να το πω αλλιώς, τη γλείφατε ξεδιάντροπα.
Ο νεαρός έδειξε
ενοχλημένος:
-Τι θέλατε να της πω; Ότι
την αμφισβητώ; Δεν τα λένε αυτά σε αναγνωρισμένους ποιητές.
-Ειδικά μάλιστα δεν τα
λέει αυτά ένας άσημος ποιητής όπως εσείς. Τι ακριβώς θέλατε από την Κλειώ
Σαλόνγκα;
-Η φιλία της θα με βοηθούσε
να προωθήσω τη δουλειά μου. Και δεν το βρίσκω αυτό ανήθικο. Όλοι το ίδιο
κάνουν, είπε προκλητικά ο Ευγένιος Ταραντάκης.
Ο Χαράλαμπος Δεβρεντής τον
κάρφωσε με τα μάτια του.
-Εν πάση περιπτώσει δεν
είναι παράνομο, είπε μετά συγκαταβατικά. Στα μηνύματα που της στέλνατε
καθημερινά η Κλειώ Σαλόνγκα απαντούσε πολύ κολακευμένη, όπως είδαμε.
-Το έχουν αυτό οι
καλλιτέχνες. Ακόμα και οι καταξιωμένοι. Τρελαίνονται για κολακείες. Δεν είναι
κακό!
-Είναι αφελές όμως... Τέλος
πάντων, δεν είναι αυτό το θέμα μας. Τελικά ζητήσατε να τη γνωρίσετε από κοντά
κι εκείνη δέχτηκε.
-Ναι. Με κάλεσε στο σπίτι
της ένα απόγευμα.
-Κι από τότε σας καλούσε
όλο και πιο συχνά.
-Γίναμε φίλοι, όπως σας
είπα.
Ο αστυνόμος χαμογέλασε
χαιρέκακα:
-Γίνατε εραστές, κύριε
Ταραντάκη. Συγκεκριμένα γίνατε εραστές στις 11 Ιανουαρίου, εδώ και πέντε μήνες.
Στις 12 Ιανουαρίου η Κλειώ Σαλόνγκα σάς έστειλε μήνυμα και σας έλεγε πως η
νύχτα που περάσατε μαζί ήταν υπέροχη και ότι είναι ερωτευμένη μαζί σας. Τόσο
πολύ θέλατε να προωθήσει το έργο σας;
Ο Ευγένιος Ταραντάκης
έμεινε βουβός.
-Τελικά το προώθησε;
Καμιά απάντηση.
Ο αστυνόμος έβγαλε για
άλλη μια φορά το μαχαίρι από το συρτάρι:
-Αναγνωρίζετε αυτό το μαχαίρι
μήπως;
Ο ποιητής το κοίταξε
προσεχτικά:
-Μοιάζει με αυτό που
κόψαμε το κότσι εκείνο το βράδυ.
-Αυτό είναι. Και με αυτό
επίσης ο δολοφόνος έσφαξε την ηλικιωμένη ερωμένη σας. Έχει πάνω του και τα
δαχτυλικά σας αποτυπώματα.
Ο Ευγένιος Ταραντάκης έπαψε
ξαφνικά να δείχνει απαθής.
-Δεν δολοφόνησα εγώ την
Κλειώ! Φώναξε.
-Ησυχάστε, δεν είπα κάτι
τέτοιο. Εξάλλου εδώ είναι και τα δαχτυλικά αποτυπώματα όλων των υπολοίπων. Υποπτεύεστε
μήπως κάποιον από αυτούς;
-Τον ανιψιό της. Αυτός θα
την κληρονομήσει τώρα.
-Μια και όπως ξέρω,
φύγατε όλοι μαζί εκείνο το βράδυ, εσείς υποθέτετε ότι ο ανιψιός της ξαναγύρισε στο διαμέρισμα
και τη δολοφόνησε;
Ο Ταραντάκης σήκωσε τους
ώμους:
-Μπορεί να πήγε εκεί την
άλλη μέρα.
-Λίγο απίθανο, γιατί
βρήκαμε το τραπέζι του δείπνου, όπως το αφήσατε: τα πιάτα και τα ποτήρια σας ήταν εκεί μαζί με τα
αποφάγια από το κότσι. Ο φόνος πρέπει να έγινε το ίδιο εκείνο βράδυ. Ας είναι… Τι
ώρα φύγατε από το σπίτι της;
-Δεν ξέρω, δεν θυμάμαι,
είπε ο νεαρός και στριφογύρισε στην καρέκλα του.
-Φύγατε πρώτος ή
τελευταίος;
-Φύγαμε όλοι μαζί.
-Χωράγατε και οι τέσσερις
στο ασανσέρ;
-Κατεβήκαμε από τις
σκάλες.
-Για ποιο λόγο;
-Δεν είχαμε την υπομονή
να περιμένουμε. Υπήρξε μια παρεξήγηση και φύγαμε εκνευρισμένοι.
-Τι παρεξήγηση;
-Δεν θυμάμαι καλά. Είχα
πιει πολύ και ήμουν ζαλισμένος. Νομίζω ότι αρπάχτηκε η Κλειώ με τον Περπατέα.
-Τον δημοσιογράφο;
-Ναι, αυτόν.
-Και για ποιο λόγο
αρπάχτηκαν;
-Δεν θυμάμαι, σας λέω,
ήμουν ζαλισμένος.
-Είναι αλήθεια ότι η
Κλειώ Σαλόνγκα φλέρταρε προκλητικά εκείνο το βράδυ τον Σπύρο Κεντιρέ;
-Τον εκδότη; Μπα, δεν
πρόσεξα κάτι τέτοιο.
-Μήπως σας ενόχλησε αυτό
το φλερτ; Μήπως φύγατε με τους άλλους και αργότερα ξαναγυρίσατε στο διαμέρισμά της για να ζητήσετε εξηγήσεις;
-Μα τι λέτε; Αντίζηλός
μου ο εκδότης για τα μάτια μιας γριάς;
-Μιας γριάς κότας που
κάνει χρυσά αβγά εννοείτε.
-Κανένα χρυσό αβγό δεν
μου έδωσε αυτή η γριά κότα. Μόνο υποσχέσεις.
-Ένας λόγος παραπάνω να
είστε εξοργισμένος.
Στο σημείο αυτό ο
Ευγένιος Ταραντάκης έσπρωξε πίσω την καρέκλα του και σηκώθηκε.
-Δεν το ανέχομαι αυτό! Με
κατηγορείτε χωρίς αποδείξεις! Ναι, ήμουν θυμωμένος μαζί της, ήταν μια ανυπόφορη
γριά… και πού να τη βλέπατε χωρίς μασέλες και χωρίς περούκα! Μια αηδία ήταν!
Αλλά ποτέ δεν διανοήθηκα να της κάνω κακό. Ποιητής είμαι, κύριε, δεν είμαι
δολοφόνος!
-Ησυχάστε, κανείς δεν σας
είπε δολοφόνο. Μια ερώτηση ακόμα, πριν φύγετε, κύριε Ταραντάκη: γνωρίζετε ότι η
Κλειώ Σαλόνγκα είχε πολλά χρήματα;
-Ναι. Δεν έχανε ευκαιρία
να το λέει.
-Γνωρίζετε πού τα είχε;
-Στην Τράπεζα υποθέτω.
-Ευχαριστώ για τον κόπο
σας. Θα τα ξαναπούμε εξάλλου.
Ο Ευγένιος Ταραντάκης
έκανε μια απότομη στροφή και βγήκε από το γραφείο, χωρίς να πει ούτε αντίο. Έδειχνε
πολύ θυμωμένος.
Θυμωμένος γιατί άραγε;
αναρωτήθηκε ο Χαράλαμπος Δεβρεντής. Επειδή αποκαλύφθηκε ο καιροσκοπισμός και η
εκπόρνευσή του ή επειδή ήταν αυτός που μαχαίρωσε και λήστεψε την ηλικιωμένη
ερωμένη του; Και μήπως ανησύχησε ότι θα έχανε τη εύνοιά της, καθώς η πλούσια
ερωμένη του φλέρταρε προκλητικά μπροστά του τον εκδότη της;
Καιρός να εξετάσουμε και
τον τελευταίο μάρτυρα, σκέφτηκε ο Χαράλαμπος Δεβρεντής, να δούμε τι θα μας πει
κι αυτός.
(Συνεχίζεται)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου