31/3/26

Όχι ακόμα


 

Στέκονται στην πόρτα και με κοιτάζουν. Αμίλητες, με κάτι μεγάλα μαύρα μάτια, χλομές, μακριά ,γκρίζα φουστάνια, στέκονται και με κοιτάζουν.

 

Όχι, λέω, μη μπείτε παραμέσα, όχι ακόμη.

 

Αλλά τις βλέπω.

Ξέρω πως κάποια στιγμή θα μπουν στο δωμάτιο και θα ανοίξουν τις τεράστιες μαύρες φτερούγες τους.

 

 

Ελπίζω ακόμα, ονειρεύομαι ακόμα, τους λέω, αργότερα εσείς, όχι τώρα.

 

Με κοιτάζουν ανέκφραστες.

Ύστερα μια τους λέει:

Μας είχες χρόνια συντροφιά σου και τώρα μας παραπετάς.

 

Κοιτάζω αλλού.

 

Θα μπούμε κάποτε στο δωμάτιο, μου λέει μια άλλη, το ξέρεις, έτσι δεν είναι;

 

Κουνάω το κεφάλι, συμφωνώ.

 

Όχι όμως  τώρα, λέω σιγανά.

 

Αύριο, μεθαύριο, σε ένα μήνα, κάποτε θα μπούμε στο δωμάτιο, ακούω μια άλλη να λέει.

 

Όχι τώρα, όχι ακόμη, απαντώ.

 

Είσαι η αγαπημένη μας, μου λένε. Αυτός δεν πρόκειται να έρθει. Άδικα περιμένεις. Άφησέ μας να μπούμε μέσα, να σ΄ αγκαλιάσουμε εμείς, άφησέ μας.

 

Όχι ακόμα, λέω με αδύναμη φωνή, αν και ξέρω πως σύντομα θα μπουν στο δωμάτιο, θα με σκεπάσουν με τις φτερούγες τους, θα με παρηγορήσουν με τον τρόπο τους.

 

Δεν είναι τίποτα, έτσι θα μου πουν, μια απλή μελαγχολία θανάτου. Θα είμαστε πάλι η αγαπημένη συντροφιά σου τα βράδια. Θα δεις, θα συνηθίσεις, θα δεις.

 


30/3/26

Οι γέροντες



Οι γέροντες  είναι ξεκρέμαστα


κουρέλια από ένα παρελθόν


που έχει πια εξατμιστεί,


σκιάχτρα μοναχικά στον κόσμο,


ψυχές αγκιστρωμένες


από αναμνήσεις μελλοθάνατες.




Έπρεπε

 

 

Όμως τότε


σας γλίτωσα από μεγάλη θλίψη,


εκείνο το βράδυ


που πήρα δέκα χάπια


και μετά σταμάτησα


κι ας βρίζατε εσείς την άλλη μέρα


που ξύπνησα απόγευμα.



Δεν υποψιαστήκατε


από πόσο μεγάλη θλίψη σάς είχα γλιτώσει,


να βλέπατε νεκρή τη θυγατέρα σας


παγωμένη στο κρεβάτι,


ήσυχη πια και ήρεμη από όλα.


 

Αλλά δεν ήξερα κι εγώ


πόσο μεγάλο λάθος έκανα


εκείνο το μοιραίο βράδυ


που δεν κατάπια


όλα τα χαπάκια


και είπα: καλύτερα ας ζήσω,


ποτέ δεν ξέρεις


τι καλό μπορεί το μέλλον να σου φέρει.



Τώρα,


κοντά εξήντα χρόνια αργότερα,


ξέρω.


 

Έπρεπε να καταπιώ


όλα εκείνα τα χαπάκια.


Εσείς θα πενθούσατε


και μετά θα συνηθίζατε την απουσία μου


κι εγώ θα είχα γλιτώσει


όλη αυτή την άσκοπη ταλαιπωρία.


 

Έπρεπε, έπρεπε


να καταπιώ όλα εκείνα


τα χαπάκια τότε.


 

Έπρεπε.



29/3/26

Από πού μπαίνει αυτό το φως

 

Από πού μπαίνει αυτό το φως


που σαν λουρίδα πύρινη


κόβει σε δυο κομμάτια το σκοτάδι μου


και με κρατά


σε μόνιμη ανησυχία…



Ένα κομμάτι της ψυχής μου

 

Ένα κομμάτι της ψυχής μου


γεμάτο τρύπες


αιωρείται στο δωμάτιο.



28/3/26

Φιγούρες

 

Μπορεί όμως


και να είμαστε φιγούρες


ενός κακού μυθιστορήματος


που τρέχουμε με αγωνία


επάνω κάτω στις σελίδες του.



Η πόλη που γεννήθηκα

 

Πια να αγαπήσω δεν μπορώ


την πόλη που γεννήθηκα,


τώρα που μεταλλάχθηκε σε πόρνη


τόσο πολύ φτιασιδωμένη,


που αναζητά πελάτες,


που ξένοι τη βατεύουν


κι αυτή τους παραδίνεται κολακευμένη,


βέβαιη για τα κάλλη της.



 

27/3/26

Δεν έχω ενδορφίνες

 

 

 

Αυτές τις μέρες


δεν έχω ενδορφίνες.


Είμαι χαμένη


μέσα σε θολό τοπίο.


Λειτουργώ μηχανικά.


 

*


Αυτές τις μέρες


μια απειλή


στέκεται


πάνω απ’ το κεφάλι μου.


Θα περάσει άραγε


σαν σύννεφο κακό


ή θα έρθει καταιγίδα;


 

Και δεν έχω ενδορφίνες.



*


Αυτές τις μέρες


δείχνω απαθής,


ο φόβος πάει κι έρχεται



και δεν έχω ενδορφίνες.


 

*

Αυτές τις μέρες


το σπίτι μου


παραείναι σιωπηλό.


 

Δεν έχω ενδορφίνες.



Ξεχασμένη

 

Είμαι ξεχασμένη


όπως μια πέτρα στην έρημο.


Ποιος την πέταξε εκεί,


ποιος την παράτησε;


Γιατί κουβάλησε μια πέτρα ως εδώ


και ύστερα  την έριξε


να μείνει ολομόναχη στην ερημιά;


 

Είμαι ξεχασμένη


όπως το χορτάρι ενός κήπου


που έχει καιρό να ποτιστεί.


Ποιος εγκατέλειψε τον κήπο


κι άφησε το ανέμελο χορτάρι του


να γείρει και να ξεραθεί;


 

Είμαι ξεχασμένη


όπως ένα χαρτί ριγμένο


στο πεζοδρόμιο.


Ποιος το πέταξε κάτω αδιάφορος,


ποιον βάραινε ένα τόσο δα χαρτάκι


με δυο λόγια αγάπης πάνω του;



 

26/3/26

Δεν έχει τίποτε τελειώσει

 

Δεν έχει τίποτε τελειώσει


και το παιχνίδι συνεχίζεται,


μου ψιθυρίζει μια φωνή.


 

Θα τη μισήσω κάποτε,


μα τώρα δεν μπορώ,


με έχει μαγέψει.



 

Άπιστη

 

 

Μια άδεια τρύπα


που ξεκινά απ’ το κεφάλι μου


και κατεβαίνει


ως τα έγκατα της Γης,


εκεί που οι δαίμονες χοροπηδούν


και με καλωσορίζουν.


 

Άπιστη! Μου φωνάζουν


με ενθουσιασμό


και με φιλούν στο στόμα,


πόσο καιρό σε περιμέναμε!


Το ξέραμε πως θα’ ρθεις,


ήμασταν βέβαιοι γι’ αυτό,


άπιστη,


γλυκιά μας άπιστη,


κοίτα φωτιές


που ετοιμάσαμε για σένα,


κοίτα τις καυτές λαβίδες,


τα σύρματα τα αγκάθινα


που θα τυλίξουν το κορμί σου.


 

Άπιστη,


πόσο σε αγαπάμε


κι εσύ μας ξέχασες.


Αναζητάμε τις φωνές σου,


τα νευρικά σπαράγματά σου…


Έλα τώρα


να ενώσουμε τις ευτυχίες μας,


γλυκιά και μετανοημένη άπιστη.


 

Μόνο εμείς σε αγαπάμε


και το ξέρεις.



25/3/26

Να πούμε κάτι άλλο;

 

Να πούμε κάτι άλλο;


Να πούμε ένα "γεια", "καλησπέρα", "είσαι καλά;", 


"όχι, φοβάμαι", 


"τι φοβάσαι;" ,


"δεν μπορώ να σου πω, απλά φοβάμαι για αύριο" ,


"τι είναι αύριο;" ,


""θα σου πω αύριο, όταν θα ξέρω", 


"δεν μ' αγαπάς πια;" ,


"άσε τώρα τις αγάπες", 


"θα μου πεις αύριο;" ,


"θα σου πω", 


"εγώ σ' αγαπώ πάντως" ,


"σ΄ ευχαριστώ, κάπως σαν να χαλάρωσα τώρα", 


"θέλεις να σου το ξαναπώ;", 


"όχι, καταλαβαίνω ότι σε δυσκολεύει που μου το λες,


 μου φτάνει μια φορά", 


"θα μου πεις αύριο τι συμβαίνει;", 


"θα σου πω, καληνύχτα τώρα" 


"καληνύχτα".






Σημαία

 




 

Πολιτικές κορώνες στο σπίτι δεν είχαμε.

Ο μπαμπάς ψήφιζε Κωνσταντίνο Καραμανλή, ομοίως και η μαμά. Επίσης ο μπαμπάς αγόραζε την «Καθημερινή». Και αυτό ήταν όλο.

 

Το έχω ξαναγράψει: οι πιο καλοί τους φίλοι ήταν ένα ζευγάρι σεσημασμένοι κομμουνιστές, ο σύζυγος είχε πάει ένα διάστημα  εξορία, ήταν μαθηματικός, του είχαν απαγορεύσει να διδάσκει, του έκλεισαν και ένα φροντιστήριο που είχε  ανοίξει, αλλά ζούσαν καλά χάρη στην προίκα της γυναίκας του.

 

Μεγάλωσα σε ένα περιβάλλον χωρίς πολιτικό φανατισμό και πώς τα κατάφερα δεν ξέρω, αλλά σήμερα οι πιο στενοί μου φίλοι είναι αριστεροί, ενώ εγώ δεν είμαι καθόλου.

 

Σημαία δεν είχαμε στο σπίτι μας. Απλώς δεν είχαμε. Αυτό δεν σήμαινε τίποτα, την πατρίδα μας την αγαπούσαμε, ήταν αυτονόητο.

 

Στα χρόνια της χούντας, σε μια 25η Μαρτίου, ήμουν μόνη στο σπίτι, οι γονείς μου έλειπαν ταξίδι. Έρχεται κάποια στιγμή ο θυρωρός και μου χτυπά την πόρτα.

 

-Μόλις τώρα πέρασε από δω ένας αστυφύλακας, μου είπε. Με ρώτησε, γιατί δεν έχετε εσείς σημαία στο μπαλκόνι. Του εξήγησα ότι οι ιδιοκτήτες λείπουν. Δεν λείπουν όλοι, κάποιος είναι μέσα, μου απάντησε αυτός. Σ’ το λέω να το ξέρεις.

 

-Μα δεν έχουμε σημαία, είπα στον θυρωρό.

 

Αυτός κούνησε τους ώμους:

 

-Σ’ το λέω να το ξέρεις, είπε κι έφυγε.

 

Αφού δεν είχαμε σημαία, τι να έκανα; Δεν έκανα τίποτα. Με ενόχλησε όμως το γεγονός ότι η αστυνομία ήξερε πως στο διαμέρισμά μας κάποιος έμενε κι αυτός ήμουν εγώ.

 

Όλα τα παρακολουθούσαν τότε.

 

Τέλος πάντων, σημαία δεν κρέμασα ποτέ στο μπαλκόνι μου και ούτε είχα ποτέ. Η αλήθεια είναι ότι χαίρομαι να τη βλέπω να κυματίζει στα μπαλκόνια τέτοιες γιορταστικές μέρες.

 

Αυτό που δεν χαίρομαι είναι ο φανατισμός δεξιών και αριστερών. Εκεί γίνομαι "Τούρκα". Όπως "Τούρκα" γίνομαι, όταν κάποιος άχρηστος βεβηλώνει τη σημαία μας ή τη σκίζει ή τη λέει πανί.