25/3/26

Να πούμε κάτι άλλο;

 

Να πούμε κάτι άλλο;


Να πούμε ένα "γεια", "καλησπέρα", "είσαι καλά;", 


"όχι, φοβάμαι", 


"τι φοβάσαι;" ,


"δεν μπορώ να σου πω, απλά φοβάμαι για αύριο" ,


"τι είναι αύριο;" ,


""θα σου πω αύριο, όταν θα ξέρω", 


"δεν μ' αγαπάς πια;" ,


"άσε τώρα τις αγάπες", 


"θα μου πεις αύριο;" ,


"θα σου πω", 


"εγώ σ' αγαπώ πάντως" ,


"σ΄ ευχαριστώ, κάπως σαν να χαλάρωσα τώρα", 


"θέλεις να σου το ξαναπώ;", 


"όχι, καταλαβαίνω ότι σε δυσκολεύει που μου το λες,


 μου φτάνει μια φορά", 


"θα μου πεις αύριο τι συμβαίνει;", 


"θα σου πω, καληνύχτα τώρα" 


"καληνύχτα".






Σημαία

 




 

Πολιτικές κορώνες στο σπίτι δεν είχαμε.

Ο μπαμπάς ψήφιζε Κωνσταντίνο Καραμανλή, ομοίως και η μαμά. Επίσης ο μπαμπάς αγόραζε την «Καθημερινή». Και αυτό ήταν όλο.

 

Το έχω ξαναγράψει: οι πιο καλοί τους φίλοι ήταν ένα ζευγάρι σεσημασμένοι κομμουνιστές, ο σύζυγος είχε πάει ένα διάστημα  εξορία, ήταν μαθηματικός, του είχαν απαγορεύσει να διδάσκει, του έκλεισαν και ένα φροντιστήριο που είχε  ανοίξει, αλλά ζούσαν καλά χάρη στην προίκα της γυναίκας του.

 

Μεγάλωσα σε ένα περιβάλλον χωρίς πολιτικό φανατισμό και πώς τα κατάφερα δεν ξέρω, αλλά σήμερα οι πιο στενοί μου φίλοι είναι αριστεροί, ενώ εγώ δεν είμαι καθόλου.

 

Σημαία δεν είχαμε στο σπίτι μας. Απλώς δεν είχαμε. Αυτό δεν σήμαινε τίποτα, την πατρίδα μας την αγαπούσαμε, ήταν αυτονόητο.

 

Στα χρόνια της χούντας, σε μια 25η Μαρτίου, ήμουν μόνη στο σπίτι, οι γονείς μου έλειπαν ταξίδι. Έρχεται κάποια στιγμή ο θυρωρός και μου χτυπά την πόρτα.

 

-Μόλις τώρα πέρασε από δω ένας αστυφύλακας, μου είπε. Με ρώτησε, γιατί δεν έχετε εσείς σημαία στο μπαλκόνι. Του εξήγησα ότι οι ιδιοκτήτες λείπουν. Δεν λείπουν όλοι, κάποιος είναι μέσα, μου απάντησε αυτός. Σ’ το λέω να το ξέρεις.

 

-Μα δεν έχουμε σημαία, είπα στον θυρωρό.

 

Αυτός κούνησε τους ώμους:

 

-Σ’ το λέω να το ξέρεις, είπε κι έφυγε.

 

Αφού δεν είχαμε σημαία, τι να έκανα; Δεν έκανα τίποτα. Με ενόχλησε όμως το γεγονός ότι η αστυνομία ήξερε πως στο διαμέρισμά μας κάποιος έμενε κι αυτός ήμουν εγώ.

 

Όλα τα παρακολουθούσαν τότε.

 

Τέλος πάντων, σημαία δεν κρέμασα ποτέ στο μπαλκόνι μου και ούτε είχα ποτέ. Η αλήθεια είναι ότι χαίρομαι να τη βλέπω να κυματίζει στα μπαλκόνια τέτοιες γιορταστικές μέρες.

 

Αυτό που δεν χαίρομαι είναι ο φανατισμός δεξιών και αριστερών. Εκεί γίνομαι "Τούρκα". Όπως "Τούρκα" γίνομαι, όταν κάποιος άχρηστος βεβηλώνει τη σημαία μας ή τη σκίζει ή τη λέει πανί. 

 

 

24/3/26

Διψώ

 

Δώσε μου


λίγο ακόμα δηλητήριο.


Διψώ πολύ.


23/3/26

Περίμενε

 

Περίμενε.


Ακόμα δεν ξεκίνησαν


τα θαύματα.


Το Σάββατο

 

Το Σάββατο λοιπόν,


το Σάββατο,


το Σάββατο…


Δεν ξέρω τι άλλο


να γράψω…



 

Το Σάββατο,


το Σάββατο,


θα σε δω το Σάββατο,


δηλαδή


μεθαύριο,


δηλαδή


το Σάββατο,


πάλι τα έχω χαμένα,


πάλι σταμάτησε


ο νους μου.



 

Με θέλεις;


Ή θα μου ζητήσεις


να πάψω,


να σ’ αφήσω ήσυχο…



 

Φοβάμαι λίγο.



 

Το Σάββατο,


αυτό το Σάββατο,


σε λίγες ώρες δηλαδή,


αν σκεφτείς


πόσους μήνες


με παιδεύεις.



 

Γιατί σε λατρεύω;


Γιατί έχω τρελαθεί;


Γιατί χάνω το μυαλό μου,


όταν σε σκέφτομαι;


Τι έχω πάθει;



 

Το Σάββατο


και πόσο σ’ αγαπώ


και πόσο σε θέλω


και πόση ζάλη νιώθω


και λέω «ναι»


σ’ αυτή τη ζωή


που τόσο


έχω απαξιώσει.



 

Λέω «ναι»,


λέω «ναι»,


ναι σε σένα,


ναι σε όλα,


πάλι παραληρώ.



 

Το Σάββατο,


το Σάββατο,


σε λατρεύω,


το Σάββατο,


σε λατρεύω,


σ’ έχω κάνει θεό μου,


το Σάββατο,


το Σάββατο…



 

(Πάλι μια ώρα θα μου χαρίσεις


σε κάποιο παγωμένο καφέ).

 


 

 

22/3/26

"Άξιον Εστί" (ή: Πού πας ξυπόλυτη στ' αγκάθια)

 

 

Ήμουν ήδη αρκετά μεγάλη, όταν διάβασα ολόκληρο το «Άξιον Εστί» του Οδυσσέα Ελύτη, ήδη ο ποιητής είχε πάρει το Νόμπελ, ήδη ο Θεοδωράκης το είχε μελοποιήσει, ήδη ήταν πασίγνωστο.

 

Έπαθα το σοκ της ζωής μου, θυμάμαι. Δεν είχα διαβάσει ωραιότερη, υψηλότερη, μαγευτικότερη ποίηση.

 

Μέχρι τότε έγραφα κι εγώ κάτι ποιηματάκια και τα καμάρωνα, αλλά, όταν τέλειωσα την ανάγνωση του «Άξιον Εστί» κι έκλεισα το βιβλίο, είπα από μέσα μου: Πού πας κι εσύ καημένη ξυπόλυτη στ’ αγκάθια;

 

Και σταμάτησα να γράφω ποιήματα. Περιορίστηκα να γράφω διηγήματα. Για πολλά χρόνια δεν έγραφα ποίηση ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα. Διότι πολλά από τα κείμενά μου έβγαιναν με ρυθμό, πράγμα που με εκνεύριζε, αλλά ο ρυθμός επέμενε κι εγώ υπάκουα.

 

Δεν είναι ποιήματα αυτά, έλεγα, είναι σκέψεις, απλώς σκέψεις. Δεν είμαι ποιήτρια εγώ.

 

Πέρασαν έτσι πολλά χρόνια. Μετά μπήκα σε μια κατάσταση μεγάλης έντασης και η γραφή με βοηθούσε πολύ να εκτονωθώ. Πεζά κείμενα, ιστορίες με αλληγορική σημασία που στρέφονταν γύρω από ό,τι με ταλαιπωρούσε εκείνο τον καιρό, αλλά ανάμεσα σ’ αυτά, όταν η εκτόνωση δεν ολοκληρωνόταν, έγραφα και κάτι άλλα κείμενα που τα ονόμαζα «σκέψεις». Για δυο χρόνια έγραφα «σκέψεις» και τις φύλαγα στα συρτάρια μου.

 

Κάποια στιγμή μού μπήκε η υποψία ότι αυτές οι «σκέψεις» δεν είναι σκέψεις, είναι ποιήματα. Ζήτησα τη γνώμη μιας γνωστής ποιήτριας, της Χλόης Κουτσουμπέλη. «Πες μου, Χλόη», της έγραψα στέλνοντάς της τις «σκέψεις» μου, «είναι αυτά ποιήματα ή είναι απλώς ιδέα μου;»

 

Η Χλόη διάβασε τις «σκέψεις» μου και μου απάντησε: «Είναι ποιήματα». Και της άρεσαν μάλιστα.

 

Έτσι ξεπέρασα μετά από μερικές δεκαετίες το «Άξιον Εστί» και εξέδωσα την πρώτη μου ποιητική συλλογή. Ακολούθησε και δεύτερη ποιητική συλλογή και τώρα σκέφτομαι να ξεδιαλέξω κάποιους από τους εκατοντάδες στίχους μου που έχω αποθηκευμένους στα αρχεία μου και να εκδώσω την τρίτη ποιητική συλλογή μου.

 

Εξακολουθώ όμως να μη δηλώνω ποιήτρια. Λέω: γράφω ποιήματα, αυτό. Ελύτης δεν πρόκειται να γίνω ποτέ και ποτέ δεν θα φτάσω στο ύψος του «Άξιον Εστί». Αυτό το έργο με έχει σημαδέψει ανεξίτηλα.

 

Κανείς ποιητής, από όσους έχω διαβάσει ως τώρα, δεν μπόρεσε να περιγράψει τη γυναίκα τόσο τέλεια, όσο εκείνος:

 


«ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το πέτρινο πεζούλι

αντικρύ του πελάγους η Μυρτώ να στέκει

σαν ωραίο οκτώ ή σαν κανάτι

με την ψάθα του ήλιου στο ένα χέρι».



 

Έπαψα να σας μοιάζω

 

Έπαψα να σας μοιάζω,


εξαερώνομαι σιγά σιγά,


τις νύχτες άγγελοι με συντροφεύουν


και οι άγιοι στα εικονίσματα


μου γνέφουν φιλικά.


 

Μαθαίνω τώρα την ουράνια γλώσσα,


είμαι έτοιμος σχεδόν.



21/3/26

Νέος θεός

 

Αγαπητέ Θεέ,


λυπάμαι που σ’ το λέω


τόσο απότομα,


αλλά μόλις


σε αντικατέστησα.


Ρώτα με..

 

Ρώτα με τώρα


πώς αισθάνομαι.


Θα σου πω ότι δεν ξέρω.


Ότι σ’ αγαπώ


χωρίς αγάπη,


ότι σε θέλω


χωρίς επιθυμία.


Ότι είσαι ένα καρφί


καρφωμένο στο κεφάλι μου


που αν ξεκαρφωθεί,


θα τρέξει έξω πολύ αίμα.



Μόνο αυτό καταλαβαίνω.



20/3/26

Βόλτα στη γειτονιά μου

 



 

Βγαίνω για βόλτα τα απογεύματα στη γειτονιά μου και παρατηρώ τον κόσμο που πάει κι έρχεται, ψωνίζει, συζητά, χαζεύει.

 

Είναι ένας κόσμος ήμερος, ευγενικός, αν χρειαστεί, αδιάφορος, αν δεν χρειαστεί, αλλά πάντως ήμερος.

 

Χθες, ας πούμε, ήταν τα χέρια μου φορτωμένα και μου ήταν κάπως δύσκολο να ανοίξω τη χοντρή, γυάλινη πόρτα του καφέ. Απέξω μια κοπέλα μιλούσε στο κινητό της. Με είδε που στεκόμουν με αμηχανία, καθώς μεταξύ άλλων κρατούσα και ένα ποτήρι ξέχειλο από φρέντο καπουτσίνο χωρίς καπάκι – δεν θέλω καπάκι, θέλω να βλέπω τον καφέ που πίνω – με είδε λοιπόν η κοπέλα και έσπευσε να μου ανοίξει χαμογελαστή την πόρτα διακόπτοντας τη συνομιλία της στο κινητό.

 

Δεν ήταν τίποτα σπουδαίο αυτό, αλλά κάτι έδειχνε. Μου έχουν συμβεί και άλλα παρόμοια, πού να τα θυμάμαι τώρα όλα, που ο κόσμος αυθόρμητα κάνει μια ευγενική, πολιτισμένη χειρονομία σε αγνώστους ανθρώπους.

 

Βγαίνω έξω, περπατώ και ηρεμεί η ψυχή μου. Πίνω τον καφέ μου στα διάφορα καφέ για καπνιστές και με εξυπηρετούν κάτι χαριτωμένες κοπέλες, κάτι ευγενικοί νεαροί, η Τζέσικα, η Ιωάννα, η Σοφία, ο Παναγιώτης. Οι άλλοι πελάτες συζητούν ήσυχα, κανείς δεν ενοχλεί κανέναν, ούτε ακούς δυνατές φωνές, γέλια και τσιρίδες.

 

Ύστερα γυρίζω σπίτι μου, ανοίγω τον υπολογιστή μου και μπαίνω ξαφνικά σε έναν αλλόκοτο κόσμο, φωνακλάδικο, υπεροπτικό, φανατισμένο, θυμωμένο ή χαζό που λέει και ξαναλέει βαρετές κοινοτοπίες ή – και το χειρότερο – βρίζει χυδαία.

 

 Μπαίνω εδώ μέσα και αγριεύομαι. Μα πού κυκλοφορεί όλος αυτός ο οργισμένος, χύδην όχλος, όπου ο ένας βρίζει τον άλλον με τους χειρότερους χαρακτηρισμούς;

 

Η γειτονιά μου είναι μεσο-μκροαστική και έχει και αρκετούς, όχι πολλούς, αλλοδαπούς, κυρίως Αλβανούς. Θα περίμενε κανείς να δει στον δρόμο κάποιους να φιλονικούν ή να φωνάζουν θυμωμένοι για κάτι που τους ενόχλησε.

 

Κι όμως τίποτα. Όλα είναι ήσυχα και καθημερινά και απλά. Μπαίνεις στα μαγαζιά να ψωνίσεις και σε υποδέχονται με χαμόγελο και οικειότητα. Βέβαια είσαι πελάτης, θα αφήσεις λεφτά. Όμως όλοι μας έχουμε βρεθεί κάποιες φορές απέναντι σε πωλητές μουτρωμένους ή βαριεστημένους ή και σνομπ  ( να δεις σνομπ γκαρσόνια, να ανοίξει η ψυχή σου! 😊 ), πωλήτριες ή ιδιοκτήτριες αγέλαστες, λες και σου κάνουν τη χάρη και άλλα παρόμοια.

 

Τίποτε από αυτά δεν συμβαίνει στη γειτονιά μου. Και οι αλλοδαποί ευγενέστατοι και διακριτικοί.

 

Πού ζουν αυτοί όλοι που στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης εξεμούν τόση χυδαιολογία; Πού βρίσκονται αυτοί οι έφηβοι που αλληλομαχαιρώνονται; Εδώ οι νεαροί είναι μια χαρά παιδιά, περνούν από μπροστά σου, τα  βλέπεις και τα  καμαρώνεις.

 

Περπατώ στους δρόμους της γειτονιάς μου ήσυχη και αμέριμνη.

 

Έχω βέβαια και τον νου μου.

Γιατί ποτέ δεν ξέρεις…

 

*

Σε αντίθεση με τα Εξάρχεια, την Κυψέλη και την Πανόρμου που βρίσκονται παραδίπλα, εδώ δεν έχει μπαρ, καφέ ή εστιατόρια που να έχουν γίνει στέκια της πόλης, δεν έχει τουρίστες. Τι έχει; Μία δική του ταυτότητα. Βρίσκεται στο κέντρο της Αθήνας ενώ ταυτόχρονα διατηρεί τα στοιχεία της γειτονιάς και αυτή είναι η κύρια αντίθεση που το χαρακτηρίζει. (Απόσπασμα από άρθρο που βρήκα σχετικά με τη γειτονιά μου).