2/10/12

Ποιος θα είναι εδώ...




-Ποιος θα είναι εδώ μετά από μένα;
Ποιος θα ακουμπά τα πράγματά μου,
θα ανοιγοκλείνει τις πόρτες μου,
θα σφουγγαρίζει τα μωσαϊκά μου,
θα λούζεται στο μπάνιο μου,
θα κάθεται στο μπαλκόνι μου,
ποιος θα είναι εδώ αφέντης του σπιτιού μου,
όταν θα είμαι χώμα μες το χώμα;

-Εγώ, μητέρα.

30/9/12

Αυτό που κάθε βράδυ...


Αυτό,
που κάθε βράδυ στο κρεβάτι
νιώθω πως κάποιος μ’ έχει αγκαλιά
και προσπαθώ να καταλάβω ποιος,
γυρίζω στο πλευρό, γυρίζω ανάσκελα
κι εκείνος με κρατά σιωπηλά
με μια επίμονη αγάπη χωρίς όνομα,
ώσπου τα μάτια μου να κλείσουν
και να αποκοιμηθώ
κι έπειτα που ξυπνώ το άλλο πρωί
εκείνος έχει φύγει,

αυτό
πώς να το πω,
ψευδαίσθηση, απάτη, όνειρο
ή φάντασμα από αλλοτινούς καιρούς
που ολοένα επιστρέφει
στον τόπο που μαρτύρησε.

27/9/12

Η επίσκεψη του κυρίου Υπερεγώ





Το Υπερεγώ μου με ειδοποίησε ότι σκοπεύει να με επισκεφθεί για μια μικρή ανάκριση και να ετοιμάζομαι.
Τι ετοιμασία να κάνω δηλαδή; Να φορέσω τα καλά μου; Τίποτα δεν έκανα. Κάθισα στο γραφείο μου και διάβαζα γαλλικά. Κάποια στιγμή σήκωσα το κεφάλι και το είδα να κάθεται απέναντί μου. Δηλαδή δεν ήμουν σίγουρη, αν ήταν αυτό. Ένα γέροντα εκατό χρονών είδα, τελείως βιβλική μορφή, τα φρύδια του πέφτανε στα μάτια του και κρατούσε μια μαγκούρα. Πολύ απογοητεύτηκα. Αυτό το Υπερεγώ κουβαλούσα δηλαδή τόσα χρόνια στο κεφάλι μου;
Ο γέρος – ποιος ξέρει πόση ώρα καθόταν απέναντί μου – με παρατηρούσε βλοσυρά.


-Τι κάνεις τώρα εσύ εκεί, τι διαβάζεις; Με ρώτησε.
-Διαβάζω γαλλικά, απάντησα επιφυλακτικά.

Δεν μου άρεσε καθόλου αυτή η γεροντική φάτσα. Ήδη ένιωθα υπόλογη για πολλά πράγματα, αν και δεν ήξερα ακριβώς για ποια.

-Τι γαλλικά και αηδίες στην ηλικία σου. Και το τσιγάρο ντουμάνι, βλέπω. Άσπρισαν τα μαλλιά σου και μυαλό δεν έβαλες.

Χμ, καθόλου καλά δεν ξεκινήσαμε. Είπα ωστόσο όσο πιο ευγενικά μπορούσα:

-Ό,τι μαθαίνει κανείς, καλό είναι. Εξάλλου τι να κάνω να περάσει η ώρα μου;

25/9/12

Ο χρόνος




Από καρέκλα σε καρέκλα
περνά ο χρόνος,
απ’  το ένα τσιγάρο στο άλλο,
απ΄ τη μια κούπα καφέ στην επόμενη.

Έτσι λαθραία
περνώντας ο χρόνος
σου κλείνει μοχθηρά το μάτι,
 γλιστρά
και χάνεται.

Κι εσύ απ’ την καρέκλα
δεν μπορείς να σηκωθείς.