21/6/26

Στον πατέρα

 


Εκεί θα είσαι πάντα,


μέσα στην καρδιά μου,


ευγενικός,


μοναχικός,


με σκέψεις


που κανένας δεν έμαθε ποτέ,


εκεί,


αγαπημένος από όλους


και πιο πολύ από όλους


αγαπημένος από μένα,


ένας,


μοναδικός,


αγαπημένος και τόσο μακρινός.


 

Τώρα γυρνώ στον κόσμο


και σε ψάχνω,


αλλά είναι πια


τόσο αργά,


τόσο αργά,


αγαπημένε μου,


τόσο αργά…



 

20/6/26

Γυναίκα σε αρσενικό παραλήρημα

 

Θεέ μου, πόσο,


Θεέ μου πόσο, πόσο,


πόσο αλλιώτικα αισθάνομαι απόψε,


χαρά, σίγουρα ναι,


πολλή χαρά


και ανησυχία όμως,


θα είμαι καλή;


Θα είμαι όμορφη;


Μην ξεχάσω αυτό κι εκείνο,


το ταξί θα έρθει στην ώρα του;


Θα χτυπά η καρδιά μου


κοιτάζοντας το ρολόι,


είπαμε στις εφτά,


θα τον δω αύριο στις εφτά


και πρέπει να είμαι ψύχραιμη τώρα,


να μην αρχίσω ξανά τις σαχλαμάρες,


να είμαι σοβαρή,


να είμαι ζεστή,


προ πάντων να είμαι φυσιολογική,


να μιλάμε ευγενικά,


πολιτισμένα,


ως φίλοι δηλαδή,


 

ενώ τώρα απ’ το μυαλό μου


περνούν θεσπέσιες εικόνες πάθους,


αγκαλιάσματα,


φιλιά,


να ξεκουμπώνω το πουκάμισό του


και να γλείφω το στέρνο του,


να δαγκώνω τη σάρκα του,


να του βγάζω τα ρούχα


και να περνώ τα χείλια μου


πάνω από όλο το κορμί του,


να τον γεύομαι,


αυτό μόνο θέλω,


να γευτώ το κορμί του


με τα χείλια μου,


με τη γλώσσα μου,


με τα δόντια μου,


με τα χέρια μου,


ένας πολύτιμος καρπός


δικός μου,


να μου δίνεται σιωπηλός,


αυτό θέλω,


αυτό ονειρεύομαι,


τη σάρκα του


στο στόμα μου,


στη γλώσσα μου,


αυτό μόνο,


μόνο αυτό,


μόνο αυτό,


μόνο αυτό,


αυτό,


αυτό,


μόνο αυτό…





 

19/6/26

Με κομμένα φτερά

 

Ξύπνησα σήμερα


με κομμένα τα φτερά.


 

Ήταν κάτι


που θα συνέβαινε


κάποια στιγμή,


το ήξερα,


το περίμενα.



Συνέβη σήμερα.


Έτσι,


από μόνο του.


 

Κι έγιναν όλα τώρα


τόσο βαρετά.



Έχουμε λίγο καιρό ακόμα

 

Ακόμα έχουμε λίγο καιρό


να στήσουμε τη χάρτινη αυτοκρατορία 


μας,


να ζήσουμε σαν άρχοντες


σε ένα χωροχρόνο


που δεν καταλαβαίνει ο νους,


να ανταλλάξουμε υποσχέσεις


ολιγόζωες.


 

Έχουμε ακόμα λίγο καιρό


να κολυμπήσουμε σε στάσιμα νερά,


όσο το αίμα μας ανύποπτο


θα ανεβοκατεβαίνει στο κορμί μας.



18/6/26

Ρώμη (Ταξιδεύοντας στο εξωτερικό)



 

Έχω κάνει αρκετά ταξίδια εκτός Ελλάδος, όμως δυστυχώς ελάχιστα πράγματα θυμάμαι από όσα είδα κι έζησα εκεί.

 

Μπορώ χωρίς ντροπή να πω ότι έφαγα τον χρόνο μου γυρίζοντας στα μουσεία και τώρα δεν θυμάμαι τίποτα από ό,τι είδα εκεί μέσα. Θα ήταν, σκέφτομαι, πιο ενδιαφέρον να κάθομαι σε κάποιο καφέ και να κοιτάζω τον κόσμο που θα περνούσε από μπροστά μου. Θα είχα οπωσδήποτε μια καλύτερη εικόνα της χώρας που είχα επισκεφθεί.

 

Θυμάμαι ωστόσο με τρόπο ανεκδοτολογικό διάφορα περιστατικά, όπως πχ τότε που ήμουν στη Ρώμη και πήγαινα τρέχοντας από το ένα μουσείο στο άλλο, μη χάσω και κανένα.

 

Βγαίνοντας από ένα μουσείο -ποιο να ήταν, πού να θυμάμαι τώρα – κοίταξα το ρολόι μου και είδα ότι προλάβαινα να ρίξω  μια ματιά και στο μουσείο με τα έργα των Ετρούσκων που βρισκόταν εκεί κοντά.

 

Τρέχοντας σαν τρελή έφτασα και ρώτησα καλού κακού τον φύλακα που στεκόταν στην πόρτα, αν είχα έρθει στο κατάλληλο μέρος. Από τη βιασύνη μου δεν κάθισα να σκεφτώ πώς έπρεπε να το πω αυτό σε άψογα ιταλικά και είπα λαχανιασμένη:

«Εδώ είναι οι Ετρούσκοι;»

 

Ο φύλακας μού έριξε μια ματιά και μου απάντησε χαμογελώντας: «Οι Ετρούσκοι έχουν πεθάνει προ πολλού».

Έβαλα τα γέλια, γέλασε κι αυτός και μετά μπήκα μέσα.

 

Τι είδα; Δεν θυμάμαι απολύτως τίποτα. Το περιστατικό όμως με τον φύλακα του μουσείου δεν θα το ξεχάσω ποτέ.

Παλμύρα, Χαλέπι, Συρία (Ταξιδεύοντας στο εξωτερικό)

 

 



 

Η Παλμύρα δεν ξεχνιέται. Ειδικά, αν έχεις σπουδάσει Αρχαιολογία και Ιστορία, όχι, δεν ξεχνιέται.

 

Αλλά εδώ το θέμα μας είναι άλλο. Τα απρόοπτα περιστατικά, όταν βρίσκεσαι σε μια ξένη χώρα. Παλμύρα λοιπόν, Συρία επί Άσαντ.

 

Μετά την ξενάγησή μας στον αρχαιολογικό χώρο και το επακόλουθο γεύμα μας (λυπάμαι, δεν το θυμάμαι), οι φιλενάδες μου θέλησαν να αγοράσουν διάφορα πραγματάκια από ένα μαγαζί που ήταν πιο πέρα. Εγώ βαριόμουν και κάθισα σε ένα καφενείο, παράγγειλα ένα αναψυκτικό και τις περίμενα να γυρίσουν.

 

Μια γυναίκα μόνη σε ένα καφενείο στη Συρία, σε μια ερημιά, καθώς νύχτωνε και οι τουρίστες είχαν φύγει; Και που κάπνιζε κιόλας; Α, εδώ έχουμε δουλίτσα, σκέφτηκε ο σερβιτόρος, ένας νεαρός Άραβας που πλησίασε στο τραπέζι μου πολύ διακριτικά και ευγενικά και με ρώτησε στα αγγλικά, αν μου άρεσε η Παλμύρα.

 

Ναι, πολύ, είπα.

Και από πού είμαι;

Από την Ελλάδα.

Και μου αρέσει η Συρία;

Ναι, μου αρέσει.

 

Και άλλες τέτοιες ερωτήσεις απανωτές και δεν έλεγε να ξεκολλήσει ο νεαρός σερβιτόρος κι εγώ περίμενα την παρέα μου και η παρέα μου δεν ερχόταν.

 

Πάντα ευγενικός και γλυκομίλητος ο Άραψ, αλλά είχα αρχίσει να εκνευρίζομαι και να ανησυχώ και λιγάκι που οι φιλενάδες είχαν κολλήσει στο μαγαζί και δεν τις έβλεπα να έρχονται. Και είχε και βραδιάσει εν τω μεταξύ.

 

Αλλά τότε ήρθε η μοιραία και όπως αποδείχθηκε και  τελευταία ερώτηση του Άραβος:

 

-Are you married?

 

Εγώ δεν ήμουν married, ήμουν divorced, αλλά σκέφτηκα ότι καλύτερα να έλεγα  married παρά divorced, διότι το divorced ανάβει πιο πολύ τα αίματα και όποιος φυλάει τα ρούχα του κλπ.

 

-Married, είπα.

 

Ο νεαρός σήκωσε τα χέρια του σαν να παραδινόταν και άρχισε να οπισθοχωρεί με αργά βήματα, ώσπου χάθηκε από το οπτικό μου πεδίο.

 

Έτσι! Σεβασμός στις παντρεμένες! Τις παντρεμένες δεν τις πειράζουμε, γιατί έρχεται μετά ο σύζυγος και σφάζει.

 

Σε λίγο ήρθε και η καθυστερημένη παρέα μου και φύγαμε από τη μαγευτική Παλμύρα.

 

Στο Χαλέπι πάλι, η φίλη μου η Πέπη ήθελε οπωσδήποτε να επισκεφθούμε το διάσημο Hotel Baron, όπου είχε μείνει η Αγκάθα Κρίστι. Γυρίζαμε από δω κι από κει, μπερδευτήκαμε στους δρόμους και χάσαμε τον προσανατολισμό μας.

 

Τελικά ρωτήσαμε έναν καλό άνθρωπο, ο οποίος όχι μόνο προθυμοποιήθηκε να μας βοηθήσει, αλλά μας συνόδεψε μισή ώρα δρόμο, μέχρι που μας οδήγησε μπροστά στο ξενοδοχείο.

Μας εντυπωσίασε η τόσο καλή του θέληση.

Να είναι καλά, αν ζει.

Βουκουρέστι, Ρουμανία (Ταξιδεύοντας στο εξωτερικό)

 



Επί Τσαουσέσκου.

Είχαμε την εντύπωση όλοι εμείς εδώ οι ηλίθιοι ότι η Ρουμανία, αν και κομμουνιστική, είχε ηπιότερο καθεστώς και ότι οι Ρουμάνοι καλοπερνούσαν.

 

Όταν βρέθηκα στο Βουκουρέστι, είδα μια πόλη αρχόντισσα, μια πραγματική αρχόντισσα, αλλά παραμελημένη, αφημένη στην τύχη της και ένιωσα λύπη για τον ξεπεσμό της. (Ελπίζω σήμερα να έχει ξαναβρεί την αίγλη της).

 

Στα ταξίδια μου στο εξωτερικό είχα την περίεργη συνήθεια να αγοράζω έναν τουλάχιστο δίσκο με παραδοσιακά τραγούδια της χώρας που επισκεπτόμουν και επίσης μια-δυο τοπικές κολόνιες.

 

Μπήκα λοιπόν σε ένα πολυκατάστημα και αγόρασα τις κολόνιές μου και μετά γύρισα να πάω να τις πληρώσω στο ταμείο.

 

Και βλέπω τότε μια ουρά πενήντα πάνω κάτω  ατόμων να περιμένουν υπομονετικά, καρτερικά, σιωπηλά και ταπεινά να φτάσουν κάποτε στο ταμείο.

 

-Α, όχι!, είπα στον υπάλληλο που με εξυπηρετούσε και άφησα κάτω τις κολόνιες.

 

Και τι έκανε ο άνθρωπος;

 

Με καθησύχασε με νοήματα, με πήρε μαζί του, διασχίσαμε ολόκληρη την ουρά και με πήγε πρώτη-πρώτη στο ταμείο. Όση ώρα περνούσα μπροστά από αυτούς τους ταλαιπωρημένους ανθρώπους, ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί.

 

Με κοίταζαν όλοι  βουβοί και ανέκφραστοι, ενώ εγώ άθελά μου είχα μεταμορφωθεί στην πλούσια μαντάμ του εξωτερικού που καταπατούσε εν ψυχρώ όλους τους κανόνες της σωστής κοινωνικής συμπεριφοράς και περιφρονούσε τους ιθαγενείς.

 

Την ίδια έκφραση μελαγχολικής υπομονής παρατήρησα ότι είχαν και οι υπάλληλοι του ξενοδοχείου που έμενα.

 

Κι όμως: εγώ ακόμα πίστευα ότι βρισκόμουν σε ένα ήπιο κομμουνιστικό καθεστώς. Λίγα χρόνια αργότερα αποκαλύφθηκε η σκληρότητα του καθεστώτος Τσαουσέσκου.

 

Δεν ξεχνώ μετά την πτώση του την εικόνα εκείνου και της γυναίκας του νεκρούς, σωριασμένους σαν τσουβάλια σε μια αυλή.

 

Μόνο γι' αυτό

 

Έκανες έναν άνθρωπο


να αναστηθεί.


Μόνο γι’ αυτό,


αν ο θεός υπάρχει,


θα σε καλέσει στον παράδεισο.





 

16/6/26

Cielito Lindo

 




Το « Cielito Lindo » είναι ένα μεξικανικό λαϊκό τραγούδι ή κόπλα που διαδόθηκε το 1882 από τον Μεξικανό συγγραφέα Quirino Mendoza y Cortés ( περίπου  1862 – 1957).  Το τραγούδι είναι κοινώς γνωστό από τους στίχους του ρεφρέν « Canta y no llores » ή απλώς ως το « τραγούδι Ay, Ay, Ay, Ay ». (Από Βικιπαίδεια).


Απ’ το βουνό, μελαχρινάκι μου,

όμορφε, μικρέ μου ουρανέ,

έρχονται κατά δω

ένα ζευγάρι ματάκια μαύρα,

όμορφέ ουρανέ, μικρέ μου,

έρχονται κρυφά.

 

Αχ, αχ, αχ, αχ,

τραγούδα και μην κλαις,

γιατί όταν τραγουδάς,

όμορφε, μικρέ μου ουρανέ,

είναι οι καρδιές όλο χαρά.

 

Το πουλί που αφήνει,

μικρέ, ωραίε μου ουρανέ,

την πρώτη του φωλιά,

αν γυρίσει και τη βρει καπαρωμένη,

όμορφέ μου, μικρέ ουρανέ,

καλά να πάθει.

 

Αυτή η ελίτσα που έχεις,

όμορφέ μου, μικρέ μου ουρανέ,

κοντά στα χείλια σου,

μην τη δώσεις σε κανέναν,

όμορφε ουρανέ, μικρέ μου,

είναι δικιά μου τώρα.

 

(Ένα βέλος στον αέρα,

όμορφέ μου, μικρέ μου ουρανέ,

ο Έρωτας το έριξε.

Αν παίζοντας το πέταξε,

μικρέ μου, ωραίε ουρανέ,

εμένα είναι που με πλήγωσε.)


Μετάφραση στα ελληνικά: Καίτη Βασιλάκου.


https://www.youtube.com/watch?v=UHUhV5JMmIg&list=RDUHUhV5JMmIg&start_radio=1