23/9/26

Όλα έγιναν μέσα στην ερημιά



 

Όλα έγιναν μέσα στην ερημιά.

Πάρκαραν σε μιαν άκρη του δρόμου, όλα γύρω ήταν σκοτεινά και ήσυχα, εκείνος έσβησε τη μηχανή και για λίγο έμειναν σιωπηλοί.

 

-Το ξέρεις πως σε θέλω, της είπε αυτός έπειτα.

 

Το είπε απλά και σιγανά, χωρίς να γυρίσει προς το μέρος της. Εκείνη δεν είπε τίποτα. Κοίταζε ανήσυχη έξω από το παράθυρο και σκέφτηκε, μήπως είχε βγει με κανέναν παρανοϊκό που σε λίγο θα την άρπαζε από τον λαιμό και θα την στραγγάλιζε. Ή μπορεί να έβγαζε από την τσέπη του ένα μαχαίρι και να την έσφαζε. Ή μπορεί να την έβγαζε με τη βία έξω από το αυτοκίνητο και να τη βίαζε στα έρημα χωράφια. Ή μπορεί να την πέταγε έξω στον χωματόδρομο και να έφευγε κι εκείνη θα έμενε ολομόναχη στην. σκοτεινιά και την ερημιά.

 

-Άκουσες τι σου είπα;

 

Κανένα φως πουθενά. Ούτε ένα σπίτι, ένα καλύβι, κάτι που να δηλώνει ανθρώπινη παρουσία. Ήταν φανερό πως είχε κακό σκοπό αυτός. Αφού την παίδεψε έναν ολόκληρο χρόνο, αποφάσισε ξαφνικά να τη βγάλει βόλτα με το αυτοκίνητό του. Εκείνη ενθουσιάστηκε. Φαντάστηκε δρόμους ολόφωτους, στα δεξιά μια θάλασσα ήσυχη, πλεούμενα να λικνίζονται στα ήσυχα νερά, ταβέρνες με κόσμο στις βεράντες και στις ταράτσες, μουσική, ωραίο κρασί, νόστιμα εδέσματα και πολλή κουβέντα. Ατέλειωτη κουβέντα. Με έναν ερωτισμό να ανταλλάσσεται μεταξύ τους, βλέμματα με νόημα, χαμόγελα.

 

Ήταν ενθουσιασμένη, όταν κατέβηκε στον δρόμο, όπου αυτός την περίμενε με αναμμένη  την μηχανή του αυτοκινήτου του. Άρχισαν αμέσως την φλυαρία, δηλαδή αυτή μιλούσε κυρίως, εκείνος άκουγε και ενδιάμεσα έλεγε κάτι, γελούσαν, χαμογελούσαν, όλα ήταν πολύ όμορφα.

 

Αλλά η διαδρομή ήταν διαφορετική από αυτήν που εκείνη περίμενε. Τράβηξαν προς τα βόρεια της Αττικής, πέρασαν προάστεια, έστριψαν σε δρόμους άγνωστους, τα σπίτια λιγόστευαν, οι άνθρωποι αραίωναν, ο ήλιος είχε δύσει προ πολλού. Μπήκαν σε κάτι χωματόδρομους, το αυτοκίνητο κάθε τόσο τρανταζόταν κι εκείνη σταμάτησε να μιλά.

 

Εκείνος πάρκαρε σε μιαν άκρη του δρόμου και της είπε απλά:

 

-Το ξέρεις πως σε θέλω.

 

-Πάμε να φύγουμε από δω, του είπε απότομα.

 

Εκείνος έκανε μια κίνηση να της πιάσει το χέρι. Αυτή το τράβηξε απότομα.

 

-Μη μ’ αγγίζεις!

-Μα τι έπαθες ξαφνικά;

-Γιατί μ’ έφερες σ’ αυτές τις ερημιές;

-Δεν ήθελες να μείνουμε μόνοι;

-Εδώ στην ερημιά; Όχι!

-Φοβάσαι;

-Ναι. Πάμε πίσω, εκεί που υπάρχει κόσμος, κίνηση. Δεν μ’ αρέσει που μ’  έφερες εδώ.

-Τουλάχιστον δώσε μου ένα φιλί.

-Πάμε να φύγουμε. Θα σε φιλήσω εκεί που θα έχει κόσμο.

 

Αυτός έκανε μια κίνηση να την φέρει κοντά του. Αυτή αντιστάθηκε. Ακολούθησαν κάποια λεπτά σιωπηλής πάλης, εκείνη αμυνόταν, αυτός επιθετικός.

 

Στην απελπισία της προσπάθησε να ανοίξει την πόρτα και να βγει έξω. Ήταν κλειδωμένη. Ένιωσε τρόμο.

 

-Ξεκλείδωσε την πόρτα! του φώναξε, ενώ αυτός ακόμα πάλευε να την φέρει κοντά του.

 

-Μα γιατί αντιστέκεσαι; Εσύ δεν ήθελες, εσύ δεν με τρέλανες με τα μηνύματά σου, τα τηλεφωνήματά σου ότι ήθελες να βρεθούμε;

 

-Στις ερημιές; Όχι, εγώ ήθελα να βρεθούμε ανάμεσα σε κόσμο. Δεν σε γνωρίζω. Ποιος είσαι; Δεν ξέρω καν πού μένεις, λες πως είσαι  συγγραφέας, είναι δουλειά αυτή; Ζεις από τα βιβλία σου; Ποιος είσαι; Δεν σε ξέρω!

 

-Με ήθελες όμως, όποιος κι αν ήμουν.

-Άνοιξε την πόρτα!

 

Αυτός ξεκλείδωσε την πόρτα κι εκείνη πετάχτηκε έξω. Κοίταξε γύρω της, σκοτάδι κι ερημιά. Άρχισε να τρέχει μέσα στα χωράφια, χωρίς να ξέρει πού πήγαινε.

 

Ο άλλος έβαλε μπροστά τη μηχανή κι έφυγε.

 

Ολομόναχη σε ένα σκοτεινό, άγνωστο μέρος. Προχωρούσε μέσα στα χωράφια, πήγαινε στο πουθενά. Δεν μπορεί, κάπου θα βγάζει αυτός ο τόπος, σκεφτόταν μέσα στην αγωνία της.

 

Τελικά ξαναβρέθηκε στον χωματόδρομο.

Δεξιά ή αριστερά; αναρωτήθηκε. Κοίταξε με προσοχή προς τις δύο κατευθύνσεις. Αριστερά είδε ένα αμυδρό φως στον ορίζονται. Αριστερά, αποφάσισε.

Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Φοβόταν, φοβόταν πολύ.

 

Πώς πήγαν έτσι στραβά τα πράγματα;

Μα ασφαλώς φταίει κι αυτή η ηλίθια που φαντάστηκε ρομαντικό ραντεβού με έναν άγνωστο. Τι ήξερε γι’ αυτόν ; Σχεδόν τίποτα. Μιλούσαν στο μέσεντζερ, είχε ωραία, ήσυχη φωνή, της άρεσε, ακουγόταν λογικός, στοχαστικός, μετρημένος. Και ερωτικός. Πολύ ερωτικός.

 

Συγγραφέας δήλωνε. Είχε εκδώσει ένα βιβλίο, εκείνη φυσικά το αγόρασε, το διάβασε, έμεινε σκεφτική. Μια αστυνομική ιστορία ήταν, είχε πλοκή, είχε ενδιαφέρον, εντάξει, όχι και κανένα αριστούργημα, πάντως καλό ήταν.

 

Επίσης δήλωνε χωρισμένος. Δηλαδή ελεύθερος για σχέση.

 

-Έχεις όμορφα μάτια, της είπε μια μέρα που μιλούσαν στο μέσεντζερ.

 

-Κι εσύ, του απάντησε.

 

Χαμογέλασαν.

 

-Θέλεις να βρεθούμε από κοντά;

-Ναι.

 

Ήρθε με το αυτοκίνητό του, την πήρε, ξεκίνησαν προς τα βόρεια προάστεια.

 

-Είσαι πολύ όμορφος, του είπε.

 

Τέτοια ήταν πάντα αυτή. Της άρεσε να φλερτάρει τους άντρες. Να μην τους δίνει περιθώρια να την φλερτάρουν αυτοί. Όταν την φλέρταραν, ένιωθε άβολα, ένιωθε κάπως σαν λεία, σαν λάφυρο. Όχι, η λεία ήταν αυτοί. Το λάφυρο ήταν αυτοί. Το απολάμβανε.

 

Τώρα μέσα σ’ αυτή την ερημιά και το σκοτάδι δεν το απολάμβανε καθόλου. Αυτή ήταν η λεία, το άγριο ζώο που αντιστεκόταν στις ορέξεις του. Κι εκείνος την πέταξε έξω.

 

Κάπου από μακριά έφτασαν στα αφτιά της γρυλλίσματα. Τσακάλια ήταν, λύκοι ήταν, αλεπούδες, σκύλοι, ιδέα δεν είχε. Περπατούσε στον χωματόδρομο και σκεφτόταν τι θα έκανε, αν της ορμούσε κανένα αγρίμι. Έψαξε στην τσάντα της, βρήκε το σουγιαδάκι που είχε πάντα μαζί της για καλό και για κακό. Τι να μου κάνει ένα σουγιαδάκι, σκέφτηκε. Το κράτησε πάντως στο χέρι της έτοιμο, αν χρειαζόταν.

 

Αν βγω ζωντανή από αυτή την ιστορία, θα τον ξεσκίσω, θα τον κάνω κομμάτια, σκεφτόταν, καθώς προχωρούσε βιαστικά. Μόνο να βγω ζωντανή.

 

Κάποια στιγμή διέκρινε τα φώτα ενός αυτοκινήτου που ερχόταν από απέναντι. Άνθρωπος! Σκέφτηκε με ανακούφιση, μετά όμως ταλαντεύτηκε. Κι αν ήταν κανένας κακοποιός; Ποιος λογικός άνθρωπος τριγυρίζει τη νύχτα στις ερημιές; 

 

Στάθηκε στην άκρη του δρόμου αναποφάσιστη.

 

Το αυτοκίνητο πλησίασε και σταμάτησε μπροστά της.

 

-Θα μπεις μέσα ή προτιμάς να τριγυρνάς στα χωράφια;

 

Ήταν πάλι αυτός.

Στάθηκε αμίλητη και έκανε λογαριασμούς στο μυαλό της. Μπερδεμένους λογαριασμούς όμως, άκρη δεν έβγαζε.

 

Αυτός βγήκε από το αυτοκίνητο και την πλησίασε.

 

-Δεν θα σου κάνω κακό, της είπε ήσυχα. Ήθελα μόνο να σε φιλήσω.

 

Με μια αυθόρμητη, ασυλλόγιστη κίνηση τον τράβηξε κοντά της και τον φίλησε στο στόμα. Έμειναν έτσι να φιλιούνται αρκετή ώρα, ενώ τα τσακάλια ή κάποια άλλα αγρίμια συνέχιζαν να γρυλλίζουν κάπου μακριά.

 

Τον πήρε ύστερα από το χέρι και κατέβηκαν στο διπλανό χωράφι.

 

Αργότερα στο αυτοκίνητο, αυτή έφτιαξε τα μαλλιά της, πέρασε με κραγιόν τα χείλη της, τίναξε από πάνω της τα ξερόχορτα.

 

Καθάρισε κι αυτός τα μαλλιά του από τα ξερόχορτα.

 

-Μου άρεσε, είπε αυτή.

-Μα πώς φαντάστηκες ότι θα σου έκανα κακό;

 

Εκείνη έμεινε σιωπηλή.

Αυτός έβαλε μπροστά τη μηχανή και ξεκίνησαν.

 

Σε λίγο έφτασαν στα φώτα και στην κίνηση.

 

-Και τώρα θα σ’ αφήσω εδώ, της είπε.

-Δεν θα με πας σπίτι μου;

-Όχι. Να πάρεις ταξί να πας. Εδώ πάντως δεν κινδυνεύεις.

-Με εκδικείσαι;

-Ναι.

 

Αυτή έμεινε για λίγο σιωπηλή.

Μετά έβγαλε από την τσάντα της το σουγιαδάκι και με μια γρήγορη κίνηση το κάρφωσε στο μπράτσο του. Αυτός άφησε μια κραυγή πόνου, ενώ εκείνη έβγαινε από το αυτοκίνητο.

 

Λίγες μέρες αργότερα του τηλεφώνησε:

-Είσαι καλά; Δεν σε κάρφωσα βαθιά.

-Καλά είμαι. Θέλεις να βγούμε απόψε;

-Πού θα με πας;

-Ξέρω μια ερημική παραλία γεμάτη βράχια. Κανείς δεν πατά εκεί πέρα.

 

22/9/26

Η ευτυχία είναι μια σκέψη

 

Η ευτυχία, να ξέρετε,


είναι μια σκέψη μόνο


γλυκιά σαν μέλι


που σε μελώνει ολόκληρο.


 

Βουλιάζεις μες στο μέλι


ευτυχισμένος


και ανύποπτος


και από πάνω


η επιφάνεια κλείνει


κι εσύ χωρίς αναπνοή


πεθαίνεις


μες στο μέλι.


 

Και είναι μόνο


μια σκέψη,


μια σκέψη μόνο


αλλά τόσο πολύ θανατηφόρα.




19/9/26

Απόσπασμα από το ανέκδοτο μυθιστόρημά μου "Η σέχτα των Φωτισμένων Πιστών"

 



-Σε θέλω πολύ, μουρμούρισε. Άνοιξε τα πόδια σου.

 

Υπάκουσα.

 

-Γιατί το κάνουμε αυτό; Δεν έχει νόημα, είπα. Με θέλετε και σας θέλω. Γιατί τυραννιόμαστε;

 

-Επειδή η ζωή είναι τυραννία, δεν είναι παιχνίδι. Σου τα έχω εξηγήσει αυτά. Συμπλέουμε αυτή τη στιγμή με την Ανώτερη Βούληση που ζητά από μας τη Στέρηση. Δεν ικανοποιούμε την επιθυμία μας.

 

-Θα έπρεπε τότε να μένουμε και νηστικοί, είπα.

 

-Κάποιοι από μας το κάνουν. Είναι πολύ φανατισμένοι αυτοί. Εγώ είμαι πιο μετριοπαθής.

 

-Και τι γίνεται με τους παντρεμένους  Φωτισμένους Πιστούς; Δεν κάνουν παιδιά αυτοί;

 

-Ο γάμος στους Φωτισμένους Πιστούς είναι λευκός. Μπορούμε όμως να υιοθετούμε παιδιά.

 

Εδώ λοιπόν επρόκειτο για πολύ σκληρή σέχτα, δεν το είχα πάρει είδηση τόσο καιρό.

 

-Υπάρχουν βέβαια και οι αδύναμοι που παρασύρονται σε μια στιγμή παραφοράς και ικανοποιούν τη σεξουαλική τους επιθυμία. Έρχονται συντετριμμένοι μετά στην εξομολόγηση και ζητούν εξιλέωση.

 

-Πείτε μου κι άλλα για την Εκκλησία σας.

 

-Θα τα μάθεις όλα σιγά-σιγά, Ελισάβετ, όταν θα έρθει η ώρα. Πρώτα όμως πρέπει να περάσεις τη δοκιμασία της Στέρησης. Πρέπει να μάθεις να την αντέχεις.

 

Με τη συζήτηση είχα κάπως ξεχαστεί και η επιθυμία μου είχε υποχωρήσει.  Πήγα να πω κάτι, αλλά με διέκοψε:

 

-Αρκετά μιλήσαμε. Τώρα θα μείνουμε σιωπηλοί κοιτάζοντας ο ένας τον άλλον.

 

Αυτό ήταν πραγματική δοκιμασία. Τον είδα να καρφώνει το βλέμμα του πάνω μου. Η διέγερσή μου ανέβηκε κατακόρυφα. Στριφογύρισα στην πολυθρόνα ερεθισμένη.

 

-Προσπάθησε να μείνεις ακίνητη. Κοίταζέ με και βυθίσου σε αυτό που νιώθεις. Βίωσέ το.

 

Τον κοίταξα στα μάτια. Είδα πόσο πολύ με ποθούσε. Το πρόσωπό του έδειχνε απαθές, όμως το βλέμμα του έκαιγε. Με ποθούσε. Τον ποθούσα κι εγώ. Κοιταχτήκαμε με βαθιά ηδονή που έμοιαζε με οδύνη. Είχα τόσο δυνατό πόθο που ένιωσα να μουδιάζω.

 

Τι ήταν αυτό που αισθανόμουν; Δεν καταλάβαινα πια. Έμοιαζε με ευτυχία, αλλά είχε πόνο μέσα της. Τον κοίταζα και προσπαθούσα να ρουφήξω την εικόνα του, να τη βάλω μέσα μου. Κάποια στιγμή ένιωσα ότι είχα γίνει ένα μ’ αυτόν, ότι τον κρατούσα μέσα μου, ότι έτρεχε μέσα στο κορμί μου μαζί με το αίμα μου. Μια ηδονική αίσθηση με κατέκλυσε, σχεδόν με παρέλυσε. Έγλειψα τα χείλια μου και αφέθηκα να αιωρούμαι σε μια πρωτόγνωρη κατάσταση που με γέμισε γλύκα. Έμεινα έτσι πολλή ώρα.

 

-Ω, είναι κάτι μαγικό! Ψιθύρισα.



 

17/9/26

Ως πότε

 

Έτσι,


ξέρεις εσύ,


μ’ έριξες στα χώματα,


με αναποδογύρισες,


πάτησες στην πλάτη μου,


με κρατάς γερά.


 

Ξέρεις εσύ


πώς να το κάνεις.


 

Κι εγώ τι να σου πω


με το στόμα χωμένο στα χώματα.


 

Ως πότε, σκέφτομαι,


ως πότε.



Κάποτε θα γυρίσω ανάσκελα,


θα ανασηκωθώ


και τότε σαν θηρίο


θα σε κατασπαράξω


και όχι, όχι, όχι,


δεν θα σε λυπηθώ.



 

16/9/26

Τι να διαλέξω;

 

Τι να διαλέξω,


τις σκέψεις του θανάτου


ή το χαζοχαρούμενο όνειρο;


Πώς έμπλεξα έτσι


ανάμεσα στο ένα Τίποτα 


και στο άλλο…



14/9/26

Χρειάζομαι επειγόντως κάτι

 

Χρειάζομαι επειγόντως κάτι,


ένα μαστίγιο


ή ένα κουτί χάπια


ή ένα τραγούδι


ή ένα νεύμα


ή μια φανταστική ιστορία


ή ένα θάνατο.



Αντίδοτο

 

Το μόνο αντίδοτο


στην περίπτωσή μου


είναι η αίσθηση


της γελοιότητας.


 

Ανίσχυρο αντίδοτο.


Τα αποτελέσματα


πενιχρά.



12/9/26

Η ζωή συνεχίζεται

 

Ένα τέταρτο πριν τα μεσάνυχτα:


Η ζωή συνεχίζεται.


Κουτσαίνοντας.


Γελώντας.


Βρίζοντας.


Στέκεται αμήχανη συχνά.


Αναρωτιέται:


Και τώρα τι;



11/9/26

Κάτω Ιταλία, Σικελία: Παλέρμο (Ταξιδεύοντας στο εξωτερικό)

 

 




 

Τρίτο και τελευταίο ταξίδι μου στην Ιταλία.

 

Ό,τι έπαθα με την Τραπεζούντα το έπαθα κι εδώ. Να μαθαίνεις στο Πανεπιστήμιο για την Εκκλησία της Κεφαλούς και μετά από χρόνια να βρίσκεσαι μέσα στην εκκλησία της Κεφαλούς και να βλέπεις στην αψίδα το πανέμορφο ψηφιδωτό του βυζαντινού Παντοκράτορα!

 

Τσεφαλού λένε σήμερα αυτόν τον καθεδρικό ναό του Μονρεάλε που βρίσκεται λίγο έξω από το Παλέρμο και που τον παρήγγειλε ο Νορμανδός βασιλιάς Γουλιέλμος Β. Διαθέτει μια από τις μεγαλύτερες συλλογές ψηφιδωτών εσωτερικών χώρων στον κόσμο, όλες με βάση τον βυζαντινό ρυθμό.

 

Και μετά στο Παλέρμο, στο Palazzo Reale, το παλάτι των Νορμανδών, όπου παντού, όπου και να κοιτάξεις βλέπεις εκπληκτικά βυζαντινά ψηφιδωτά που σου υπενθυμίζουν ότι η  δύναμη της βυζαντινής τέχνης είχε εξαπλωθεί όχι μόνο στην Χερσόνησο του Αίμου και την Ρωσία αλλά και στην Δύση, σε ένα νορμανδικό βασίλειο.

 

Μαγεμένη τα κοίταζα όλα αυτά που είχα διδαχθεί στο Πανεπιστήμιο και τα είχα δει σε φωτογραφίες.

 

Και η Κεφαλού και το Palazzo Reale έχουν ενταχθεί στα Mνημεία της Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO.

 

Αλλά ήρθε η ώρα να διηγηθούμε το περιστατικό:

 

Στο Παλέρμο λοιπόν, μόλις είχε νυχτώσει, περπατούσαμε στους ωραίους, μεγάλους του δρόμους και η Πέπη είδε ένα μικρό σχετικά κατάστημα με καλλυντικά. Κάτι θυμήθηκε να αγοράσει και μπήκαμε μέσα. Ήδη ο μαγαζάτορας εξυπηρετούσε μια άλλη κυρία κι εμείς σταθήκαμε στην άκρη και περιμέναμε.

 

Κι εκεί που περιμέναμε, ανοίγει η πόρτα και μπαίνει μέσα ένας ψηλός, ωραίος, καλοντυμένος άντρας.  Ο μαγαζάτορας αφήνει την κυρία και πάει να εξυπηρετήσει τον κύριο. Ανταλλάσσουν κάποιες κουβέντες – τίποτα δεν καταλάβαμε με τα σισιλιάνικά τους - πολύ εξυπηρετικός ο μαγαζάτορας, μπαίνει σε ένα εσωτερικό δωματιάκι κι εμείς απέξω περιμέναμε.

 

Στρέφεται ο τύπος και μας ρίχνει μια εξεταστική ματιά. Ψυχρή και ανέκφραστη. Σαν να είχε μόλις βγει από τον «Νονό» του Κόπολα. Μόνο που αυτός εδώ ήταν γνήσιος, δεν έπαιζε ρόλο σε ταινία.

 

Ανατριχιάσαμε λίγο, διατηρήσαμε πάντως την ηλίθια έκφραση του τουρίστα. Αυτός κατάλαβε ότι ήμασταν ακίνδυνες και μας γύρισε την πλάτη. Εμείς μαρμαρωμένες.

 

Βγήκε σε λίγο ο μαγαζάτορας από το δωματιάκι, υποχρεωτικότατος απέναντι στον ψηλό, κάτι του έδωσε, κάτι πήρε ο ψηλός, κάτι είπαν πάλι στα σισιλιάνικα, λίγες κουβέντες και βιαστικές και έφυγε ο μαφιόζος.

 

Και πήραμε κι εμείς την κανονική μας έκφραση.

 

Χαμός πρέπει να γίνεται εκεί πέρα.



9/9/26

Ιλιάδα, Ζ, στίχοι 369 – 496: Έκτωρ και Ανδρομάχη

 

 






Μετέφερα στα νέα ελληνικά την συνάντηση του Έκτορα με την Ανδρομάχη, όπως τη διαβάζουμε στον Όμηρο, όμως λίγο πιο ελεύθερα νομίζω και συνειδητά παραλείποντας αρκετά κοσμητικά επίθετα που στο πρωτότυπο έχουν την χάρη τους, αλλά στα νέα ελληνικά μάλλον την χάνουν.

 

*

Λίγο πριν βγει ο Έκτορας ξανά στη μάχη,

πέρασε απ’ το σπίτι του,

όμως δεν βρήκε εκεί την όμορφη γυναίκα του.

Η Ανδρομάχη μαζί με το παιδί τους

και την παραμάνα του

στον Πύργο των τειχών είχε πάει

κι εκεί στεκόταν κλαίγοντας.

 

«Για πείτε μου, θεράπαινες»

ρώτησε ο Έκτορας τις δούλες του,

«πού είναι η γυναίκα μου;

Πήγε σε κάποια συννυφάδα της,

σε κάποια αντράδελφη

ή μήπως πήγε στον ναό της Αθηνάς,

όπου οι γυναίκες μας παρακαλούν

τη φοβερή θεά να λυπηθεί την πόλη μας;»

 

Του λέει τότε η οικονόμα του:

«Όχι, Έκτορα, ούτε σε συννυφάδα πήγε

ούτε σε αντράδελφη ούτε και στον ναό.

Στον πύργο τον μεγάλο του Ιλίου

έτρεξε κι ανέβηκε,

γιατί άκουσε ότι οι Αχαιοί νικούν στη μάχη

κι ότι δικοί μας δύσκολα τα βγάζουν πέρα.

Κι έτρεξε τρελαμένη από την αγωνία στο τείχος

μαζί με το μωρό σας και την παραμάνα του».

 

Έφυγε βιαστικός ο Έκτορας,

τρεχάτος πέρασε της πόλης του

τους δρόμους τους καλοστρωμένους

κι έφτασε ως τις πύλες,

Σκαιές Πύλες, έτσι τις έλεγαν,

από όπου θα ορμούσε

κάτω στην πεδιάδα.

 

Και βλέπει τότε τη γυναίκα του Ανδρομάχη

να τρέχει προς το μέρος του,

την Ανδρομάχη, κόρη του μεγαλόκαρδου Ηετίωνα

που κατοικούσε στους πρόποδες

της δασωμένης Πλάκου,

στην πόλη Θήσβη,

των Κιλίκων βασιλιάς.

 

Πλησίασε η Ανδρομάχη,

μαζί και η παραμάνα

έχοντας το μωρό τους αγκαλιά,

ένα μωρό αθώο που έλαμπε σαν αστέρι.

Ο Έκτορας Σκαμάνδριο το είχε ονοματίσει,

οι Τρώες όμως το λέγαν Αστυάνακτα

για να τιμήσουν τον πατέρα του

που έσωζε την πόλη.

 

Το είδε ο πατέρας του

και χαμογέλασε σιωπηλά.

 

Η Ανδρομάχη στάθηκε στο πλάι του,

πήρε το χέρι του στο χέρι της

και κλαίγοντας του είπε:

 

Αγαπημένε μου, η δύναμή σου θα σε καταστρέψει

και δεν λυπάσαι το μωρό παιδί μας

ούτε την άτυχη εμένα

που σύντομα θα γίνω χήρα σου,

γιατί κοντά είναι η ώρα που θα σε σκοτώσουν

ορμώντας κατά πάνω σου όλοι οι Αχαιοί.

Καλύτερα θα’ ναι για μένα τότε, αν σε χάσω,

κάτω απ’ το χώμα να βρεθώ,

γιατί άλλη στοργή δεν θά’ βρω από κανέναν,

μονάχα λύπες, αν σκοτωθείς εσύ.

Ούτε πατέρα έχω ούτε μάνα.

Θανάτωσε ο Αχιλλέας τον πατέρα μου,

τη Θήβη με τις ψηλές της πύλες,

την όμορφη πόλη των Κιλίκων, την κατέστρεψε.

Τον Ηετίωνα τον σκότωσε, όμως δεν τον εσύλησε,

δεν το άντεχε η συνείδησή του.

Τον έβαλε πάνω στην πυρά

μαζί με τα λαμπρά του όπλα

κι έφτιαξε έπειτα πάνω από τη στάχτη του μνημείο

και γύρω φύτεψαν φτελιές

οι νύμφες των βουνών, κόρες του Δία.

Εφτά αδελφούς είχα στα ανάκτορα.

Στον Άδη κατεβήκαν και οι εφτά,

γιατί τους σκότωσε ο Αχιλλέας,

όταν βοσκούσαν τα βόδια και τα πρόβατά τους.

Κι η μάνα μου που ήταν η βασίλισσα της Θήβης,

εκεί, κάτω από τη δασωμένη Πλάκο,

εδώ την έφερε μαζί με τα άλλα λάφυρα,

αλλά μετά την ελευθέρωσε

παίρνοντας πλούσια λύτρα.

Αρρώστησε όμως ύστερα και πέθανε στα πατρικά της μέγαρα.

Έκτορα, εσύ είσαι τώρα η μάνα κι ο πατέρας μου,

εσύ είσαι ο αδελφός μου κι ο τρυφερός μου σύζυγος.

Λυπήσου μας, σε ικετεύω, και μείνε εδώ στον Πύργο,

μην κάνεις ορφανό το γιο σου και χήρα σου εμένα.

Και στήσε το στρατό στην αγριοσυκιά,

εκεί που η πόλη μας είναι πολύ αδύναμη

και εύκολα το τείχος μας πατιέται.

Τρεις φορές ήρθαν και προσπάθησαν

οι άριστοι των Αχαιών

μαζί με τους δυο Αίαντες και τον γενναίο Ιδομενέα

και με τους δυο Ατρείδες και τον ατρόμητο γιο του Τυδέα.

Ή κάποιος μάντης εξαιρετικός τούς το αποκάλυψε

ή η ορμή τους τούς ξεσηκώνει και τους παρακινεί.

 

Στην Ανδρομάχη απάντησε ο μέγας και γενναίος Έκτορας:

 

Κι εγώ για όλα τούτα νοιάζομαι, γυναίκα μου.

Όμως τους Τρώες και τις Τρωαδίτισσες τούς ντρέπομαι,

αν σαν δειλός τον πόλεμο αποφεύγω.

Και δεν μ’ αφήνει ούτε η ψυχή μου,

γιατί έμαθα να είμαι γενναίος πάντα

 και με τους Τρώες να μάχομαι πρώτος στη γραμμή,

να υπερασπίζομαι τη δόξα του πατέρα μου

και τη δική μου δόξα.

Όμως εγώ καλά το ξέρω

και μέσα στην καρδιά και στην ψυχή μου μέσα

πως θα’ ρθει η μέρα που θα χαθεί η Τροία η ιερή

και ο Πρίαμος και ο λαός του γενναίου Πριάμου.

Μα δεν στενοχωριέμαι τόσο για την καταστροφή

που θα’ ρθει για τους Τρώες,

για την Εκάβη και για τον αντρειωμένο Πρίαμο

ούτε για τα πολλά, ατρόμητα αδέλφια μου

που από τους εχθρούς νεκρά θα πέσουν μες στη σκόνη,

όσο πονά για σένα η ψυχή μου,

τότε που ένας ένοπλος Αχαιός

θα αφαιρέσει την ελευθερία σου

και θα σε οδηγήσει,

ενώ εσύ θα κλαις με μαύρο δάκρυ,

στο Άργος,

άλλης γυναίκας να υφαίνεις τον ιστό,

νερό να κουβαλάς από τη Μεσσηίδα

ή από την Υπέρεια πηγή χωρίς τη θέλησή σου

αλλά από σκληρή ανάγκη.

Και βλέποντας τα δάκρυά σου θα λέει ο κόσμος:

«Να, η γυναίκα του Έκτορα, του πρώτου

ανάμεσα στους Τρώες, τότε που μάχονταν γύρω από την Τροία».

Έτσι θα λένε κι εσύ καινούργιους πόνους θα πονάς,

γιατί δεν θα’ χεις άντρα να σε απαλλάξει

από τη δουλεία.

Αλλά καλύτερα νεκρό να με σκεπάσει ο τάφος,

προτού τον βόγκο σου ν’ ακούσω

και τη βίαιη απαγωγή σου.

 

Έτσι είπε ο μέγας Έκτορας

και άπλωσε τα χέρια στο παιδί του,

εκείνο όμως άφησε φωνή

και φοβισμένο κρύφτηκε

στην αγκαλιά της παραμάνας

βλέποντας να σαλεύει στην κορφή

του αστραφτερού του κράνους

η αλογίσια χαίτη.

Γέλασαν ο πατέρας κι η μητέρα του.

Κι ύστερα την περικεφαλαία του έβγαλε ο Έκτορας

και την απόθεσε στη γη.

Πήρε μετά το γιο του και τον φίλησε

και τον κανάκεψε

και προσευχήθηκε στο Δία και τους άλλους θεούς:

 

Δία κι εσείς οι άλλοι θεοί, ας γίνει με τη χάρη σας

ο γιος μου σαν κι εμένα ξεχωριστός ανάμεσα στους Τρώες,

το Ίλιο να κυβερνά με δύναμη και κύρος

κι όλοι να λένε:

«Πολύ καλύτερος είναι από τον πατέρα του αυτός»,

όταν γυρνώντας απ’ τον πόλεμο θα έχει μαζί του λάφυρα του εχθρού που σκότωσε. 

Και θα χαίρεται κι η μάνα του.

 

Αυτά είπε κι έδωσε στην αγαπημένη του γυναίκα το παιδί του.

Το πήρε εκείνη στη μυρωμένη αγκαλιά της

χαμογελώντας μες στα δάκρυά της.

Κι ο άντρας της την ένιωσε, πήρε το χέρι της στο χέρι του και είπε:

 

Καλή μου εσύ, τόσο πολύ μη μου στενοχωριέσαι.

Άντρας κανείς δεν πρόκειται στον Άδη να με στείλει,

αν αυτό δεν είναι το γραφτό μου.

Κανείς δεν ξέφυγε απ’ τη μοίρα του

από την ώρα που γεννήθηκε,

ούτε ο δειλός ούτε ο ατρόμητος.

Έλα λοιπόν, πήγαινε σπίτι και κάνε τη δουλειά σου

στον αργαλειό σου και στη ρόκα σου,

τις υπηρέτριές μας διάταζε να κάνουν τις δικές τους

κι άσε τον πόλεμο σε μας τους άντρες του Ιλίου

και πιο πολύ σε μένα.

 

Κι αφού αυτά της είπε, πήρε από κάτω ο Έκτορας την περικεφαλαία του.

Και η γυναίκα του έφυγε για το σπίτι

κλαίγοντας συνέχεια

και κάθε τόσο στρέφοντας το κεφάλι προς τα πίσω

για να τον δει.