Υπάρχει μια
γενική αντίληψη ότι οι ηλικιωμένοι άνθρωποι πρέπει να ζουν ήσυχα και
καθημερινά, μέσα σε μια ειρηνική ρουτίνα, να παίρνουν τα φάρμακά τους, να λένε
πέντε κουβέντες με το σύντροφό τους, να βλέπουν τηλεόραση και να κάθονται φρόνιμα
στο σπίτι τους. Έχουν εξάλλου κάθε
δικαίωμα να το κάνουν, έζησαν τα νιάτα τους, δούλεψαν, έφτιαξαν οικογένεια, ό,τι
συμβατικό απαιτεί η κοινωνία από τα μέλη της το έκαναν και τώρα κουρασμένοι από
τη ζωή μπορούν να απολαύσουν τα χρόνια που τους απομένουν μέσα στην ησυχία.
Οι
ηλικιωμένοι άνθρωποι δεν διαφωνούν με αυτή την αντίληψη. Παίρνουν τη σύνταξή
τους και αράζουν στον καναπέ. Η μια μέρα διαδέχεται την άλλη, τίποτα δεν
συμβαίνει, αλλά οι ίδιοι δεν το συνειδητοποιούν, γιατί χωρίς να το καταλαβαίνουν
ζουν τώρα μέσα από τις ζωές των άλλων, των παιδιών τους και των εγγονιών τους.
Ό,τι σπουδαίο και ενδιαφέρον γίνεται, αφορά τους απογόνους τους και οι ίδιοι με
πηγαία συναισθήματα αγάπης συμμετέχουν στις ζωές τους, χαίρονται, ανησυχούν,
νοιάζονται. Φυσικά μόνο με συναισθηματικό τρόπο επεμβαίνουν στις ξένες ζωές,
επειδή οι ξένες ζωές αφορούν άλλους και εκείνοι οι άλλοι είναι οι υπεύθυνοι να
λύσουν τα προσωπικά τους προβλήματα ή να αποφασίσουν τις όποιες αλλαγές στην
καθημερινότητά τους.
