9/9/26

Ιλιάδα, Ζ, στίχοι 369 – 496: Έκτωρ και Ανδρομάχη

 

 






Μετέφερα στα νέα ελληνικά την συνάντηση του Έκτορα με την Ανδρομάχη, όπως τη διαβάζουμε στον Όμηρο, όμως λίγο πιο ελεύθερα νομίζω και συνειδητά παραλείποντας αρκετά κοσμητικά επίθετα που στο πρωτότυπο έχουν την χάρη τους, αλλά στα νέα ελληνικά μάλλον την χάνουν.

 

*

Λίγο πριν βγει ο Έκτορας ξανά στη μάχη,

πέρασε απ’ το σπίτι του,

όμως δεν βρήκε εκεί την όμορφη γυναίκα του.

Η Ανδρομάχη μαζί με το παιδί τους

και την παραμάνα του

στον Πύργο των τειχών είχε πάει

κι εκεί στεκόταν κλαίγοντας.

 

«Για πείτε μου, θεράπαινες»

ρώτησε ο Έκτορας τις δούλες του,

«πού είναι η γυναίκα μου;

Πήγε σε κάποια συννυφάδα της,

σε κάποια αντράδελφη

ή μήπως πήγε στον ναό της Αθηνάς,

όπου οι γυναίκες μας παρακαλούν

τη φοβερή θεά να λυπηθεί την πόλη μας;»

 

Του λέει τότε η οικονόμα του:

«Όχι, Έκτορα, ούτε σε συννυφάδα πήγε

ούτε σε αντράδελφη ούτε και στον ναό.

Στον πύργο τον μεγάλο του Ιλίου

έτρεξε κι ανέβηκε,

γιατί άκουσε ότι οι Αχαιοί νικούν στη μάχη

κι ότι δικοί μας δύσκολα τα βγάζουν πέρα.

Κι έτρεξε τρελαμένη από την αγωνία στο τείχος

μαζί με το μωρό σας και την παραμάνα του».

 

Έφυγε βιαστικός ο Έκτορας,

τρεχάτος πέρασε της πόλης του

τους δρόμους τους καλοστρωμένους

κι έφτασε ως τις πύλες,

Σκαιές Πύλες, έτσι τις έλεγαν,

από όπου θα ορμούσε

κάτω στην πεδιάδα.

 

Και βλέπει τότε τη γυναίκα του Ανδρομάχη

να τρέχει προς το μέρος του,

την Ανδρομάχη, κόρη του μεγαλόκαρδου Ηετίωνα

που κατοικούσε στους πρόποδες

της δασωμένης Πλάκου,

στην πόλη Θήσβη,

των Κιλίκων βασιλιάς.

 

Πλησίασε η Ανδρομάχη,

μαζί και η παραμάνα

έχοντας το μωρό τους αγκαλιά,

ένα μωρό αθώο που έλαμπε σαν αστέρι.

Ο Έκτορας Σκαμάνδριο το είχε ονοματίσει,

οι Τρώες όμως το λέγαν Αστυάνακτα

για να τιμήσουν τον πατέρα του

που έσωζε την πόλη.

 

Το είδε ο πατέρας του

και χαμογέλασε σιωπηλά.

 

Η Ανδρομάχη στάθηκε στο πλάι του,

πήρε το χέρι του στο χέρι της

και κλαίγοντας του είπε:

 

Αγαπημένε μου, η δύναμή σου θα σε καταστρέψει

και δεν λυπάσαι το μωρό παιδί μας

ούτε την άτυχη εμένα

που σύντομα θα γίνω χήρα σου,

γιατί κοντά είναι η ώρα που θα σε σκοτώσουν

ορμώντας κατά πάνω σου όλοι οι Αχαιοί.

Καλύτερα θα’ ναι για μένα τότε, αν σε χάσω,

κάτω απ’ το χώμα να βρεθώ,

γιατί άλλη στοργή δεν θά’ βρω από κανέναν,

μονάχα λύπες, αν σκοτωθείς εσύ.

Ούτε πατέρα έχω ούτε μάνα.

Θανάτωσε ο Αχιλλέας τον πατέρα μου,

τη Θήβη με τις ψηλές της πύλες,

την όμορφη πόλη των Κιλίκων, την κατέστρεψε.

Τον Ηετίωνα τον σκότωσε, όμως δεν τον εσύλησε,

δεν το άντεχε η συνείδησή του.

Τον έβαλε πάνω στην πυρά

μαζί με τα λαμπρά του όπλα

κι έφτιαξε έπειτα πάνω από τη στάχτη του μνημείο

και γύρω φύτεψαν φτελιές

οι νύμφες των βουνών, κόρες του Δία.

Εφτά αδελφούς είχα στα ανάκτορα.

Στον Άδη κατεβήκαν και οι εφτά,

γιατί τους σκότωσε ο Αχιλλέας,

όταν βοσκούσαν τα βόδια και τα πρόβατά τους.

Κι η μάνα μου που ήταν η βασίλισσα της Θήβης,

εκεί, κάτω από τη δασωμένη Πλάκο,

εδώ την έφερε μαζί με τα άλλα λάφυρα,

αλλά μετά την ελευθέρωσε

παίρνοντας πλούσια λύτρα.

Αρρώστησε όμως ύστερα και πέθανε στα πατρικά της μέγαρα.

Έκτορα, εσύ είσαι τώρα η μάνα κι ο πατέρας μου,

εσύ είσαι ο αδελφός μου κι ο τρυφερός μου σύζυγος.

Λυπήσου μας, σε ικετεύω, και μείνε εδώ στον Πύργο,

μην κάνεις ορφανό το γιο σου και χήρα σου εμένα.

Και στήσε το στρατό στην αγριοσυκιά,

εκεί που η πόλη μας είναι πολύ αδύναμη

και εύκολα το τείχος μας πατιέται.

Τρεις φορές ήρθαν και προσπάθησαν

οι άριστοι των Αχαιών

μαζί με τους δυο Αίαντες και τον γενναίο Ιδομενέα

και με τους δυο Ατρείδες και τον ατρόμητο γιο του Τυδέα.

Ή κάποιος μάντης εξαιρετικός τούς το αποκάλυψε

ή η ορμή τους τούς ξεσηκώνει και τους παρακινεί.

 

Στην Ανδρομάχη απάντησε ο μέγας και γενναίος Έκτορας:

 

Κι εγώ για όλα τούτα νοιάζομαι, γυναίκα μου.

Όμως τους Τρώες και τις Τρωαδίτισσες τούς ντρέπομαι,

αν σαν δειλός τον πόλεμο αποφεύγω.

Και δεν μ’ αφήνει ούτε η ψυχή μου,

γιατί έμαθα να είμαι γενναίος πάντα

 και με τους Τρώες να μάχομαι πρώτος στη γραμμή,

να υπερασπίζομαι τη δόξα του πατέρα μου

και τη δική μου δόξα.

Όμως εγώ καλά το ξέρω

και μέσα στην καρδιά και στην ψυχή μου μέσα

πως θα’ ρθει η μέρα που θα χαθεί η Τροία η ιερή

και ο Πρίαμος και ο λαός του γενναίου Πριάμου.

Μα δεν στενοχωριέμαι τόσο για την καταστροφή

που θα’ ρθει για τους Τρώες,

για την Εκάβη και για τον αντρειωμένο Πρίαμο

ούτε για τα πολλά, ατρόμητα αδέλφια μου

που από τους εχθρούς νεκρά θα πέσουν μες στη σκόνη,

όσο πονά για σένα η ψυχή μου,

τότε που ένας ένοπλος Αχαιός

θα αφαιρέσει την ελευθερία σου

και θα σε οδηγήσει,

ενώ εσύ θα κλαις με μαύρο δάκρυ,

στο Άργος,

άλλης γυναίκας να υφαίνεις τον ιστό,

νερό να κουβαλάς από τη Μεσσηίδα

ή από την Υπέρεια πηγή χωρίς τη θέλησή σου

αλλά από σκληρή ανάγκη.

Και βλέποντας τα δάκρυά σου θα λέει ο κόσμος:

«Να, η γυναίκα του Έκτορα, του πρώτου

ανάμεσα στους Τρώες, τότε που μάχονταν γύρω από την Τροία».

Έτσι θα λένε κι εσύ καινούργιους πόνους θα πονάς,

γιατί δεν θα’ χεις άντρα να σε απαλλάξει

από τη δουλεία.

Αλλά καλύτερα νεκρό να με σκεπάσει ο τάφος,

προτού τον βόγκο σου ν’ ακούσω

και τη βίαιη απαγωγή σου.

 

Έτσι είπε ο μέγας Έκτορας

και άπλωσε τα χέρια στο παιδί του,

εκείνο όμως άφησε φωνή

και φοβισμένο κρύφτηκε

στην αγκαλιά της παραμάνας

βλέποντας να σαλεύει στην κορφή

του αστραφτερού του κράνους

η αλογίσια χαίτη.

Γέλασαν ο πατέρας κι η μητέρα του.

Κι ύστερα την περικεφαλαία του έβγαλε ο Έκτορας

και την απόθεσε στη γη.

Πήρε μετά το γιο του και τον φίλησε

και τον κανάκεψε

και προσευχήθηκε στο Δία και τους άλλους θεούς:

 

Δία κι εσείς οι άλλοι θεοί, ας γίνει με τη χάρη σας

ο γιος μου σαν κι εμένα ξεχωριστός ανάμεσα στους Τρώες,

το Ίλιο να κυβερνά με δύναμη και κύρος

κι όλοι να λένε:

«Πολύ καλύτερος είναι από τον πατέρα του αυτός»,

όταν γυρνώντας απ’ τον πόλεμο θα έχει μαζί του λάφυρα του εχθρού που σκότωσε. 

Και θα χαίρεται κι η μάνα του.

 

Αυτά είπε κι έδωσε στην αγαπημένη του γυναίκα το παιδί του.

Το πήρε εκείνη στη μυρωμένη αγκαλιά της

χαμογελώντας μες στα δάκρυά της.

Κι ο άντρας της την ένιωσε, πήρε το χέρι της στο χέρι του και είπε:

 

Καλή μου εσύ, τόσο πολύ μη μου στενοχωριέσαι.

Άντρας κανείς δεν πρόκειται στον Άδη να με στείλει,

αν αυτό δεν είναι το γραφτό μου.

Κανείς δεν ξέφυγε απ’ τη μοίρα του

από την ώρα που γεννήθηκε,

ούτε ο δειλός ούτε ο ατρόμητος.

Έλα λοιπόν, πήγαινε σπίτι και κάνε τη δουλειά σου

στον αργαλειό σου και στη ρόκα σου,

τις υπηρέτριές μας διάταζε να κάνουν τις δικές τους

κι άσε τον πόλεμο σε μας τους άντρες του Ιλίου

και πιο πολύ σε μένα.

 

Κι αφού αυτά της είπε, πήρε από κάτω ο Έκτορας την περικεφαλαία του.

Και η γυναίκα του έφυγε για το σπίτι

κλαίγοντας συνέχεια

και κάθε τόσο στρέφοντας το κεφάλι προς τα πίσω

για να τον δει.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: