Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θέατρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θέατρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

3/12/16

Β. Κατσικονούρη: «Καγκουρό». Μια αφανής τραγωδία.






Η τραγωδία δεν είναι προνόμιο των βασιλιάδων. Δεν εκφέρεται πάντα με θρήνους και ολοφυρμούς. Δεν είναι πάντα περίοπτη. Δεν γίνεται πάντα θρύλος και παραμύθι για τις νεότερες γενιές. Μπορεί να συμβεί σε ταπεινούς ανθρώπους και να εκτυλιχθεί χαμηλόφωνα και ύπουλα. Μπορεί να είναι η αφανής τραγωδία της διπλανής πόρτας που θα περάσει στα ψιλά των εφημερίδων και σύντομα θα ξεχαστεί. Το τέλος όμως της τραγωδίας είναι σταθερά το ίδιο: θάνατος.

28/11/14

Β. Κατσικονούρη: «Οι Αγνοούμενοι» ή όταν το Χρέος μάς χτυπά την πόρτα






Στην εποχή μας η επιδίωξη της ατομικής ευτυχίας δεν είναι απλώς θεμιτή, είναι και κοινωνική επιταγή: όλοι έχουμε το δικαίωμα να είμαστε ευτυχισμένοι και μπορούμε να το επιδιώξουμε αυτό με κάθε τρόπο, χωρίς εννοείται να αδικήσουμε ή να ζημιώσουμε τον άλλον. Αν καταφέρουμε να είμαστε ευτυχείς μέσα στα πλαίσια που ορίζει ο νόμος και η κοινωνία, τότε έχουμε ολοκληρώσει το σκοπό, για τον οποίο – κατά πολλούς - έχουμε έρθει σ’ αυτόν τον κόσμο.

10/11/14

ΣΙΜΟΝ (απόσπασμα από τη δεύτερη πράξη)




Πρόσωπα: Σιμόν, Ιρένε, Ερνέστος.

(Η ΣΙΜΟΝ τής ρίχνει μια ματιά, μετά γυρνά πάλι στον ΕΡΝΕΣΤΟ):
Πάντως η μεγάλη ντίβα της εποχής  ήταν η Κάλας. Συνέχεια έγραφαν γι αυτήν οι εφημερίδες.
ΕΡΝΕΣΤΟΣ:
Α, η Κάλας!
ΣΙΜΟΝ:
Η μαμά τη μισούσε. Δεν μπορούσε να χωνέψει ότι είχε παραπετάξει τη μητέρα της.
(Παύση.)
ΣΙΜΟΝ:
Εμένα όμως μου άρεσε, με θάμπωνε η ζωή της, η δόξα της. Μόνο που δεν την είχα ακούσει ποτέ να τραγουδά.
ΙΡΕΝΕ  (από το βάθος):
Μισούσε τη μητέρα της!  Πώς είναι δυνατόν να μισεί κάποιος τη μητέρα του; Η Κάλας μέσα στη χλιδή και τα πλούτη και η μάνα της στην αφάνεια. Αχάριστη γυναίκα, άπονη!
(Παύση.)

16/5/14

"ΣΙΜΟΝ" Δελτίο τύπου





Έχετε κολλήσει πάνω μου σαν βαμπίρ και μου πίνετε το αίμα. Όταν φεύγω και σας αφήνω, εσείς τρελαίνεστε, χάνετε το σώμα σας και τρελαίνεστε, κρεμιέστε σαν νυχτερίδες ανάποδα από το ταβάνι και περιμένετε με αγωνία να γυρίσω. Όταν αργώ να γυρίσω, σας βρίσκω σχεδόν μισοπεθαμένους. Και πρέπει τότε να σας δώσω πάλι το αίμα μου για ν’ αρχίσετε να ζείτε ξανά, ν’ αφήσω τα κοφτερά δοντάκια σας να τρυπήσουν τη σάρκα μου, να με ρουφήξετε για να πάρετε ζωή.

Σ’ ένα σαλόνι διαδραματίζεται το θεατρικό ψυχογράφημα της Καίτης Βασιλάκου με τίτλο «Σιμόν». Ένα ψυχολογικό δράμα σε τρεις πράξεις με τέσσερα πρόσωπα που, παρότι ο χώρος δράσης τους τοποθετείται στην Αθήνα, έχουν σκοπίμως ξενικά ονόματα (Ερνέστος, Ιρένε, Σιμόν, Μόνα) για να τονιστεί το διαπολιτισμικό των συγκρούσεων που βιώνουν.
Η Σιμόν, μια μοναχική γυναίκα στη μέση ηλικία, κινείται σε ένα κλειστοφοβικό περιβάλλον μαζί με δυο απροσδιόριστες μορφές που την κρατούν δέσμια του παρελθόντος της, των λαθών, των ματαιώσεων και των φιλοδοξιών της. Ο εσωτερικός πόνος, οι ενοχές και η μοναχικότητα προκαλούν/αποζητούν την τιμωρία και τον σωματικό πόνο. Οι «πληγές», τα ψυχολογικά τραύματα την κρατούν δέσμια, όπως συχνά συμβαίνει στον ένα ή στον άλλο βαθμό στη ζωή όλων μας.
Η συγγραφέας, λοιπόν, επιτυγχάνει να αποδώσει με ένταση και διεισδυτικότητα όλες τις συναισθηματικές καταστάσεις, με τις οποίες αναμετράται η ηρωίδα. Πράγματι, διαβάζοντας το βιβλίο, ο αναγνώστης αφού σχηματίσει αβίαστα το σκηνικό και τις εικόνες στο μυαλό του, γίνεται νοερά θεατής μιας καλοζυγισμένης, πυκνής και, ταυτόχρονα, λιτής θεατρικής παράστασης που την παρακολουθεί από την πρώτη μέχρι την τελευταία στιγμή/ γραμμή με αμείωτο ενδιαφέρον.
Η Καίτη Βασιλάκου, η οποία έχει ήδη στο ενεργητικό της, μεταξύ των υπολοίπων βιβλίων της, μια ποιητική συλλογή και μια νουβέλα με τους παρεμφερείς τίτλους «Αγαπημένε μου ψυχίατρε»/«Αγαπημένε μου ψυχίατρε πες μου…», αποδεικνύει και με το παρόν θεατρικό έργο ότι, πέρα από την αναμφισβήτητη συγγραφική δεινότητα που διαθέτει, έχει εμβαθύνει και στα άδυτα της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης.
«Μ»

Η Καίτη Βασιλάκου σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και δίδαξε ως φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση. Mέχρι σήμερα έχουν κυκλοφορήσει πέντε βιβλία της που περιλαμβάνουν ποιήματα, διηγήματα και μια νουβέλα.
Έργο εξωφύλλου: Ηρώ Νικοπούλου, εκδ. «Mανδραγόρας», Αθήνα 2014, σελ. 127
 

14/5/14

ΣΙΜΟΝ: ένα απόσπασμα από την πρώτη πράξη









Ιρένε:
-Πρέπει να τηρούμε τις Αρχές μας, Σιμόν. Εσύ η ίδια το έχεις παραδεχτεί.
Σιμόν:
-Βλακείες.
Ιρένε:
-Αμέτρητες φορές μ’ έχεις παρακαλέσει να είμαι κοντά σου, να σε παρακολουθώ, να μη σ’ αφήσω πάλι να γλιστρήσεις στα γνωστά σου λάθη. Είμαι συνεπής, Σιμόν, εγώ. Σε παρακολουθώ. Προσέχω να μην ξεστρατίσεις, θέλω να προλάβω την παρεκτροπή.
Παύση.
Η Σιμόν κοιτάζει αφηρημένα απέναντι.
Ιρένε:
-Κι εσύ σήμερα ήσουν άταχτη, έκανες πάλι τα δικά σου. Ήθελες να βγεις. Κι έκανες και βρόμικες σκέψεις.
Σιμόν:
-Μπορώ να σκέφτομαι ό,τι θέλω.
Ιρένε:
-Και σκέφτηκες να κάνεις κι ένα βρόμικο τηλεφώνημα.
Σιμόν:
-Θα το κάνω αύριο.
Ιρένε:
-Τίποτα δεν θα κάνεις αύριο.
Σιμόν:
-Θα κάνω ό,τι θέλω. Αν θέλω, θα τηλεφωνήσω. Αν δεν θέλω, δεν θα τηλεφωνήσω. Ό,τι μ’ αρέσει θα κάνω.
Ιρένε:
-Δεν είναι καθόλου έτσι τα πράγματα, καθόλου.
Σιμόν:
-Κι εσύ είσαι ένα τίποτα.

12/5/14

"Σιμόν"





Μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μανδραγόρας το θεατρικό έργο μου «Σιμόν».

Από το οπισθόφυλλο:

«Μάτια παντού. Δεν τα βλέπεις, αλλά τα νιώθεις. Ξέρεις πως σε παρακολουθούν. Δεν είναι καθόλου ευχάριστη υπόθεση τα μάτια. Παρακολουθούν την κάθε σου κίνηση, την έκφραση του προσώπου σου, πώς περπατάς, πώς κάθεσαι, πώς ανάβεις το τσιγάρο σου. Κι εσύ πρέπει να δείχνεις φυσική. Αλλά πώς να δείχνεις φυσική, όταν είσαι συνέχεια μόνη και όλοι αυτοί το ξέρουν;»

Ένα ψυχολογικό δράμα σε τρεις πράξεις με τέσσερα πρόσωπα. Οι οικογενειακές σχέσεις, οι γονεϊκές φιλοδοξίες, οι ενοχές, η μοναχικότητα, ο εσωτερικός πόνος, ο σωματικός πόνος, πληγές και παγίδες που κρατούν τους ήρωες δέσμιους σε ολόκληρη τη ζωή τους, όπως συμβαίνει στον ένα ή στον άλλο βαθμό στη ζωή του καθένα μας.

17/11/12

"Γαλιλαίος". Με τον Άγγελο Αντωνόπουλο



Στο θέατρο έχω σταματήσει να πηγαίνω τα τελευταία χρόνια. Δεν αντέχω τις τσιρίδες, το κακό στήσιμο των ηθοποιών και την προβληματική υποκριτική τους απόδοση. Δέκα λεπτά αφότου έχει ξεκινήσει η παράσταση, πιάνω τον εαυτό μου να σκέφτεται το διάλειμμα. Παρακολουθώ τα δρώμενα με υπομονή, αλλά παραμένω ο εαυτός μου, με άλλα λόγια το έργο δεν μπορεί να με απογειώσει.

Έτυχε μάλιστα να δω πριν κάποια χρόνια την ταινία του Λουί Μαλ «Ο Βάνια στο Μπροντγουέι», όπου μέσα στην υπόθεση παρεμβάλλονταν οι πρόβες που έκαναν οι ηθοποιοί για το ανέβασμα του ομώνυμου έργου και έμεινα ενεή. Οι άνθρωποι ήξεραν πώς να παίξουν θέατρο. Ήξεραν πώς να παίξουν Τσέχωφ. Κατόπιν τούτου αποφάσισα ότι έχανα την ώρα μου παρακολουθώντας ελληνικό θέατρο και σταμάτησα να πηγαίνω.

Κι όμως, έχουμε καλούς ηθοποιούς. Πώς γίνεται να μην μπορούν να αναπτύξουν το ταλέντο τους πάνω στη σκηνή; Η εξήγηση που έχω πρόχειρη είναι ότι συμμορφώνονται με μια στρεβλή παράδοση του θεάτρου μας που θέλει τους ηθοποιούς να στήνονται αφύσικα και να παίζουν το ρόλο τους με υπερβολικό τρόπο, ώστε να κινούν το ενδιαφέρον των θεατών που θέλουν να δουν κάτι που δεν είναι ίδιο με την καθημερινότητά τους.

30/4/12

Ηθοποιός σημαίνει φως: Ελένη Παπαδάκη



Η Ελένη Παπαδάκη υπήρξε μια μεγάλη ηθοποιός, εφάμιλλη της Κυβέλης και της Μαρίκας Κοτοπούλη. Αλλά, μολονότι ακούμε και διαβάζουμε συχνά γι αυτά τα δύο ιερά τέρατα του ελληνικού θεάτρου, για την Παπαδάκη σπάνια ακούμε καμιά κουβέντα. Η Ιστορία, όταν είναι να αναφέρει το όνομά της, δαγκώνει τη γλώσσα της. Σιωπή. Καλύτερα να ξεχαστεί αυτή η θεατρίνα που μας θυμίζει τις ντροπές και τα λάθη του παρελθόντος μας, την τύφλωση, το φθόνο και το φανατισμό μιας σκληρής εποχής.

Ο περισσότερος κόσμος δεν έχει ακούσει ποτέ το όνομά της, ενώ ακούει ταχτικά τα ονόματα της Κατίνας Παξινού, της Βάσως Μανωλίδου, της Έλλης Λαμπέτη, της Μελίνας Μερκούρη. Σπουδαίες ηθοποιοί όλες τους και κυρίως τυχερές, εφόσον το άστρο τους δεν έσβησε με το θάνατό τους, αλλά εξακολουθεί να λάμπει στη συλλογική μας μνήμη. Αλλά η Ελένη Παπαδάκη ξεχάστηκε, επειδή υπήρξε άτυχη και θα δούμε γιατί.

25/11/10

Ο φόβος μπροστά στο νέο

Στην εφημερίδα «Ελευθερία», στο φύλλο της εικοστής Απριλίου του μακρινού έτους 1948, βρίσκεται δημοσιευμένο ένα άρθρο που δείχνει τη  μεγάλη ανησυχία των σκεπτόμενων ανθρώπων της εποχής για τον παραμερισμό του θεάτρου  από τη δυναμική επέλαση του κινηματογράφου.