23/9/26

Όλα έγιναν μέσα στην ερημιά



 

Όλα έγιναν μέσα στην ερημιά.

Πάρκαραν σε μιαν άκρη του δρόμου, όλα γύρω ήταν σκοτεινά και ήσυχα, εκείνος έσβησε τη μηχανή και για λίγο έμειναν σιωπηλοί.

 

-Το ξέρεις πως σε θέλω, της είπε αυτός έπειτα.

 

Το είπε απλά και σιγανά, χωρίς να γυρίσει προς το μέρος της. Εκείνη δεν είπε τίποτα. Κοίταζε ανήσυχη έξω από το παράθυρο και σκέφτηκε, μήπως είχε βγει με κανέναν παρανοϊκό που σε λίγο θα την άρπαζε από τον λαιμό και θα την στραγγάλιζε. Ή μπορεί να έβγαζε από την τσέπη του ένα μαχαίρι και να την έσφαζε. Ή μπορεί να την έβγαζε με τη βία έξω από το αυτοκίνητο και να τη βίαζε στα έρημα χωράφια. Ή μπορεί να την πέταγε έξω στον χωματόδρομο και να έφευγε κι εκείνη θα έμενε ολομόναχη στην. σκοτεινιά και την ερημιά.

 

-Άκουσες τι σου είπα;

 

Κανένα φως πουθενά. Ούτε ένα σπίτι, ένα καλύβι, κάτι που να δηλώνει ανθρώπινη παρουσία. Ήταν φανερό πως είχε κακό σκοπό αυτός. Αφού την παίδεψε έναν ολόκληρο χρόνο, αποφάσισε ξαφνικά να τη βγάλει βόλτα με το αυτοκίνητό του. Εκείνη ενθουσιάστηκε. Φαντάστηκε δρόμους ολόφωτους, στα δεξιά μια θάλασσα ήσυχη, πλεούμενα να λικνίζονται στα ήσυχα νερά, ταβέρνες με κόσμο στις βεράντες και στις ταράτσες, μουσική, ωραίο κρασί, νόστιμα εδέσματα και πολλή κουβέντα. Ατέλειωτη κουβέντα. Με έναν ερωτισμό να ανταλλάσσεται μεταξύ τους, βλέμματα με νόημα, χαμόγελα.

 

Ήταν ενθουσιασμένη, όταν κατέβηκε στον δρόμο, όπου αυτός την περίμενε με αναμμένη  την μηχανή του αυτοκινήτου του. Άρχισαν αμέσως την φλυαρία, δηλαδή αυτή μιλούσε κυρίως, εκείνος άκουγε και ενδιάμεσα έλεγε κάτι, γελούσαν, χαμογελούσαν, όλα ήταν πολύ όμορφα.

 

Αλλά η διαδρομή ήταν διαφορετική από αυτήν που εκείνη περίμενε. Τράβηξαν προς τα βόρεια της Αττικής, πέρασαν προάστεια, έστριψαν σε δρόμους άγνωστους, τα σπίτια λιγόστευαν, οι άνθρωποι αραίωναν, ο ήλιος είχε δύσει προ πολλού. Μπήκαν σε κάτι χωματόδρομους, το αυτοκίνητο κάθε τόσο τρανταζόταν κι εκείνη σταμάτησε να μιλά.

 

Εκείνος πάρκαρε σε μιαν άκρη του δρόμου και της είπε απλά:

 

-Το ξέρεις πως σε θέλω.

 

-Πάμε να φύγουμε από δω, του είπε απότομα.

 

Εκείνος έκανε μια κίνηση να της πιάσει το χέρι. Αυτή το τράβηξε απότομα.

 

-Μη μ’ αγγίζεις!

-Μα τι έπαθες ξαφνικά;

-Γιατί μ’ έφερες σ’ αυτές τις ερημιές;

-Δεν ήθελες να μείνουμε μόνοι;

-Εδώ στην ερημιά; Όχι!

-Φοβάσαι;

-Ναι. Πάμε πίσω, εκεί που υπάρχει κόσμος, κίνηση. Δεν μ’ αρέσει που μ’  έφερες εδώ.

-Τουλάχιστον δώσε μου ένα φιλί.

-Πάμε να φύγουμε. Θα σε φιλήσω εκεί που θα έχει κόσμο.

 

Αυτός έκανε μια κίνηση να την φέρει κοντά του. Αυτή αντιστάθηκε. Ακολούθησαν κάποια λεπτά σιωπηλής πάλης, εκείνη αμυνόταν, αυτός επιθετικός.

 

Στην απελπισία της προσπάθησε να ανοίξει την πόρτα και να βγει έξω. Ήταν κλειδωμένη. Ένιωσε τρόμο.

 

-Ξεκλείδωσε την πόρτα! του φώναξε, ενώ αυτός ακόμα πάλευε να την φέρει κοντά του.

 

-Μα γιατί αντιστέκεσαι; Εσύ δεν ήθελες, εσύ δεν με τρέλανες με τα μηνύματά σου, τα τηλεφωνήματά σου ότι ήθελες να βρεθούμε;

 

-Στις ερημιές; Όχι, εγώ ήθελα να βρεθούμε ανάμεσα σε κόσμο. Δεν σε γνωρίζω. Ποιος είσαι; Δεν ξέρω καν πού μένεις, λες πως είσαι  συγγραφέας, είναι δουλειά αυτή; Ζεις από τα βιβλία σου; Ποιος είσαι; Δεν σε ξέρω!

 

-Με ήθελες όμως, όποιος κι αν ήμουν.

-Άνοιξε την πόρτα!

 

Αυτός ξεκλείδωσε την πόρτα κι εκείνη πετάχτηκε έξω. Κοίταξε γύρω της, σκοτάδι κι ερημιά. Άρχισε να τρέχει μέσα στα χωράφια, χωρίς να ξέρει πού πήγαινε.

 

Ο άλλος έβαλε μπροστά τη μηχανή κι έφυγε.

 

Ολομόναχη σε ένα σκοτεινό, άγνωστο μέρος. Προχωρούσε μέσα στα χωράφια, πήγαινε στο πουθενά. Δεν μπορεί, κάπου θα βγάζει αυτός ο τόπος, σκεφτόταν μέσα στην αγωνία της.

 

Τελικά ξαναβρέθηκε στον χωματόδρομο.

Δεξιά ή αριστερά; αναρωτήθηκε. Κοίταξε με προσοχή προς τις δύο κατευθύνσεις. Αριστερά είδε ένα αμυδρό φως στον ορίζονται. Αριστερά, αποφάσισε.

Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Φοβόταν, φοβόταν πολύ.

 

Πώς πήγαν έτσι στραβά τα πράγματα;

Μα ασφαλώς φταίει κι αυτή η ηλίθια που φαντάστηκε ρομαντικό ραντεβού με έναν άγνωστο. Τι ήξερε γι’ αυτόν ; Σχεδόν τίποτα. Μιλούσαν στο μέσεντζερ, είχε ωραία, ήσυχη φωνή, της άρεσε, ακουγόταν λογικός, στοχαστικός, μετρημένος. Και ερωτικός. Πολύ ερωτικός.

 

Συγγραφέας δήλωνε. Είχε εκδώσει ένα βιβλίο, εκείνη φυσικά το αγόρασε, το διάβασε, έμεινε σκεφτική. Μια αστυνομική ιστορία ήταν, είχε πλοκή, είχε ενδιαφέρον, εντάξει, όχι και κανένα αριστούργημα, πάντως καλό ήταν.

 

Επίσης δήλωνε χωρισμένος. Δηλαδή ελεύθερος για σχέση.

 

-Έχεις όμορφα μάτια, της είπε μια μέρα που μιλούσαν στο μέσεντζερ.

 

-Κι εσύ, του απάντησε.

 

Χαμογέλασαν.

 

-Θέλεις να βρεθούμε από κοντά;

-Ναι.

 

Ήρθε με το αυτοκίνητό του, την πήρε, ξεκίνησαν προς τα βόρεια προάστεια.

 

-Είσαι πολύ όμορφος, του είπε.

 

Τέτοια ήταν πάντα αυτή. Της άρεσε να φλερτάρει τους άντρες. Να μην τους δίνει περιθώρια να την φλερτάρουν αυτοί. Όταν την φλέρταραν, ένιωθε άβολα, ένιωθε κάπως σαν λεία, σαν λάφυρο. Όχι, η λεία ήταν αυτοί. Το λάφυρο ήταν αυτοί. Το απολάμβανε.

 

Τώρα μέσα σ’ αυτή την ερημιά και το σκοτάδι δεν το απολάμβανε καθόλου. Αυτή ήταν η λεία, το άγριο ζώο που αντιστεκόταν στις ορέξεις του. Κι εκείνος την πέταξε έξω.

 

Κάπου από μακριά έφτασαν στα αφτιά της γρυλλίσματα. Τσακάλια ήταν, λύκοι ήταν, αλεπούδες, σκύλοι, ιδέα δεν είχε. Περπατούσε στον χωματόδρομο και σκεφτόταν τι θα έκανε, αν της ορμούσε κανένα αγρίμι. Έψαξε στην τσάντα της, βρήκε το σουγιαδάκι που είχε πάντα μαζί της για καλό και για κακό. Τι να μου κάνει ένα σουγιαδάκι, σκέφτηκε. Το κράτησε πάντως στο χέρι της έτοιμο, αν χρειαζόταν.

 

Αν βγω ζωντανή από αυτή την ιστορία, θα τον ξεσκίσω, θα τον κάνω κομμάτια, σκεφτόταν, καθώς προχωρούσε βιαστικά. Μόνο να βγω ζωντανή.

 

Κάποια στιγμή διέκρινε τα φώτα ενός αυτοκινήτου που ερχόταν από απέναντι. Άνθρωπος! Σκέφτηκε με ανακούφιση, μετά όμως ταλαντεύτηκε. Κι αν ήταν κανένας κακοποιός; Ποιος λογικός άνθρωπος τριγυρίζει τη νύχτα στις ερημιές; 

 

Στάθηκε στην άκρη του δρόμου αναποφάσιστη.

 

Το αυτοκίνητο πλησίασε και σταμάτησε μπροστά της.

 

-Θα μπεις μέσα ή προτιμάς να τριγυρνάς στα χωράφια;

 

Ήταν πάλι αυτός.

Στάθηκε αμίλητη και έκανε λογαριασμούς στο μυαλό της. Μπερδεμένους λογαριασμούς όμως, άκρη δεν έβγαζε.

 

Αυτός βγήκε από το αυτοκίνητο και την πλησίασε.

 

-Δεν θα σου κάνω κακό, της είπε ήσυχα. Ήθελα μόνο να σε φιλήσω.

 

Με μια αυθόρμητη, ασυλλόγιστη κίνηση τον τράβηξε κοντά της και τον φίλησε στο στόμα. Έμειναν έτσι να φιλιούνται αρκετή ώρα, ενώ τα τσακάλια ή κάποια άλλα αγρίμια συνέχιζαν να γρυλλίζουν κάπου μακριά.

 

Τον πήρε ύστερα από το χέρι και κατέβηκαν στο διπλανό χωράφι.

 

Αργότερα στο αυτοκίνητο, αυτή έφτιαξε τα μαλλιά της, πέρασε με κραγιόν τα χείλη της, τίναξε από πάνω της τα ξερόχορτα.

 

Καθάρισε κι αυτός τα μαλλιά του από τα ξερόχορτα.

 

-Μου άρεσε, είπε αυτή.

-Μα πώς φαντάστηκες ότι θα σου έκανα κακό;

 

Εκείνη έμεινε σιωπηλή.

Αυτός έβαλε μπροστά τη μηχανή και ξεκίνησαν.

 

Σε λίγο έφτασαν στα φώτα και στην κίνηση.

 

-Και τώρα θα σ’ αφήσω εδώ, της είπε.

-Δεν θα με πας σπίτι μου;

-Όχι. Να πάρεις ταξί να πας. Εδώ πάντως δεν κινδυνεύεις.

-Με εκδικείσαι;

-Ναι.

 

Αυτή έμεινε για λίγο σιωπηλή.

Μετά έβγαλε από την τσάντα της το σουγιαδάκι και με μια γρήγορη κίνηση το κάρφωσε στο μπράτσο του. Αυτός άφησε μια κραυγή πόνου, ενώ εκείνη έβγαινε από το αυτοκίνητο.

 

Λίγες μέρες αργότερα του τηλεφώνησε:

-Είσαι καλά; Δεν σε κάρφωσα βαθιά.

-Καλά είμαι. Θέλεις να βγούμε απόψε;

-Πού θα με πας;

-Ξέρω μια ερημική παραλία γεμάτη βράχια. Κανείς δεν πατά εκεί πέρα.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: