26/2/26

1. Ο περίεργος θάνατος της ποιήτριας Κλειώς Σαλόνγκα

 

 

Η γνωστή ποιήτρια Κλειώ Σαλόνγκα βρέθηκε νεκρή στο διαμέρισμά της εφτά μέρες μετά τον θάνατό της.


Ήταν η βαριά δυσωδία που έβαλε σε υποψίες τους άλλους ενοίκους της πολυκατοικίας και όχι η ανησυχία των φίλων και συγγενών της, καθότι η Κλειώ Σαλόνγκα είχε ελάχιστους φίλους και έναν μόνο συγγενή, τον ανιψιό της Μάνο Σαλόνγκα, με τον οποίο επικοινωνούσε πολύ αραιά.


Η αστυνομία αναγκάστηκε να σπάσει την πόρτα του διαμερίσματός της, μια και ο ανιψιός της δεν διέθετε κλειδί, και βρήκε το μισοσαπισμένο πτώμα της στην κρεβατοκάμαρά της, ξαπλωμένο φαρδιά πλατιά στο πάτωμα και με μια μαχαιριά στο αριστερό πλευρό της. Το μαχαίρι που τη σκότωσε, ένα μεγάλο μαχαίρι κουζίνας, βρισκόταν δίπλα στο πτώμα της μες στα ξεραμένα αίματα.  Λίγο πιο πέρα κειτόταν η περούκα της.

 

Ο ανιψιός της που ήταν παρών, όταν η αστυνομία μπήκε στο σπίτι, λιποθύμησε με το θέαμα και αναγκάστηκαν να τον βγάλουν έξω στον διάδρομο και να τον συνεφέρουν ρίχνοντάς του νερό στο πρόσωπο και μερικά χαστούκια επίσης.

 

 

Την υπόθεση ανέλαβε ο αστυνόμος Χαράλαμπος Δεβρεντής. Ήταν φανερό ότι εδώ επρόκειτο για ληστεία μετά φόνου, εφόσον τα χρήματα της εκλιπούσας είχαν εξαφανιστεί από το διαμέρισμα και ο ανιψιός της είχε αναφέρει στους αστυνομικούς ότι η θεία του δεν εμπιστευόταν τις Τράπεζες και φύλαγε στο σπίτι της τα χρήματά της.

 

-Για τι ποσόν μιλάμε; τον ρώτησε ο Δεβρεντής.

-Για κάπου διακόσιες χιλιάδες ευρώ, είπε ο Μάνος Σαλόνγκα. Έτσι μου είχε πει ένα απόγευμα που την είχα επισκεφθεί.

-Τόσα πολλά;

-Τα είχε κληρονομήσει από τους γονείς της, είπε ο Μάνος Σαλόνγκας. Δίστασε λίγο και μετά πρόσθεσε: Ήταν και πολύ τσιγκούνα. Δεν ξόδευε σχεδόν τίποτε.

-Κοσμήματα είχε;

-Κάτι λίγα.

-Και ποιος είναι ο κληρονόμος της;

 

Ο Μάνος Σαλόνγκας ξερόβηξε:

-Εγώ.

-Χμ, έκανε ο αστυνόμος και τον περιεργάστηκε με ενδιαφέρον. Πόσων χρονών είπαμε ότι ήταν η θεία σας;

-Εβδομήντα τριών.

-Είχε επομένως ακόμα κάποιο μέλλον μπροστά της. Μήπως βιαστήκατε να της το περικόψετε;

 

Ο Μάνος Σαλόνγκας χλόμιασε απότομα.

-Μα τι λέτε τώρα… ψιθύρισε ξέπνοα.

-Η πόρτα του διαμερίσματος δεν είναι παραβιασμένη. Επομένως η μακαρίτισσα είναι φανερό ότι την άνοιξε οικειοθελώς στον δολοφόνο της.

-Μα σας είπα, δεν έχω κλειδί του διαμερίσματός της. Δεν ήθελε να μου το δώσει.

-Δεν σας εμπιστευόταν;

-Γενικά δεν εμπιστευόταν κανέναν.

-Χμ, έκανε ξανά ο αστυνόμος και περιεργάστηκε με προσοχή τον Μάνο Σαλόνγκα.

-Ακούστε να δείτε, είπε αυτός προσπαθώντας να διατηρήσει σταθερή τη φωνή του. Η θεία μου πριν εφτά μέρες, συγκεκριμένα την Πέμπτη το βράδυ, μας είχε καλέσει για δείπνο.

-Ποιους ακριβώς είχε καλέσει;

 

Ο ανιψιός ανάμεσα σε παρατεταμένες σιωπές, βηξίματα αμηχανίας και ελαφρύ λαχάνιασμα εξήγησε στον αστυνόμο ποιοι ήταν οι καλεσμένοι και τι είχε γίνει εκείνο το βράδυ στο δείπνο.

 

 

Η Κλειώ Σαλόνγκα, ιδιόρρυθμος οπωσδήποτε χαρακτήρας, μπορεί να μην είχε φίλους και φίλες, είχε όμως πάρε δώσε με τέσσερις άνδρες: τον ανιψιό της, έναν ευκατάστατο εργένη σαράντα χρονών, οδοντίατρο. Τον εκδότη της, ονόματι Σπύρο Κεντιρέ, με τον οποίο, όπως αποκάλυψε ο ανιψιός, κάτι πρέπει να παιζόταν παρασκηνιακά, αλλά δεν μπορούσε να πάρει και όρκο. Έναν νεαρό φιλόδοξο ποιητή, τον Ευγένιο Ταραντάκη,  που μόλις είχε εκδώσει την πρώτη του ποιητική συλλογή και τον οποίο είχε αναλάβει υπό την προστασία της η θεία του. Και τον Ευδαίμονα Περπατέα, έναν δημοσιογράφο γύρω στα εξήντα που τον χρησιμοποιούσε κάπως σαν υπηρέτη.

 

-Υπηρέτη; έκανε ο αστυνόμος.

-Τον έστελνε για ψώνια ή για άλλες εκκρεμότητές της, μια και αυτή δυσκολευόταν να περπατήσει.

-Μάλιστα. Συνεχίστε παρακαλώ.

 

Και τους τέσσερις αυτούς άσχετους μεταξύ τους άνδρες είχε καλέσει η θεία του εκείνο το βράδυ για δείπνο. Οι τέσσερις άνδρες ένιωθαν αρχικά κάποια αμηχανία, καθώς κανείς δεν γνώριζε τον άλλον, εκτός από τις αναφορές της ίδιας της Κλειώς Σαλόνγκα στις κατ’ ιδίαν συζητήσεις τους. 


Ευτυχώς την αμηχανία αυτή έσπασε ο φλύαρος και πάντα πρόσχαρος εκδότης Σπύρος Κεντιρές. Για την ακρίβεια έπιασε κουβέντα με τον νεαρό ποιητή Ευγένιο Ταραντάκη και του ζήτησε μάλιστα να του στείλει δείγματα της δουλειάς του, μήπως και εκδώσουν μια ποιητική συλλογή του. Οι άλλοι δύο άνδρες, ο ανιψιός και ο δημοσιογράφος Ευδαίμων Περπατέας παρακολουθούσαν σιωπηλοί. Η δε Κλειώ Σαλόνγκα πηγαινοερχόταν από την τραπεζαρία στην κουζίνα και έφερνε στο τραπέζι πιάτα, ποτήρια και άλλα συναφή. Μετά έφερε τις σαλάτες και τελικά το κυρίως φαγητό, ένα τεράστιο κότσι ψητό στο φούρνο.

 

-Αγαπητοί μου, κουράστηκα με αυτά τα μέσα έξω, είπε η οικοδέσποινα και κάθισε στη θέση της. Μπορείτε τώρα να σερβιριστείτε μόνοι σας.

 

Ο Χαράλαμπος Δεβρεντής ακούμπησε προσεχτικά πάνω στο γραφείο ένα μαχαίρι κλεισμένο σε μια νάιλον σακούλα.

 

-Αναγνωρίζετε αυτό το μαχαίρι; ρώτησε τον Μάνο Σαλόνγκα.

-Μάλιστα, είναι αυτό, με το οποίο κόψαμε το κότσι.

-Ποιος το έκοψε;

-Ο καθένας έκοψε ένα κομμάτι και το έβαλε στο πιάτο του.

-Δηλαδή το πιάσατε όλοι.

-Μάλιστα, όλοι.

-Το έπιασε όμως και ο δολοφόνος, είπε ο Χαράλαμπος Δεβρεντής καρφώνοντας με τα μάτια του τον ανιψιό.

-Θα έχει τότε τα δακτυλικά αποτυπώματά του, είπε δειλά ο άλλος.

-Έχει πέντε διαφορετικά δαχτυλικά αποτυπώματα. Της θείας σας και των τεσσάρων καλεσμένων της. Έχει και τα δικά σας δηλαδή.

-Τι υπονοείτε;

-Κάποιος από σας σκότωσε την Κλειώ Σαλόνγκα. Είναι ολοφάνερο αυτό. Μήπως υποψιάζεστε ποιος είναι ο δολοφόνος;

-Δεν έχω ιδέα.

-Για σκεφτείτε λίγο.

 

Ο Μάνος Σαλόνγκας δίστασε μια στιγμή, μετά είπε:

 

-Αυτός ο ποιητής, ο Ταραντάκης… δεν ξέρω, αλλά δεν μου άρεσε η φάτσα του.

-Τι είχε η φάτσα του;

-Μου θύμιζε υπόκοσμο.

-Χμ, έκανε ο Δεβρεντής. Αυτό δεν τον κάνει δολοφόνο. Και τελικά ποιος έφυγε τελευταίος εκείνο το βράδυ από το διαμέρισμα της θείας σας;

-Φύγαμε όλοι μαζί.

-Την ίδια στιγμή όλοι;

-Μάλιστα, την ίδια στιγμή.

-Τι ώρα;

-Γύρω στα μεσάνυχτα, δεν θυμάμαι ακριβώς.

-Έχει καλώς, κύριε Σαλόνγκα, είπε ο Χαράλαμπος Δεβρεντής και σηκώθηκε από την πολυθρόνα του. Προς το παρόν τελειώσαμε. Αλλά θα σας καλέσουμε ξανά, έχουμε ακόμα πολλές απορίες.


(Συνεχίζεται)



Δεν υπάρχουν σχόλια: