27/2/26

2. Ο περίεργος θάνατος της ποιήτριας Κλειώς Σαλόνγκα

 ΝΕΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΠΥΡΟ ΚΕΝΤΙΡΕ

--------------------------------------------------------

 

Ο επόμενος μάρτυρας που έφερε για εξέταση ο Χαράλαμπος Δεβρεντής ήταν ο εκδότης Σπύρος Κεντιρές. Κάθισαν ο ένας απέναντι στον άλλον και κοιτάχτηκαν για λίγο σιωπηλοί.

 

-Μιλήστε μου για εκείνη τη βραδιά του δείπνου, είπε ήσυχα ο Χαράλαμπος Δεβρεντής.

-Ευχαρίστως. Θα σας πω ό,τι θέλετε, είπε ο Σπύρος Κεντιρές και σταύρωσε τα πόδια του.

-Ήταν μια ευχάριστη βραδιά;

-Χμ… και ναι και όχι.

-Υπήρξε ευθυμία στο τραπέζι;

 

Ο εκδότης χάιδεψε αμήχανα το μούσι του:

-Με την Κλειώ Σαλόνγκα δεν υπήρχε περίπτωση να νιώσει κανείς ευθυμία, είπε.

-Γιατί το λέτε αυτό;

 

Ο Σπύρος Κεντιρές χαμήλωσε τη φωνή του κατά δύο τόνους και είπε κάπως συνωμοτικά:

-Όλοι ξέρουν ότι η Κλειώ ήταν ένας πολύ ιδιότροπος άνθρωπος. Δεν γελούσε ποτέ και ήθελε πάντα να επιβάλλεται στους άλλους. Γι’ αυτό εξάλλου είχε ελάχιστους φίλους.

-Μεταξύ αυτών και εσάς.

-Την ανεχόμουν. Ήταν βλέπετε σπουδαία ποιήτρια και όποτε εξέδιδε νέα ποιητική συλλογή, γινόταν ανάρπαστη. Εκτός από την καλή φήμη που είχαν αποκτήσει οι εκδόσεις μου, είχα και οικονομικό όφελος. Όπως ίσως ξέρετε, σήμερα οι εκδότες περνούν δύσκολες μέρες. Ελάχιστοι διαβάζουν βιβλία.

-Δεν είναι λίγο περίεργο που μια σημαντική ποιήτρια προτιμούσε εσάς αντί για τους μεγάλους εκδοτικούς οίκους;

-Σας είπα, ήταν ιδιότροπος άνθρωπος. Είχε τσακωθεί με όλους τους εκδότες.

-Ας επανέλθουμε στη βραδιά του δείπνου. Κύλησε ομαλά ή μήπως υπήρξε καμιά φιλονικία;

 

Ο Κεντιρές έβγαλε από την τσέπη του ένα πακέτο τσιγάρα.

-Μπορώ να καπνίσω;

-Κανονικά απαγορεύεται, αλλά, εντάξει, καπνίστε το τσιγάρο σας.

-Ευχαριστώ.

 

Πήρε ένα τσιγάρο από το πακέτο, το άναψε και τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά, ενώ ο αστυνόμος έβγαλε από το συρτάρι του γραφείου του ένα σταχτοδοχείο και το έσπρωξε προς το μέρος του.

 

-Η Κλειώ Σαλόνγκα με φλέρταρε ασύστολα εκείνο το βράδυ, είπε μετά ο Κεντιρές. Ενώπιον όλων. Ένιωσα πολύ άσχημα.

 

Ο Χαράλαμπος Δεβρεντής σήκωσε τα φρύδια με απορία:

-Πόσων ετών είστε, κύριε Κεντιρέ;

-Σαράντα οχτώ.

-Και λέτε ότι σας φλέρταρε μια ηλικιωμένη γυναίκα εβδομήντα τριών ετών;

-Μάλιστα, όπως σας το λέω. Ρωτήστε και τους άλλους που ήταν παρόντες, θα σας το επιβεβαιώσουν.

 

Σταμάτησε για λίγο και μετά πρόσθεσε:

-Και δεν ήταν η πρώτη φορά. Πάντα, όποτε βρισκόμασταν, έκανε αυτή τη δουλειά. Με έφερνε σε πολύ δύσκολη θέση. Αναγκάστηκα στο τέλος να της πω ότι είχα μια σοβαρή σχέση, αλλά εκείνη δεν φάνηκε να καταλαβαίνει.

-Δεν είστε παντρεμένος;

-Όχι.

-Και έχετε όντως μια σοβαρή σχέση;

 

Ο Σπύρος Κεντιρές έκανε μια αόριστη χειρονομία:

-Έτσι το είπα, μήπως την ξεφορτωθώ. Καταλαβαίνετε σε πόσο δύσκολη θέση βρισκόμουν.

-Πώς, βέβαια. Από την άλλη, δεν θέλατε να χάσετε την κότα με τα χρυσά αβγά.

-Όπως το λέτε.

 

Μεσολάβησε μια σύντομη σιωπή. Μετά ο αστυνόμος άνοιξε πάλι το συρτάρι του γραφείου του και έβγαλε το μαχαίρι μέσα στη νάιλον σακούλα.

 

-Το αναγνωρίζετε αυτό;

 

Ο Σπύρος Κεντιρές το παρατήρησε επίμονα:

-Νομίζω ότι είναι το μαχαίρι που κόψαμε το κρέας εκείνο το βράδυ, είπε μετά.

-Αυτό είναι. Υποπτεύεστε μήπως κάποιον;

 

Ο Κεντιρές τον κοίταξε αμήχανα:

-Τι εννοείτε;

-Αν υποπτεύεστε κάποιον από τους συνδαιτημόνες σας εκείνο το βράδυ. Μήπως κάποιος από τους άλλους τρεις τη δολοφόνησε.

-Α πα πα! Έκανε ο Κεντιρές φανερά αναστατωμένος. Μη με βάζετε σε τέτοια διλήμματα. Δεν θέλω τέτοια μπλεξίματα, κύριε αστυνόμε!

-Μάλιστα, είπε ο Δεβρεντής. Και μια τελευταία ερώτηση, κύριε Κεντιρέ: Ποιος έφυγε τελευταίος από το διαμέρισμα της Κλειώς Σαλόνγκα μετά το δείπνο;

-Φύγαμε όλοι μαζί.

-Ποιος σηκώθηκε πρώτος;

-Ο Περπατέας ο δημοσιογράφος. Είχε αγανακτήσει ο άνθρωπος με τη συμπεριφορά της. Μόλις σηκώθηκε αυτός, σηκωθήκαμε και οι υπόλοιποι.

-Είναι φανερό ότι κανείς σας δεν πέρασε καλά εκείνο το βράδυ.

-Εκτός από την ίδια την Κλειώ που φάνηκε να το διασκεδάζει. Βέβαια μας έστειλε στο διάολο, όταν φεύγαμε, αλλά μάλλον το διασκέδαζε και τότε.

-Καλώς. Θα τα ξαναπούμε, κύριε Κεντιρέ.

-Όποτε θέλετε, είπε ο εκδότης, έσβησε το τσιγάρο του στο σταχτοδοχείο και έκανε μια μικρή υπόκλιση στον αστυνόμο.

Ύστερα έφυγε βιαστικά, λες και τον κυνηγούσαν.



 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: