Όταν τέλειωσα το Πανεπιστήμιο, τα
υποχρεωτικά δηλαδή διαβάσματα που μου έδωσαν μια αχνή ιδέα για την αρχαία
ελληνική γραμματεία, σκέφτηκα: δηλαδή εγώ τώρα γνωρίζω την αρχαία ελληνική
γραμματεία;
Την τύφλα μου γνώριζα.
Έπρεπε τώρα να καθίσω κάτω και να
διαβάσω μόνη μου και με την ησυχία μου τους μεγάλους συγγραφείς της αρχαίας
Ελλάδας. Δεν θα το έκανα βέβαια, αν δεν είχα την έφεση και την περιέργεια. Αλλά
τα είχα και τα δύο.
Ξεκίνησα με τις Ιστορίες του Ηροδότου.
Στην αρχή με ξένισε η ιωνική του διάλεκτος, αλλά σύντομα εξοικειώθηκα και τη
διάβαζα άνετα. Και πού δεν περιπλανήθηκα, πού δεν με πήγε αυτός ο Πατέρας της
Ιστορίας. Σήμερα, μετά από τόσα χρόνια, δεν θυμάμαι και πολλά, όμως θυμάμαι με
πόση ικανοποίηση διάβασα όλο το έργο του.
Μετά ήρθε η σειρά της Θεογονίας και τα
Έργα και Ημέρες του Ησιόδου. Ακόμα ψάχνω μάταια να βρω το σημείο εκείνο που
μιλά για τον βαρύ χειμώνα που ο αγρότης ξαπλωμένος στο ζεστό κρεβάτι του και με
το τζάκι αναμμένο ξεκουράζεται από τον μόχθο του καλοκαιριού και του
φθινοπώρου.
Μετά Αριστοφάνης, η μεγάλη μου αγάπη.
Διασκέδασα αφάνταστα με όλες τις σωζόμενες κωμωδίες του και καθώς
συμβουλευόμουν και τα σχετικά σχόλια στο κάτω μέρος της σελίδας, ήταν σαν να
ζούσα σε εκείνη την Αθήνα με τους περίεργους περιθωριακούς της τύπους και με
την καυστική σάτιρα του Αριστοφάνη για τους συμπολίτες του. Τον αγαπώ πάντα.
Αντίθετα, δεν τα πήγα καλά με τους
τραγικούς ποιητές. Διάβασα αρκετούς από αυτούς, αλλά μια βαρεμάρα την είχα. Δεν
ξέρω γιατί.
Ακολούθησαν διάφοροι ποιητές και τελικά αποφάσισα ότι είχε έρθει η ώρα να διαβάσω Θουκυδίδη. Και έπαθα το σοκ της ζωής μου. Εννοείται ότι τον διάβασα από την αρχή ως το τέλος και ότι κάθε φορά που έπιανα το βιβλίο στα χέρια μου, ένιωθα ότι μου μιλούσε κάποιος σύγχρονός μου. Απίστευτα ώριμος, ίσων αποστάσεων, δεν χαριζόταν σε κανέναν, ήθελε μόνο να καταγράψει την αλήθεια. Νομίζω ότι, αν με κάποιο τρόπο ερχόταν πάλι στη ζωή, τίποτα δεν θα του προκαλούσε έκπληξη. Ο Θουκυδίδης γνώριζε σε βάθος την ανθρώπινη ψυχή και τις σκοτεινές της πτυχές που μας ταλανίζουν μέχρι σήμερα.
Μετά ήρθε η ώρα της περιπέτειας:
Ξενοφώντος Κύρου Ανάβασις. Μια καταπληκτική ιστορία γεμάτη περιπέτειες,
θανάσιμους κινδύνους, εχθρούς που παραμόνευαν σε άγνωστα, αφιλόξενα μέρη της
εσωτερικής Μικράς Ασίας, αλλόγλωσσες, πρωτόγονες φυλές, πείνα, κακουχίες, βαρύ
κρύο, μάχες, νεκροί και πορεία στο άγνωστο με μόνη ελπίδα να φτάσουν στον βορρά
και να δουν θάλασσα, όπου ήξεραν ότι θα έβρισκαν ελληνικές πόλεις- αποικίες.
Αυτό το περίφημο «θάλαττα, θάλαττα!» που έφτασε ως τις μέρες μας και που σημαίνει
ότι εδώ στα παράλια υπάρχουν συμπατριώτες, δικοί μας άνθρωποι, όταν έχεις
διαβάσει όλα όσα πέρασαν εκείνοι οι μισθοφόροι Έλληνες, σου φέρνει δάκρυα στα
μάτια.
Και έπειτα ήρθε και η ώρα του Ομήρου.
Πρώτα η Ιλιάδα, μετά η Οδύσσεια. Στην
αρχή τα βρήκα μπαστούνια, άγνωστες λέξεις συνέχεια, με το λεξικό στο χέρι
συνέχεια. Αλλά μετά από κάποιες, όχι λίγες σελίδες, πλέον μπορούσα να διαβάσω
τον Όμηρο χωρίς λεξικό πλην μερικών εξαιρέσεων. Για τον Όμηρο τι να πω; Τα
έχουν πει άλλοι. Είναι η μαγεία του μύθου και οι αξίες μιας εποχής που ακόμα
πολλές από αυτές παραμένουν ως σήμερα. Έτσι πρόχειρα, όπως μου έρχονται στον
νου: η πολύ τρυφερή συνάντηση του Έκτορα με την Ανδρομάχη που κρατά αγκαλιά τον
γιο τους (αγέραστη εικόνα στους αιώνες), η ταπείνωση του βασιλιά Πριάμου που
ζητά από τον Αχιλλέα τον νεκρό γιο του Έκτορα για να τον θάψει, η περιφρόνηση
της ωραίας Ελένης προς στον Πάρη που δεν πάει να πολεμήσει παρά κάθεται στο
παλάτι (πάει ο μεγάλος έρωτας) και η νεαρή βασιλοπούλα Ναυσικά που ερωτεύεται
μυστικά τον αρκετά μεγαλύτερό της Οδυσσέα.
Ακολούθησε ολίγος Πίνδαρος, πολλοί
λυρικοί ποιητές, ο Επίκτητος και ο πολύ αγαπημένος μου Μάρκος Αυρήλιος με τα
«Εις Εαυτόν». Ο Μάρκος Αυρήλιος, ο φιλόσοφος – αυτοκράτωρ, ο πιο ισχυρός άνδρας
της εποχής του, που πέρασε τη ζωή του στα παγωμένα στρατόπεδα του Δούναβη περιφρονώντας
τα παλάτια της Ρώμης και τα βράδια συνέγραφε στη σκηνή του στα ελληνικά τη
στωική φιλοσοφία του:
Εγγύς μεν η ση περί πάντων λήθη, εγγύς
δε η πάντων περί σου λήθη.
(Κοντά είναι η λησμονιά σου για όλα,
κοντά και η λησμονιά όλων για σένα).
Αυτά είναι τα κυριότερα που διάβασα από
την αρχαία ελληνική γραμματεία μας. Ο βίος σύντομος, όπως λέει και ο Μάρκος
Αυρήλιος, και έπρεπε να διαβάσω και άλλα έργα πιο κοντά στην εποχή μας.
Ελάχιστα με εντυπωσίασαν τόσο όσο τα
έργα που προανέφερα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου