30/7/16

"Εκείνες οι ψυχούλες..."




Κι εκείνες οι ψυχούλες
οι χνουδωτές
που τόσο αγάπησα
ξεκουράζονται τώρα κι αυτές
μακριά από ένα κόσμο
που δεν κατάλαβαν ποτέ
εξισωμένες με ό,τι έλαβε ζωή
κι έπειτα έφυγε

ευλύγιστες σκιές 
στις μακρινές μου αναμνήσεις.


27/7/16

Ένα παιδί θυμάται




                Πλανόδιοι έμποροι υφασμάτων. Αφθονούσαν τότε.


Δεκαετία του ’50.
Το πρώτο πράγμα που μου έρχεται στο νου είναι το κλουβί. Έτσι το λέγαμε εμείς το φανάρι. Σ’ αυτό φυλάγαμε τα τρόφιμα και τα προστατεύαμε από τις μύγες και τα άλλα ζούδια.

Αργότερα η μητέρα μου εφηύρε ένα περίεργο ψυγείο πάγου, ένα ξύλινο κιβώτιο, όπου έβαζε ένα κομμάτι πάγου που αγόραζε από τον περιφερόμενο παγοπώλη, το τύλιγε με κάτι λινάτσες και δίπλα τοποθετούσε τα φαγητά. Ο πάγος έλιωνε σιγά-σιγά και τα νερά χύνονταν από κάτω σε ένα ταψί. Το πρωτόγονο αυτό εφεύρημα το είχαμε στο υπόγειο του σπιτιού. Μετά αγοράσαμε ένα κανονικό ψυγείο πάγου.

25/7/16

«Το επίμονο φαινόμενο». Ένα απόσπασμα από τη νουβέλα «Το Κράτος»





Ακόμα να μιλήσει ο Σταυρόπουλος. Ο Ιατρίδης όλο μού λέει να κάνω υπομονή, είμαστε πολύ κοντά στο τέλος. Με συμβουλεύει να σταματήσω να δείχνω δύσπιστη, να φαίνομαι προβληματισμένη και να δίνω δίκιο στον Σταυρόπουλο. 
Μετά τα γεγονότα με τις προκηρύξεις είχαμε συναντηθεί σε μια απόμερη καφετέρια στα Νέα Λιόσια. Πρώτη μου φορά πήγαινα εκεί πέρα και δυσκολεύτηκα να προσανατολιστώ. Καθυστέρησα μάλιστα είκοσι λεπτά στο ραντεβού μας.
— Με συγχωρείτε για την αργοπορία, είπα καθίζοντας λαχανιασμένη απέναντί του, αλλά κατά λάθος κατέβηκα μια στάση πιο πριν.
— Δεν πειράζει, κυρία Ιωάννου, μην απολογείστε. Θα πάρετε ένα καφέ ;
— Ένα καφεδάκι θα το έπινα ευχαρίστως.
Ο Ιατρίδης έδωσε την παραγγελία στον σερβιτόρο και ξαναγύρισε προς το μέρος μου :

21/7/16

"Αυτές τις μέρες πέθαναν πάλι πολλοί..."




Αυτές τις μέρες
πέθαναν πάλι πολλοί,
ένα αγόρι σφάχτηκε
σαν το κατσίκι,
κάποιους τους γάζωσαν ομαδικά
και γέμισε με αίματα η σάλα,
ένα ζευγάρι εκτελέστηκε
μπροστά στα μάτια του παιδιού τους,
κάποια πιο τυχερή
πέθανε εύκολα στο σπίτι της
στα σαράντα τρία της χρόνια,
ένας γέροντας αυτοκτόνησε
αρνούμενος να περιμένει άλλο,
ένας φαντάρος αποκεφαλίστηκε,
μια γυναίκα πυροβολήθηκε στο δρόμο
κι ύστερα από πάνω μαχαιρώθηκε
-έζησε ακόμα κάπου είκοσι λεπτά-
στην προκυμαία 
διαμελίστηκαν οι περιπατητές
που βόλταραν ανύποπτοι.

Μαθαίνουμε τα νέα εμείς,
προσθέτουμε στην αλυσίδα κρίκους,
διότι έχει μεγάλη σημασία
να εξοικειωνόμαστε,
αν και μια θλίψη αδιόρατη
έχει κατακαθίσει μέσα μας
από καιρό.

Ύστερα ήρθε κάποιος
και μας ανήγγειλε το θάνατό του.
Είναι το επόμενο βήμα αυτό,
η εξοικείωση να διευρύνεται,
να λιγοστεύει η θλίψη,
να μάθουμε να βλέπουμε το μελλοθάνατο
με φυσικότητα,
να συναγελαζόμαστε μαζί του
και να τον αποχαιρετούμε έγκαιρα,
αφού δεν έχουν και πολύ νόημα οι αποχαιρετισμοί,
όταν αυτός θα είναι αμέτοχος.

Απόλυτα στο τέλος ψύχραιμοι
θα μάθουμε να κλαίμε μόνο,
κάθε φορά
που ένα παιδί γεννιέται.