(Το διήγημα το έγραψα σε μια εποχή που οι θεωρίες περί ψεκάσματος ήταν ανύπαρκτες).
-Δεν με καταλαβαίνουν, αναστέναξε ο Πρόεδρος και κάθισε στην πολυθρόνα του.
Άναψε το πούρο του και κοίταξε έξω από το παράθυρο.
-Δεν θέλουν να με καταλάβουν.
Έκανα ένα μικρό βήμα προς τα δεξιά και μπήκα εν μέρει στο
οπτικό του πεδίο. Αυτός δεν μου έδωσε σημασία.
-Τι νομίζουν τέλος πάντων, πως είμαι Θεός; Ρώτησε το κενό.
Σκέφτηκα να του
πετάξω καμιά έξυπνη ατάκα, όμως αυτός με πρόλαβε:
-Αλλά κι ένας Θεός ακόμα χρειάζεται τη συμπαράσταση των πιστών
του.
-Έτσι είναι, συμφώνησα.



