Από τα πιο συγκινητικά ποιήματα που έχω
διαβάσει στη ζωή μου είναι αυτό που έγραψε ο σατιρικός (ναι, σατιρικός)
Μαρτιάλης για τον θάνατο μιας μικρής δούλης του, της Ερώτιον, που πέθανε έξι
χρονών.
Στο ποίημα ο Μαρτιάλης απευθύνεται
στους πεθαμένους γονείς του και τους παρακαλεί να υποδεχτούν στον Άδη με στοργή
και αγάπη την ψυχή της μικρούλας και να την προστατέψουν για να μην τρομάξει
από την αγριότητα του Κάτω Κόσμου.
Η βαθιά θλίψη του ποιητή για τον χαμό
της μικρούλας Ερώτιον είναι διάχυτη σε όλο το ποίημα, αλλά παράλληλα είναι
ευγενικά συγκρατημένη κι αυτή είναι η χάρη του και η ομορφιά του.
Διάβασα προ καιρού αυτό το ποίημα σε
κάποιες φίλες μου και από ένα σημείο και μετά έσπασε η φωνή μου και
δυσκολεύτηκα να το τελειώσω.
Σε σένα, Φρόντωνα
πατέρα και μητέρα Φλάκιλλα,
ετούτο το κορίτσι
παραδίδω,
το πολυαγαπημένο και
γλυκό,
να μην τρομάξει η
μικρούλα μου Ερώτιον
από τις μαύρες σκιές
και τα τεράστια στόματα
του σκύλου των
Ταρτάρων.
Σχεδόν θα είχε
συμπληρώσει
έξι χειμώνες
παγερούς,
αν ζούσε ακόμα άλλες έξι μέρες.
Έτσι χαρούμενα ας
παίζει
ανάμεσα στους
γέροντες προστάτες της
και το όνομά μου
ψελλίζοντας ας λέει.
Τα τρυφερά της
κόκαλα
ας τα σκεπάζει χλόη
μαλακή
και, γη, εσύ μην τη
βαραίνεις.
Ούτε κι εκείνη
βάραινε εσένα.
*
Hanc tibi, Fronto pater, genetrix Flacilla, puellam
oscula commendo deliciasque meas,
parvola ne nigras horrescat Erotion umbras
oraque Tartarei prodigiosa canis.
Inpletura fuit sextae modo frigora brumae,
vixisset totidem ni minus illa dies.
Inter tam veteres ludat lasciva patronos
et nomen blaeso garriat ore meum.
Mollia non rigidus caespes tegat ossa, nec illi,
terra, gravis fueris: non fuit illa tibi.
V.34

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου