Όνομα: Ευγενία
Επίθετο: Αραμπατζή
Τόπος γέννησης: Σμύρνη
Χρόνος γέννησης: 1908
-Άλλες πληροφορίες δεν
έχει; ρώτησα.
-Τι άλλες πληροφορίες
θέλεις;
-Τι εμπειρίες θα έχω, πώς
θα ζήσω, τι θα κάνω στη ζωή μου...
-Κι αυτά που ξέρεις πολλά
είναι. Τι θέλεις; Να τα μάθεις όλα; Δεν θα υπάρχει μετά το στοιχείο της
έκπληξης.
-Μα έτσι κι αλλιώς, όταν
μπω στο Παιχνίδι, δεν θα έχω μνήμη.
-Τότε γιατί θέλεις να
ξέρεις;
-Να μην ξέρω τι ζωή με
περιμένει;
-Δεν χρειάζεται. Όταν το Παιχνίδι
τελειώσει, θα τα ξέρεις όλα.
-Ούτε πόσα χρόνια θα
ζήσω; Ούτε πώς θα πεθάνω;
-Όχι. Άσε το Παιχνίδι να
σε οδηγήσει αυτό.
-Καλά. Θα τα πούμε μετά
τότε.
-Καλή διασκέδαση!
-Ευχαριστώ.
Τελικά πέθανα σε βαθύ
γήρας, το 1997. Ήσυχα στον ύπνο μου.
Όταν γύρισα πίσω, πήγα
και βρήκα τον υπεύθυνο του Παιχνιδιού.
-Λοιπόν, πώς τα πέρασες;
Ευχαριστήθηκες δυστυχία;
-Από δυστυχία άλλο
τίποτα. Χόρτασα, δεν έχω παράπονο. Ειδικά τότε που βρέθηκα πρόσφυγας στον
Πειραιά με την οικογένειά μου εξαφανισμένη. Μετά πάλι με τη γερμανική Κατοχή
που με θέρισε η πείνα, κόντεψα να πεθάνω τότε από ασιτία. Και στον Εμφύλιο μετά
που έχασα τον γιο μου και τον άντρα μου. Μετά ήρθαν οι αρρώστιες, νοσοκομεία,
φάρμακα, τέλος πάντων πολύ κακοπέρασα, δεν έχω παράπονο. Μόνο ο θάνατός μου
ήταν εύκολος.
-Θα προτιμούσες κάτι
επώδυνο;
-Ναι, μάλλον. Στη
γειτονιά που έμενα είχε μεγάλη εγκληματικότητα. Άνετα θα μπορούσε κάποιος να
μπει στο σπίτι μου και να με σφάξει. Αντί γι’ αυτό πέθανα ήσυχα στο κρεβάτι
μου. Κρίμα.
-Εντάξει, το Παιχνίδι
έχει τις ισορροπίες του. Έχει πολλές δόσεις δυστυχίας και διαλείμματα
αδράνειας. Δεν γίνεται διαφορετικά. Αλλιώς οι παίκτες θα το μυρίζονταν ότι
πρόκειται για παιχνίδι. Σημασία έχει να μην καταλαβαίνουμε ότι παίζουμε ένα
ρόλο. Να νομίζουμε ότι όλα αυτά που ζούμε, είναι αληθινά. Πρώτη φορά έπαιξες;
-Ναι.
-Τώρα θα κολλήσεις όμως.
Το Παιχνίδι είναι εθιστικό, δημιουργεί εξαρτήσεις. Εμένα που με βλέπεις, έχω
παίξει πάνω από τριάντα φορές. Είμαι γεμάτος από δυνατές αναμνήσεις. Σου άρεσε
πάντως, έτσι δεν είναι;
-Μου άρεσε πολύ. Γίνεται
να ξαναπαίξω αμέσως τώρα;
-Χμ... όχι. Προηγούνται
άλλοι. Πρέπει να ξανακάνεις αίτηση και να περιμένεις. Εξάλλου χρειάζεσαι μια
ανάπαυλα, να συνέλθεις από την περιπέτεια.
-Μια χαρά είμαι.
-Δεν γίνεται να
ξαναπαίξεις αμέσως. Θα πας τώρα στο σπίτι σου, θα ξεκουραστείς και θα διηγηθείς
στους φίλους σου την περιπέτειά σου. Θα χαλαρώσεις και σε λίγο καιρό θα
ξαναμπείς στο Παιχνίδι. Δεν έχεις πράγματα να κάνεις στην πραγματική ζωή σου;
-Τι πράγματα να έχει κάποιος
να κάνει στην πραγματική ζωή του; Όλα είναι τέλεια και ατελείωτη είναι μόνο η
ευτυχία μας. Την έχω βαρεθεί. Όπως και όλοι μας εξάλλου. Θέλω να ξαναμπώ στο Παιχνίδι.
Θέλω να ζήσω πάλι τη δυστυχία.
-Θα κάνεις αίτηση και θα
περιμένεις.
Πήγα στο σπίτι μου και
βυθίστηκα στη βαρετή ευτυχία μου. Δε λέω, είναι ωραία να είσαι ασφαλής,
αρτιμελής, να τα έχεις όλα, να ζεις σε ένα κόσμο αιώνιας ευδαιμονίας. Ο
εφευρέτης του Παιχνιδιού το υπονοεί αυτό, καθώς οι χαρακτήρες που υποδυόμαστε
πιστεύουν ότι υπάρχει μια άλλη ζωή γεμάτη ευτυχία μετά τον θάνατο. Δεν
υποπτευόμαστε όμως, όσο είμαστε μέσα στο Παιχνίδι, ότι αφήσαμε με τη θέλησή μας
αυτή την ευτυχισμένη ζωή για να βιώσουμε τη δυστυχία μιας πλαστής ζωής σε ένα
παιχνίδι προσομοίωσης.
Αυτό το παιχνίδι μάς
δίνει την ευκαιρία να βιώσουμε τρομερές καταστάσεις, χωρίς να κινδυνεύουμε
καθόλου. Εμείς βέβαια, όσο παίζουμε, δεν το καταλαβαίνουμε αυτό, παίρνουμε για
αληθινές αυτές τις πλαστές τρομαχτικές περιπέτειες. Αυτή εξάλλου είναι και η
γοητεία του Παιχνιδιού. Να νομίζεις ότι βιώνεις στ’ αλήθεια την πείνα, την
αρρώστια, τον κίνδυνο, τον πόλεμο, την αδικία, όλα αυτά τα εντελώς παράλογα που
συμβαίνουν στο Παιχνίδι. Τα πιστεύεις. Κι έτσι έχεις και τα ανάλογα
συναισθήματα, τον φόβο, την αγωνία, τη θλίψη, τον πόνο, την απελπισία, την
οδύνη, τον θυμό, την οργή. Είναι τόσο σοφά φτιαγμένο το Παιχνίδι, ώστε σε
ξεγελά. Διότι ανάμεσα στη δυστυχία που κατακλύζει τα πάντα, υπάρχουν και κάποια
φωτεινά διαλείμματα με χαρούμενες στιγμές, με γιορτές, αγάπες και τέτοια κι
έτσι παρασύρεσαι και νομίζεις ότι όλα αυτά είναι αλήθεια. Ενώ, αν δεν υπήρχαν
αυτά τα φωτεινά διαλείμματα, θα μας έμπαιναν υποψίες, ότι κάτι δεν πάει καλά
εδώ πέρα, μπορεί να καταλαβαίναμε ότι παίζουμε ρόλους. Επίσης θα αυτοκτονούσαμε σωρηδόν και το
παιχνίδι θα έχανε το νόημά του. Αλλά με τα φωτεινά διαλείμματα πέφτουμε στην
παγίδα και ελπίζουμε. Έτσι δεν αυτοκτονούμε, μόνο κάποιοι λίγοι το κάνουν αυτό,
αλλά το Παιχνίδι δεν αλλοιώνεται.
Το βασικό είναι να
πιστεύεις ότι είσαι ο χαρακτήρας που ενσαρκώνεις. Εγώ παραδείγματος χάριν όσο
ήμουν μέσα, ήμουν σίγουρη πως με έλεγαν Ευγενία Αραμπατζή και ότι ζούσα
κανονικά όλες αυτές τις δυστυχίες που με έβρισκαν. Με τα χαρούμενα διαλείμματά
μου βέβαια, όταν γνώρισα τον άντρα μου, όταν γέννησα τον γιο μου και μερικά
άλλα τέτοια αποπροσανατολιστικά.
Η ταύτιση, αυτό είναι το
ζητούμενο.
Πάντα ο άνθρωπος είχε
αυτή την τάση, να ταυτίζεται με τους ήρωες των ιστοριών. Άκουγε τις ιστορίες
που διηγούνταν οι άλλοι και ταυτιζόταν με τις περιπέτειες των ηρώων τους.
Αργότερα, όταν έμαθε γραφή και ανάγνωση, τις διάβαζε και πάλι ταυτιζόταν. Μετά
επινόησε το θέατρο και τότε ταυτιζόταν με τους θεατρικούς χαρακτήρες. Έπειτα
έκανε το ίδιο και με τον κινηματογράφο.
Το πρόβλημα ήταν όμως ότι
πάντα ο αναγνώστης ή ο θεατής είχε συνείδηση ότι βρισκόταν απέξω. Μπορούσε κάθε
στιγμή να διακόψει την ταύτιση και να συνεχίσει την πραγματική ζωή του. Άρα η
ταύτιση ήταν ατελής.
Στο Παιχνίδι αυτό δεν
συμβαίνει. Εδώ η ταύτιση είναι απόλυτη. Δεν μπορείς να τη διακόψεις, εκτός αν
αποφασίσεις να αυτοκτονήσεις, οπότε επανέρχεσαι αυτομάτως στην πραγματικότητά
σου. Αλλά γιατί να το κάνεις; Έτσι κι αλλιώς αγνοείς ότι παίζεις ένα παιχνίδι.
Πιστεύεις ότι είσαι ο χαρακτήρας που ενσαρκώνεις. Και παρά τις απανωτές
δυστυχίες σου, ελπίζεις ότι θα έρθουν καλύτερες μέρες. Δεν έρχονται βέβαια
ποτέ, αλλά εσύ δεν το ξέρεις.
Θα έλεγε κανείς ότι ο
άνθρωπος έχει γενικά ανώμαλο ψυχισμό για να θέλει να παίζει τέτοιου είδους
οδυνηρά παιχνίδια. Δεν ξέρω. Και παλιά πάντως το ίδιο έκανε. Του άρεσαν πολύ οι
ιστορίες τρόμου, τα θρίλερ, οι πολεμικές περιπέτειες, οι αστυνομικές, η βία, το
αίμα.
Από την άλλη πάλι, μια
ζωή αδιατάραχτης ευτυχίας, όπως αυτή που ζούμε οι σημερινοί άνθρωποι, είναι σε
τελική ανάλυση απέραντα πληκτική.
Το Παιχνίδι μάς έδωσε μια
λύση φυγής από την πραγματικότητά μας. Μπορούμε να γευτούμε τον τρόμο, την
απελπισία, την αγωνία, τον μόχθο, την πείνα, την αδικία, την αρρώστια και τον
θάνατο, χωρίς να κινδυνεύουμε στ’ αλήθεια.
Στο Παιχνίδι ξαναμπήκα
μετά από πολύ καιρό, αφού πρώτα είχα σκυλοβαρεθεί την ευτυχισμένη ζωή μου.
Πάτησα το κουμπί και
πετάχτηκε έξω η κάρτα με τα βασικά στοιχεία του χαρακτήρα που επρόκειτο να
ενσαρκώσω:
Όνομα: Εύα
Επίθετο: Γκομές
Τόπος γέννησης: Μοντεβιδέο,
Ουρουγουάη
Χρόνος γέννησης: 1955
Χαρακτηριστικά: τυφλή
-Τυφλή;
-Τι, δεν σου αρέσει;
-Λίγο ζόρικο δεν είναι;
-Όσο πιο ζόρικο, τόσο
καλύτερο.
-Ναι, δε λέω...
-Θα περάσεις των παθών
σου τον τάραχο, αγαπητή.
-Ναι, σίγουρα.
-Εγώ μια φορά υπήρξα
παράλυτος στη Μαλαισία. Τι να σου πω... ζορίστηκα
πολύ. Έχω όμως τώρα πολύ δυνατές αναμνήσεις. Αξίζει τον κόπο.
«Με
λένε Εύα Γκομές. Γεννήθηκα τυφλή σε μια φτωχική γειτονιά του Μοντεβιδέο. Η ζωή
μου είναι άθλια. Δεν ξέρω, γιατί η μοίρα με αδίκησε τόσο, δεν ξέρω γιατί ο Θεός
αποφάσισε έτσι για μένα. Δεν περιμένω πολλά πράγματα από τη ζωή, προσπαθώ να
βολευτώ με τα ελάχιστα που έχω και υπομένω την ατυχία μου με όση καρτερία
διαθέτω. Ξέρω, είμαι σίγουρη, ότι όλα αυτά είναι εφήμερα, είναι προσωρινά. Στην
άλλη ζωή δεν θα είμαι ούτε τυφλή ούτε φτωχή. Στην άλλη ζωή θα είμαι
ευτυχισμένη. Έτσι λένε οι Άγιες Γραφές κι εγώ τις πιστεύω...»

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου