14/3/26

Πρόοδος ή εκφυλισμός;

 

 



 

Τι συμβαίνει στον Δυτικό Κόσμο; Προοδεύει ή εκφυλίζεται;

 

Εμείς οι σύγχρονοι είναι δύσκολο έως αδύνατο να το καταλάβουμε. Θα το καταλάβουν οι επόμενες γενιές.

 

Προς το παρόν εμείς παρακολουθούμε τα τεκταινόμενα και ανάλογα με τις ιδέες που έχουμε στο κεφάλι μας πιστεύουμε ότι:

 

α) προοδεύουμε, καθώς νέες ατομικές ελευθερίες επικρατούν σιγά σιγά, η δε τεχνολογία και οι επιστήμες κάνουν εντυπωσιακά άλματα, ανίατες ασθένειες μεταβάλλονται σε ιάσιμες, ανεβαίνει το προσδόκιμο ζωής, ο κόσμος ζει καλύτερα με περισσότερες ανέσεις και περισσότερο ελεύθερο χρόνο να απολαύσει αυτό που του αρέσει

 

ή

 

β) εκφυλιζόμαστε, καθώς όλη αυτή η καλοπέραση φέρνει μαζί της και την ανία, με αποτέλεσμα το μυαλό μας να εφευρίσκει τρόπους περίεργους για να ικανοποιηθεί, η Τέχνη να παραμορφώνεται μέχρις αηδίας, οι συνήθειές μας να μετασχηματίζονται σε κάπως ασυνήθιστες δραστηριότητες, οι πολιτικές μας τοποθετήσεις να κλονίζουν την αστική δημοκρατία μας, η κοινωνική συμπεριφορά μας να αλλάζει και να σοκάρει τους πιο συντηρητικούς συμπολίτες μας και άλλα πολλά.

 

Όσοι ζουν στις λεγόμενες καθυστερημένες κοινωνίες τα βλέπουν αυτά και σηκώνεται η τρίχα τους. Μας θεωρούν εξ ορισμού εκφυλισμένους που πρέπει ή να συμμορφωθούμε ή να εξαλειφθούμε.

 

Εμάς πάλι μας σηκώνεται η τρίχα, όταν βλέπουμε τη βαρβαρότητά τους και δεν τους θέλουμε στα πόδια μας.

 

Η Ιστορία αργότερα θα πει στους απογόνους μας τι μέλλον μάς περιμένει και ποιοι τελικά θα επικρατήσουν.

 

Κοινωνίες πάντως ευημερούσες για πολύ καιρό καταρρέουν συχνά εκ των έσω, ανίκανες ή βαριεστημένες να υπερασπιστούν την ευημερία τους.

 

Και τότε οι βάρβαροι καταλαμβάνουν τον χώρο και όλα ξεκινούν πάλι από την αρχή.



13/3/26

16. Ο περίεργος θάνατος της ποιήτριας Κλειώς Σαλόνγκα

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

Αυτό ο Δεβρεντής δεν μπορούσε να το χωνέψει. Ήταν φανερό ότι ο Περπατέας ζούσε εκεί χάρη στα χρήματα που είχε κλέψει από την Κλειώ Σαλόνγκα.

 

Κι έτσι, μια Κυριακή που δεν είχε τι να κάνει – γενικώς δεν είχε τίποτα να κάνει, από τότε που είχε αποστρατευτεί – μπήκε στο αυτοκίνητό του και πήγε να συναντήσει τον Ευδαίμονα Περπατέα στα βόρεια προάστια.

 

Τον βρήκε στον κήπο του γηροκομείου να διαβάζει την κυριακάτικη εφημερίδα του καθισμένος σ’ ένα παγκάκι κάτω από έναν ζεστό ανοιξιάτικο ήλιο μέσα σε ένα περιβάλλον προσεχτικά ειδυλλιακό.

 

-Πώς από δω, αστυνόμε; ρώτησε ο Περπατέας απορημένος αφήνοντας δίπλα του την εφημερίδα.

-Είπα να περάσω να σου πω μια καλημέρα, είπε ο Δεβρεντής χαμογελαστός. Και δεν είμαι πια αστυνόμος. Είμαι συνταξιούχος και μπορείς να με λες Χαράλαμπο. Θα με κεράσεις ένα καφέ;

 

Ο Περπατέας σηκώθηκε από το παγκάκι.

-Και το συζητάς; Ήσουν καλός άνθρωπος, Χαράλαμπε, έχω καλές αναμνήσεις από σένα. Πάμε στο σαλόνι να τα πούμε με την ησυχία μας.

 

-Και πώς είναι η ζωή εδώ;, ρώτησε ο Δεβρεντής, όταν βολεύτηκαν σε έναν μαλακό καναπέ.

-Δεν βαριέσαι, γεράσαμε και τίποτα στη ζωή μας δεν κάναμε, είπε ο Περπατέας παίρνοντας ένα ύφος φιλοσοφικό.

-Ε, πώς! Τόσα χρόνια έβγαζες το ψωμί σου τίμια δουλεύοντας στα χωράφια σου.

-Σκληρή ζωή, Χαράλαμπε. Σακατεύτηκα πριν την ώρα μου.

-Τώρα όμως περνάς βασιλικά, είπε ο Δεβρεντής κοιτάζοντας γύρω του.

 

Ένας σερβιτόρος έφερε τους καφέδες, τους ακούμπησε στο τραπεζάκι και απομακρύνθηκε αθόρυβα.

 

-Άρχοντας! συνέχισε ο Δεβρεντής.

-Ναι, ξέρω, σου κάνει εντύπωση πώς βρέθηκα εγώ εδώ. Ας είναι καλά ο φίλος μου ο Σταυράκης.

-Ποιος είναι αυτός;

-Ο ιδιοκτήτης του γηροκομείου. Παλιός φίλος. Κάποτε μάλιστα τον είχα σώσει από πνιγμό. Είχαμε πάει για μπάνιο στη θάλασσα, άγουρα παιδιά ακόμα τότε. Αυτός όμως δεν ήξερε κολύμπι και παρά λίγο να πνιγεί. Εγώ τον έσωσα.

 

Ο Δεβρεντής τον κοίταξε με θαυμασμό:

-Κι αυτός από ευγνωμοσύνη σού παραχώρησε μετά από μισό αιώνα μια σουίτα στο πολυτελές γηροκομείο του.

-Για την ακρίβεια μετά από εξήντα χρόνια, είπε ο Περπατέας και το μάτι του έπαιξε λίγο.

 

Ήπιαν τον καφέ τους σιωπηλοί, ενώ γύρω τους περιφέρονταν γέροντες, κοπέλες ντυμένες στα λευκά και νεαροί σερβιτόροι. Κάποιοι στο βάθος έβλεπαν τηλεόραση. Δυο τρεις τρόφιμοι πέρασαν από μπροστά τους πάνω σε καροτσάκια που τα έσπρωχναν νοσοκόμες.

 

-Ζωή και κότα, είπε με νόημα ο Δεβρεντής.

-Ξέρω πού το πας, απάντησε ο Περπατέας και χαμογέλασε.

 

Ο Δεβρεντής έσκυψε προς το μέρος του:

-Κοίτα, τώρα και οι δυο μας βρισκόμαστε στο τέλος της ζωής μας. Εσύ, ό,τι έκανες το πλήρωσες, πάει, τελείωσε. Εγώ πάλι είμαι πια ένας συνταξιούχος, έχω μια κόρη που την ταλαιπωρεί η υγεία της και δεν ξέρω ποιος θα φύγει πρώτος, εκείνη ή εγώ. Μπορούμε λοιπόν να ανοίξουμε τα χαρτιά μας. Κανείς δεν θα χάσει και κανείς δεν θα κερδίσει. Αλλά μ’ έχει φάει η περιέργεια. Πού είχες κρύψει τα γαμημένα τα λεφτά;

 

Ο Περπατέας έμεινε βουβός σαν άγαλμα.

 

-Έτσι κι αλλιώς δεν είναι πια εκεί που τα είχες κρύψει, συνέχισε ο Δεβρεντής. Οπότε δεν υπάρχει λόγος να μην το λες.

-Το χωριό μου είναι περικυκλωμένο από δάση, είπε ο Περπατέας. Εκεί και πτώμα να θάψεις, δεν θα το βρουν ποτέ.

 

Ο Δεβρεντής τον κοίταξε αποσβολωμένος:

-Μέσα στο δάσος; Εκεί τα είχες κρύψει; Και δεν σε έβλεπε κανείς που μπαινόβγαινες εκεί μέσα;

-Δεν μπαινόβγαινα. Εγώ δούλευα στα χωράφια μου.

-Κατάλαβα. Είχες φτιάξει δηλαδή στο δάσος κάτι σαν θυρίδα Τράπεζας.

 

Έμειναν για λίγο σιωπηλοί.

 

-Και τώρα ο Σταυράκης σού παρέχει δωρεάν φιλοξενία σε έναν ακριβό οίκο ευγηρίας, είπε ο Δεβρεντής. Επειδή πριν εξήντα χρόνια τον έσωσες από πνιγμό.

-Υπάρχει ανθρωπιά στον κόσμο, είπε ο Περπατέας.

-Υπάρχουν και οι δωρεές.

-Ναι, ασφαλώς. Πολλοί γέροντες αφήνουν την περιουσία τους στο ίδρυμα. Γίνεται αυτό γενικά σε όλα τα ιδρύματα πάσης φύσεως.

-Έκανες κι εσύ τη δωρεά σου στο ευαγές ίδρυμα  του Σταυράκη.

 

Ο Περπατέας έμεινε σιωπηλός.

 

Ο Δεβρεντής τον κοίταξε επίμονα για λίγη ώρα:

-Αν ο Σταυράκης αλλάξει γνώμη, λέμε τώρα, και σε διώξει από δω, πού θα βρεθείς, Ευδαίμων;

-Στον δρόμο, είπε ψυχρά αυτός.

 

Ο Δεβρεντής έσκυψε το κεφάλι συλλογισμένος. Ύστερα είπε:

-Κρίμα είναι να βρεθεί ένας γέροντας στον δρόμο.

 

Σηκώθηκε από τη θέση του:

-Λοιπόν, χάρηκα που τα είπαμε. Θα σε θυμάμαι, Περπατέα… για όσο ακόμα ζήσω.

-Κι εγώ, αστυνόμε, είπε ο Περπατέας και σηκώθηκε.

 

Έδωσαν τα χέρια χαμογελώντας.

 

 

 

Λίγους μήνες αργότερα ο Χαράλαμπος Δεβρεντής έλαβε ταχυδρομικά ένα ογκώδες βιβλίο με τον γενικό τίτλο: «Σύγχρονη Ποιητική Ανθολογία» που περιείχε ποιήματα διακεκριμένων ποιητών της εποχής. Ο αποστολέας ήταν άγνωστος.

 

Η Ανθολογία είχε συμπεριλάβει και τρία ποιήματα της Κλειώς Σαλόνγκα. Ένα από αυτά ήταν περικυκλωμένο με κόκκινο μελάνι:

 

«Από όλους όσους γνώρισα,

μόνο εσένα αγάπησα

κι ας μην το υποπτεύθηκες ποτέ.

Μια μόνο επιθυμία έχω:

Κανένας να μη μάθει

το τρυφερό,

το τρομερό μου μυστικό».

 

Ένας ανεκπλήρωτος έρωτας, σκέφτηκε ο Δεβρεντής, αφήνοντας κάτω το βιβλίο. Αυτός που έκανε την Κλειώ Σαλόνγκα τόσο κακότροπη τελικά. Συμβαίνουν αυτά…

 

Σηκώθηκε και πήγε να φτιάξει καφέ.

 

 

                                    ΤΕΛΟΣ

 

12/3/26

Έχω αγωνία

 

Περιφέρομαι άσκοπα,


προσπαθώ να γεμίσω τον χρόνο μου


με άλλα διάφορα, αδιάφορα,


συγκρατώ με δυσκολία τον εαυτό μου


να μη σε γεμίσω με την αγάπη μου


κι έχω αγωνία,


γιατί σου υποσχέθηκα


ότι από σένα τίποτα ποτέ


δεν θα ζητήσω.



Τόση υποκριτική ταπεινότητα


και από πίσω


ένας τεράστιος εγωισμός.


 

Σπάσε μού τον επιτέλους,


σπάσε τον!



15. Ο περίεργος θάνατος της ποιήτριας Κλειώς Σαλόνγκα

 

ΤΑ ΕΠΟΜΕΝΑ ΔΩΔΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ

 

Ο Περπατέας δικάστηκε και καταδικάστηκε σε οχτώ χρόνια για ληστεία και απόπειρα φόνου. Έπαιξε ρόλο και ο σύννομος πρότερος βίος του. Ποτέ δεν είπε όμως πού είχε κρύψει τα χρήματα. Στη φυλακή έμεινε πέντε χρόνια Τα πέρασε όλα σε αγροτική φυλακή και υπήρξε υποδειγματικός κρατούμενος, ήσυχος και ευγενικός. Έτσι βγήκε λίγο νωρίτερα από το αναμενόμενο και πήγε να ζήσει στο χωριό του.

 

Τα ΜΜΕ κάλυψαν εννοείται τη δίκη και αποκάλυψαν τελικά την αιτία θανάτου της Κλειώς Σαλόνγκα. Ο κόσμος συγκινήθηκε, γράφτηκαν πολλά, επαινέθηκε ξανά η μεγάλη ποίησή της και το όνομά της πέρασε στην αθανασία, τουλάχιστον για τα επόμενα πενήντα – εκατό χρόνια, μετά δεν ξέρουμε ποιο θα ήταν το μέλλον της.

 

Ο Χαράλαμπος Δεβρεντής συνέχισε να κάνει τη δουλειά που ήξερε, δηλαδή να πιάνει και να ανακρίνει υπόπτους για κλοπές, ληστείες και φόνους και παράλληλα ανέβαινε στην ιεραρχία της Αστυνομίας. Δώδεκα χρόνια αργότερα αποστρατεύτηκε και πήγε στο σπίτι του να γεράσει και να πεθάνει ήσυχα.

 

Από όλες τις υποθέσεις που είχε αναλάβει, αυτή της Κλειώς Σαλόνγκα ήταν η πιο λαμπερή που προβλήθηκε εξαντλητικά από τα ΜΜΕ. Γι’ αυτό και δεν μπορούσε να την ξεχάσει. Κυρίως τον έτρωγε η περιέργεια τι είχαν απογίνει εκείνα τα χρήματα της Σαλόνγκα, εφόσον ο Περπατέας ποτέ δεν είχε αποκαλύψει τι τα είχε κάνει και εφόσον μετά την αποφυλάκισή του είχε γίνει ξανά  ένας ταπεινός αγρότης.

 

Μέσα σ’ αυτά τα δώδεκα χρόνια που ακόμα ήταν στην Αστυνομία δεν έπαψε να παρακολουθεί τους τέσσερις άνδρες που είχαν παρακαθίσει στο δείπνο εκείνης της Πέμπτης στο διαμέρισμα της Σαλόνγκα καθώς και το κλεφτρόνι, το οποίο κάθε τόσο το έπιανε η αστυνομία, άλλοτε γιατί είχε γδύσει κάποιο ερημικό εξοχικό, άλλοτε γιατί είχε αρπάξει πορτοφόλια τουριστών και την τελευταία φορά, γιατί είχε τραυματίσει με το σουγιαδάκι του έναν συνάδελφό του. Μπήκε στη φυλακή για λίγους μήνες και, όταν βγήκε, τον βρήκαν νεκρό κάπου στο Μεταξουργείο με κομμένο τον λαιμό του.

 

Όσο για τους υπόλοιπους, είχαν την προβλεπόμενη πορεία στη ζωή τους.

 

Ο Μάνος Σαλόνγκας δεν κληρονόμησε τίποτα από τη θεία του, πλην όμως ως ο μοναδικός συγγενής της είχε τα δικαιώματα στο ποιητικό της έργο και κέρδισε κάποια χρήματα με την εκμετάλλευσή του. Δεν έπαψε βέβαια να τη βρίζει σε όλη την υπόλοιπη ζωή του για την απουσία συγγενικής αγάπης που είχε επιδείξει απέναντί του.

 

Ο Ευγένιος Ταραντάκης δεν κατάφερε τελικά να γίνει δεκτός στους κύκλους των διανοουμένων – εδώ που τα λέμε τα ποιήματά του ήταν φτηνές αντιγραφές άλλων ποιητών – και μετά από κάποια χρόνια άκαρπων προσπαθειών, ερωτεύτηκε κάποια Άντα που έμενε στη Βούλα και πήγε να ζήσει μαζί της. Αυτή τον έστρωσε στη δουλειά και ο Ευγένιος Ταραντάκης έγινε ένας πολύ καλός ντελιβεράς, παντρεύτηκε την Άντα και έκανε και δυο παιδάκια.

 

Ο Σπύρος Κεντιρές κήρυξε πτώχευση και έκλεισε τις εκδόσεις του. Αυτό όμως δεν τον γλίτωσε από την καταδίωξη των τοκογλύφων και έσωσε τη ζωή του την τελευταία στιγμή, όταν παντρεύτηκε μια υπάλληλο Υπουργείου έντεκα χρόνια μεγαλύτερή του που προσφέρθηκε να πληρώσει τους τοκογλύφους με αντίτιμο να έχει στο κρεβάτι της έναν ωραίο άντρα που ούτε στα όνειρά της δεν μπορούσε να φανταστεί. Ο Κεντιρές ανέλαβε το νοικοκυριό και, όποτε έβρισκε ευκαιρία, έβγαινε και με καμιά ομορφούλα και παρηγοριόταν.

 

Όσο για τον Ευδαίμονα Περπατέα, αφού καλλιέργησε δέκα ακόμα χρόνια τα χωράφια του και εξάντλησε και τις τελευταίες σωματικές αντοχές του, πήγε και κλείστηκε σε έναν οίκο ευγηρίας στα βόρεια προάστια της Αθήνας.

 

Αυτό δεν θα ήταν παράξενο, αν ο οίκος ευγηρίας ανήκε στον δήμο, καθότι ο Περπατέας όλα αυτά τα χρόνια τα είχε ζήσει ως φτωχός αγρότης. Όμως εκείνος βρέθηκε να ζει το υπόλοιπο της ζωής του σε ένα πολυτελέστατο ιδιωτικό γηροκομείο, όπου ολοκλήρωναν την περιπέτεια της ζωής τους οι πλούσιοι Αθηναίοι.

 

(Στο επόμενο το τέλος της νουβέλας)