10/8/26

Το Μοίραμα (2)

 

 

 



Το μωρό γεννήθηκε τα χαράματα μετά από ωδίνες τριών ημερών.

 

Η μάνα του είπε: «Πάρτε το αποδώ, δεν θέλω να το βλέπω». Ύστερα το μωρό άρχισε να κλαίει και κάτι απροσδιόριστο σάλεψε στο μυαλό της και είπε: «Φέρτε μου το πίσω, στο κάτω-κάτω είναι το παιδί μου».

 

Της το’ φεραν και το’ βαλαν στην κούνια, δίπλα στο κρεβάτι της. Το μωρό είχε τα μάτια ανοιχτά και κοίταζε τον κόσμο και τότε οι άλλες γυναίκες τρόμαξαν. «Δεν είναι φυσικά πράγματα αυτά», είπαν στη μάνα του, «να έχει ένα νεογέννητο ανοιχτά τα μάτια του και να περιεργάζεται τον κόσμο». Κι άπλωσαν πάνω από την κούνια του ένα λεπτό λευκό πανί, αφού δεν ήταν ακόμα η ώρα του να κοιτάζει τον κόσμο και μάλιστα με ένα τέτοιο εξεταστικό βλέμμα.

 

Τη νύχτα οι άλλες γυναίκες έφυγαν και η λεχώνα εξαντλημένη από τη δύσκολη γέννα έπεσε σε βαθύ ύπνο.

 

Ήρθαν τότε αθόρυβα οι τρεις μακρόστενες σκιές, στάθηκαν πάνω από την κούνια του μωρού και ετοιμάστηκαν να το μοιράνουν. Όμως η κούνια ήταν σκεπασμένη με το λευκό πανί και δεν έβλεπαν το πρόσωπό του. Έμειναν τότε ακίνητες και τίποτα δεν έκαναν για πολλή ώρα. Γιατί δεν ήταν δυνατό να μοιράνουν έναν άνθρωπο νεογέννητο, χωρίς να έχουν δει πώς είναι η όψη του. Και η ώρα περνούσε και οι τρεις μακρόστενες σκιές στέκονταν γύρω από την κούνια και δεν γινόταν τίποτα.

 

Κάποια στιγμή ξαφνικά άρχισε να κλαίει γοερά το μωρό. Ίσως διαισθάνθηκε, με τον μαγικό τρόπο που διαισθάνονται όλοι οι νεοφερμένοι σε τούτο τον κόσμο, πως τα αρχέγονα στοιχεία του Σύμπαντος βρίσκονταν πολύ κοντά του και πως κινδύνευε να μην προδιαγραφεί η μοίρα του, αφού δεν το έβλεπαν. Άρχισε να κλαίει γοερά λοιπόν και η μάνα του ξύπνησε αλαφιασμένη από τον ύπνο και άσχημες σκέψεις πέρασαν από το μυαλό της. Όμως τίποτα κακό δεν μπορούσε να κάνει στο παιδί, γιατί αυτό ήταν ακόμα χωρίς Μοίρα και χωρίς Σφραγίδα και η ζωή του στεκόταν ακίνητη στον κόσμο μη μπορώντας να πάρει καμιά κατεύθυνση.

 

Σηκώθηκε από το κρεβάτι η μάνα του και τράβηξε το πανί από την κούνια, χωρίς ακόμα να ξέρει τι να κάνει, να το θηλάσει ή να το πνίξει, αλλά τότε το μωρό σταμάτησε απότομα να κλαίει κι εκείνη γύρισε στο κρεβάτι της κι αποκοιμήθηκε ξανά.

 

Και τότε οι τρεις Μοίρες, η Κλωθώ, η Λάχεσις και η Άτροπος, είδαν το πρόσωπο του παιδιού και ταράχτηκαν, γιατί αυτό τις κοίταζε ίσια στα μάτια και σαν να διάβαζε πίσω από αυτά όλη τη μοίρα του Κόσμου. Και για ένα διάστημα χρόνου που είναι αδύνατο να μετρηθεί, στάθηκαν ακίνητα τα αρχέγονα στοιχεία του Σύμπαντος απέναντι στο εφήμερο και το περατό και κάτι έτριξε βαθιά κάτω στα θεμέλια του Κόσμου. Επειδή ο μιας ημέρας άνθρωπος είδε την Αιωνιότητα και η Αιωνιότητα είδε τον άνθρωπο της μιας ημέρας.

 

Ύστερα ήρθε πιο κοντά η πρώτη Μοίρα, η Κλωθώ, κι έβγαλε από το σακούλι της νήματα ανάκατα και μπερδεμένα κι άρχισε να τα πλέκει. «Πλέκω το νήμα της ζωής σου, νεογέννητε άνθρωπε», είπε η μακρόστενη σκιά, «τις ώρες και τις μέρες και τα χρόνια σου. Κι όπως πλεγμένο θα είναι αυτό το νήμα, έτσι θα είναι πλεγμένη κι η ζωή σου με τις ζωές των άλλων».

 

Κι όση ώρα έπλεκε το νήμα της, τα μάτια του μωρού ήταν στυλωμένα πάνω της. Και η Κλωθώ ταραζόταν όλο και πιο πολύ, έκανε λάθη και χύνονταν οι πόντοι, μέχρι που έφτιαξε ένα πλεχτό γεμάτο τρύπες, αλλού πυκνό, αλλού αραιό και οι πόντοι έφευγαν απ’ όλες τις μεριές. Έτσι στραβοφτιαγμένο το πέταξε εκνευρισμένη στην κούνια και είπε: «Κι εσένα, νεογέννητε άνθρωπε, έτσι θα είναι η ζωή σου και καλύτερα να μη μ’ έβλεπες». Και τραβήχτηκε ένα βήμα πίσω.

 

Μετά πλησίασε η Λάχεσις και το μωρό στύλωσε και σ’ αυτήν το βλέμμα του και η Μοίρα ταράχτηκε πολύ, γιατί ποτέ δεν μοίραζε τα Καλά και τα Κακά σε ανθρώπους που είχαν τα μάτια ανοιχτά κι έβλεπαν τι έκανε. Γι’ αυτό έχωσε το χέρι στο σακούλι της και ό,τι έβρισκε στην τύχη το έβγαζε έξω και το πέταγε στην κούνια. Κι έλαχε να βρίσκει όλο Καλά και γέμισε η κούνια με ωραία δώρα και φάνηκε για μια στιγμή πως το παιδί θα ζούσε μια ζωή γεμάτη χάρες. Αλλά την τελευταία στιγμή το πεπρωμένο του άλλαξε, όταν η Λάχεσις έβγαλε από το σακούλι της το τελευταίο δώρο. Κι ήταν αυτό το μαύρο δώρο της Αναίρεσης. Το απόθεσε στην άκρη της κουβέρτας του και είπε: «Αυτά τα Καλά κι αυτά τα Κακά σού έλαχαν, νεογέννητε άνθρωπε. Και καλύτερα να μη μ’ έβλεπες». Και τραβήχτηκε κι αυτή ένα βήμα πιο πίσω.

 

Ύστερα πλησίασε η πιο ψηλή σκιά, η τρίτη Μοίρα, η Άτροπος, αυτή που προφέρει τον ανέκκλητο λόγο και βάζει την Σφραγίδα. Όμως εκείνη δεν ταράχτηκε από το βλέμμα του μωρού, μόνο είδε το κακοπλεγμένο νήμα της Κλωθώς και ρώτησε την αδελφή της: «Γιατί, Κλωθώ, αδελφή μου, έπλεξες τόσο άσχημα το νήμα της ζωής αυτού του ανθρώπου; Όλα αναποδιασμένα και δύσκολα θα του έρθουν και δεν θα παίρνει ευχαρίστηση ό,τι κι αν κάνει». «Δεν φταίω εγώ», είπε η Κλωθώ, «φταίει που με κοίταζε ο νεογέννητος άνθρωπος κι αυτό με τάραξε πολύ».

 

Η Άτροπος δεν είπε τίποτα. Έσκυψε πάνω από την κούνια και περιεργάστηκε συλλογισμένη  τα δώρα της άλλης αδελφής της. Ύστερα στράφηκε στη Λάχεσι: «Γιατί αδελφή μου, Λάχεσι, μοίρασες τόσο άδικα τα δώρα σου; Όλα όσα χάρισες στον νεογέννητο άνθρωπο, όλα τα πήρες πίσω με το μαύρο  δώρο της Αναίρεσης». «Δεν φταίω εγώ» απάντησε η Λάχεσις, «είναι που μ’ έβλεπαν τα μάτια του κι αυτό με τάραξε πολύ».

 

Τότε η Άτροπος κοίταξε το μωρό και το μωρό κοίταξε την Άτροπο. Και πάλι ο χρόνος πάγωσε, καθώς το εφήμερο και περατό διασταυρώθηκε με το Αιώνιο, το Σκοτεινό και το Αγέννητο. Και μες τον παγωμένο χρόνο έσκυψε η Άτροπος πάνω από το παιδί και του ψιθύρισε στο αυτί λόγια που οι αδελφές της δεν μπόρεσαν να ακούσουν. Και μετά ξανά κοιτάχτηκαν το Αιώνιο με το εφήμερο και ήταν σαν να ανταλλάχθηκε μεταξύ τους μια μυστική συμφωνία.

 

Έπειτα η τρίτη Μοίρα στάθηκε όρθια και η τεράστια σκιά της σκέπασε όλη την κούνια του μωρού. Σήκωσε τα χέρια ψηλά και πρόφερε τον Άτροπο Λόγο:

 

«Αυτή είναι η μοίρα σου, νεογέννητε άνθρωπε, όπως την αποφάσισαν οι αδελφές μου, Κλωθώ και Λάχεσις, και όπως τη σφραγίζω εγώ, η Άτροπος και την ορίζω:  Άτροπη, Αμετάτρεπτη, Αμετάκλητη».

 

Έτσι μοιράθηκε το νεογέννητο και σφραγίστηκε και το μέλλον του ξεκίνησε.

 

Έπειτα οι τρεις σκιές έσβησαν και χάθηκαν από το δωμάτιο και το μωρό έκλεισε επιτέλους τα μάτια και αποκοιμήθηκε. Αλλά μέσα στο μαλακό μυαλό του είχαν τώρα χαραχτεί ανεξίτηλα τα μυστικά λόγια της Ατρόπου Μοίρας και ήταν αυτό το τελευταίο δώρο που του δωρήθηκε:

 

«Ο κόσμος που τα μάτια σου θα βλέπουν

θα είναι άσχημος και αποκρουστικός,

επειδή έδειξες ασυγχώρητη βιασύνη

να τον παρατηρήσεις

και έφτασε το βλέμμα σου ως το Άπειρο.

 

Σε περιμένουν χρόνια δύσκολα,

γιατί το υφάδι της ζωής σου στραβοπλέχτηκε

κι όλες οι χάρες σου

θα μείνουν προσδοκίες ανεκπλήρωτες

που θα τις ακυρώνει πάντα

το μαύρο δώρο της Αναίρεσης.

 

Αλλά εσύ αδάκρυτος

όλα θα τα υπομείνεις και δεν θα γονατίσεις,

γιατί χαράζω τώρα μέσα σου εγώ μια λέξη

κι αυτή θα είναι το όπλο σου

και η πηγή της δύναμής σου.

Και η λέξη που χαράζω

λέγεται Απάθεια.

 

Αφού δεν είναι τυχερό σου να χαρείς,

τότε, έτσι αποφάσισα εγώ,

ούτε και θα πονέσεις».



Δεν υπάρχουν σχόλια: