Το Κάιρο είναι θαυμαστή πόλη, αν
κοιτάζεις ψηλά και βλέπεις τα ιστορικά της κτίρια. Όταν κοιτάζεις χαμηλά και
βλέπεις τους δρόμους, τα αυτοκίνητα και τους ανθρώπους, η πόλη χάνει τη γοητεία
της.
Ματαίως αναβοσβήνουν τα φανάρια στις
διασταυρώσεις. Μποτιλιάρισμα, συνωστισμός, πλήρης αδιαφορία για τον κώδικα
οδικής κυκλοφορίας, ο κακός χαμός και πού και πού πατάνε και κανένα άνθρωπο ή
κανένα αδέσποτο.
Είπαμε να πάρουμε ένα ταξί και να πάμε να
δούμε και την Αλεξάνδρεια, αλλά αλλάξαμε γνώμη βλέποντας πώς οδηγούν σ’ αυτήν
εδώ τη χώρα. Μπορεί και να αφήναμε τα κοκαλάκια μας στην έρημο και ούτε οι
δικοί μας δεν θα τα έβρισκαν. Έτσι δεν είδα την Αλεξάνδρεια και μου έμεινε
απωθημένο.
Στην διαδρομή ως τις πυραμίδες της Γκίζας
είδα ανθρώπους να ζουν σε τάφους μέσα στα νεκροταφεία. Αλλά η βιομηχανία του
τουρισμού καλά κρατεί και οι τουρίστες ελάχιστα βλέπουν από την αθλιότητα που
επικρατεί εκεί πέρα. Εγώ όμως την είδα.
Ένα απόγευμα ο πρώην κι εγώ πήραμε ένα
ταξί να μας κάνει βόλτα στην πόλη. Ο οδηγός μάς πήγε στις πλούσιες συνοικίες,
αλλά αυτό που βλέπαμε δεν ήταν το Κάιρο. Προσπάθησα να του εξηγήσω ότι θέλαμε
να δούμε το πραγματικό Κάιρο, τις γειτονιές του, τις συνοικίες του. Και το
είδαμε. Φτώχεια, βρομιά και αθλιότητα. Και η κορύφωση: η λαϊκή του αγορά. Σωροί
από αηδιαστικά κρέατα που μύριζαν άσχημα. Αυτή είναι η πραγματική Αίγυπτος.
Στο ξενοδοχείο οι Ευρωπαίοι τουρίστες
έτρωγαν, έπιναν και γελούσαν τρανταχτά. Ιδέα δεν είχαν τι συνέβαινε πίσω από τη
βιτρίνα.
Στο αεροπλάνο που θα μας πήγαινε στο
Λούξορ παρατηρήσαμε να τρέχει νερό από κάποιο σημείο του. «Γιατί τρέχει αυτό το
νερό;» με ρώτησε ανήσυχος ο διπλανός μου ξανθός Ευρωπαίος. «Δεν ξέρω», είπα.
Πάντως φτάσαμε στο υπέροχο Λούξορ. Ο
δρόμος μπροστά από τους επιβλητικούς ναούς, δίπλα στον Νείλο ήταν γεμάτος
μαγαζιά που πουλούσαν αναμνηστικά, μπαρ, ρεστοράν, καλαίσθητα ξενοδοχεία.
Πολιτισμός!
«Δεν στρίβουμε, να πάμε κι από πίσω;»
πρότεινα στον πρώην.
Η μέρα με τη νύχτα: πίσω ακριβώς από τη
βιτρίνα όλα ήταν άθλια, κτίρια, δρόμοι και άνθρωποι. Περάσαμε κι από μια αυλή
με κόσμο συγκεντρωμένο, κάποιος είχε πεθάνει και τον πενθούσαν. Μας κοίταξαν
δυσαρεστημένοι. Κανείς τουρίστας δεν κυκλοφορούσε εδώ. Γυρίσαμε γρήγορα γρήγορα
στην βιτρίνα.
Μας είχαν προειδοποιήσει πάντως να μην
τρώμε τίποτε απέξω. Ναι, αλλά έλα που είδαμε σε ένα κεντρικό (και ευπρεπές)
ζαχαροπλαστείο του Καΐρου κάτι γλυκά ταψιού και μας έτρεξαν τα σάλια. «Πάμε κι
ο Θεός βοηθός» είπα. Ο Θεός δεν ξέρω, πάντως ο Αλλάχ μάς προστάτεψε και δεν
πάθαμε τίποτα.
Και δυο ευτράπελα και κλείνω:
Σε μια ξενάγηση ένας Αιγύπτιος που
γυρνοβολούσε εκεί γύρω με ρώτησε από πού είμαι. Από την Ελλάδα, του απάντησα.
Αυτός χαμογέλασε πονηρά: «Όχι, δική μας είσαι!» μου είπε. «Δεν είμαι δική σας,
είμαι Ελληνίδα!». «Δικήηη μας είσαι!».
«Δεν είμαι σου λέω!» «Δική μας είσαι!»,
επέμενε αυτός. Τελικά δεν κατάφερα να τον πείσω. Ήμουν Αιγυπτία. Καλά, εντάξει,
ό,τι πείτε.
Το δεύτερο ευτράπελο συνέβη σε μια
ανοιχτή αγορά στο Κάιρο που πουλούσαν κοσμήματα. Χάζευα κάτι χρυσά περιδέραια
και απόχτησα και μια οικειότητα με τον πωλητή. Είχα ήδη παρατηρήσει αρκετούς
ντόπιους να έχουν γαλανά μάτια και μου είχε κάνει εντύπωση.
-Να σε ρωτήσω κάτι; του είπα κάποια
στιγμή. Είδα κάμποσους συμπατριώτες σου να έχουν γαλανά μάτια. Αλλά εσείς είστε
Άραβες. Πώς εξηγείται αυτό;
Ο άλλος χαμογέλασε πονηρά:
-Ξεχνάτε φαίνεται ότι είχαμε εδώ τους Άγγλους!

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου