Ο γάμος πλησίαζε.
Ενδιαμέσως η
Στέλλα έβλεπε τακτικά τα γνωστά της όνειρα, αλλά την άλλη μέρα χαμογελώντας με
κακία έκανε την αυτοανάλυσή της και τα εξουδετέρωνε.
«Αυτός ο γάμος θα
γίνει, θέλεις δεν θέλεις. Θα γίνει και θα πεις κι ένα τραγούδι», είπε στο
είδωλό της στον καθρέφτη ένα πρωϊ που ξύπνησε και θυμήθηκε τι είχε δει πάλι
στο όνειρό της.
Αυτό το όνειρο
ήταν αρκετά εκσυγχρονισμένο, διότι περιείχε το καινούριο σπίτι τους επιπλωμένο
και οργανωμένο. Εκεί μέσα εκείνη πηγαινοερχόταν νιώθοντας εντελώς ξένη κι
έψαχνε να βρει μια γωνιά να κουρνιάσει.
Αλλά δεν έβρισκε. Εν τω μεταξύ σ’
ένα μεταφυσικό βάθος του όλου σκηνικού έβλεπε κατά σειρά όλα τα σπίτια, στα
οποία είχε ζήσει από παιδί. Τα σπίτια έτρεμαν συθέμελα και σωριάζονταν σε
ερείπια το ένα μετά το άλλο. Κατόπιν ακολούθησε μια γενναία φωτιά που τα έκαψε
όλα. Εκείνη βρέθηκε στους δρόμους κυνηγημένη. Κάποιοι που ήταν αόρατοι αλλά
πολύ επικίνδυνοι εχθροί ενέδρευαν οπλισμένοι στις γωνιές. Αλαφιασμένη έτρεξε να
κρυφτεί σ’ ένα χαμηλό σπίτι. Μπαίνοντας μέσα είδε ότι ήταν το σπίτι της
εφηβείας της. Μετά όμως αποδείχθηκε ότι ήταν κάτι σαν λεωφορείο που ξεκίνησε
αμέσως μόλις μπήκε. Εκεί συνάντησε πλήθος κόσμου κυνηγημένου σαν κι αυτήν.
Ανάμεσά τους ήταν πολλοί από τους παλιούς γνωστούς της.
«Αυτός ο γάμος θα γίνει», ξαναείπε αυστηρά η Στέλλα στο
είδωλό της. Αυτό την κοίταξε με αδιευκρίνιστο ύφος, επειδή γνώριζε εκείνο που η
Στέλλα δεν γνώριζε. Ότι δηλαδή προκαλούσε τη μοίρα της.
Είκοσι μέρες
αργότερα ντυμένη νύφη ανέβαινε τα σκαλιά
της εκκλησίας.
Το ίδιο βράδυ το
ζευγάρι ξεκίνησε για το ταξίδι του μέλιτος. Διανυκτέρευσαν σ’ ένα ξενοδοχείο
στην Αράχοβα και την άλλη μέρα το πρωί η
Στέλλα ανακάλυψε έντρομη ότι όλο το σώμα της είχε γεμίσει εξανθήματα. Ο Σταύρος
πρότεινε να ψάξουν για κανένα γιατρό.
-Όχι, είπε αυτή κρύβοντας την οργή της. Θα μείνω έτσι, με τα
εξανθήματα.
Ο Σταύρος ήταν
τόσο ερωτευμένος μαζί της – ή τόσο κάτι άλλο που δεν καταλάβαινε εκείνη - ώστε
εξακολουθούσε να τη βλέπει ωραία παρά τη δερματική της πάθηση. Τις επόμενες
τρεις μέρες η Στέλλα φλυαρούσε ξέγνοιαστα κι έκανε ένα εντελώς αψυχολόγητο
χιούμορ. Τα εξανθήματα έμεναν σταθερά στη θέση τους. Εκείνη τα αγνόησε, όσο της
ήταν δυνατό, αλλά, όταν της ανέβηκε και πυρετός, ο Σταύρος είπε ότι ήταν
βλακεία να περιφέρονται άρρωστοι στις εξοχές και καλά θα έκαναν να γυρίσουν
πίσω. Το ταξίδι του μέλιτος διακόπηκε και η Στέλλα γυρίζοντας στην Αθήνα έπεσε
στο κρεβάτι. Ευτυχώς δεν είχε τίποτα
σοβαρό και με την κατάλληλη θεραπεία τα
εξανθήματα και ο πυρετός υποχώρησαν κι έγινε καλά.
Από τότε και ως
δια μαγείας έπαψε να βλέπει παλαβά όνειρα και η ζωή της πήρε το σχήμα και την
ποιότητα που έχουν όλες οι έγγαμες ζωές. Η Στέλλα είχε κάθε λόγο να αισθάνεται
περήφανη : είχε νικήσει όλες τις εσωτερικές της αντιστάσεις.
Η ιστορία θα
μπορούσε να τελειώνει εδώ: έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.
Όμως καμιά ιστορία δεν σταματά να
εξελίσσεται, όσο οι ήρωές της εξακολουθούν να είναι ζωντανοί. Έτσι η ιστορία
της Στέλλας συνεχίζεται κανονικά για οχτώ ακόμα χρόνια, μέχρι την ημέρα που έκανε
την τρομερή της ανακάλυψη.
Αυτό συνέβη
μια Κυριακή πρωί που ξύπνησε νιώθοντας ανεξήγητα δυστυχισμένη κι έβαλε τα
κλάματα. Αφήνοντας τον Σταύρο στο κρεβάτι να κοιμάται και να ροχαλίζει, άρχισε να τριγυρίζει στα
δωμάτια του μεγάλου τους σπιτιού. Έψαξε να βρει μια ακρούλα δική της να
κουρνιάσει και δεν βρήκε. Πουθενά σε καμιά γωνιά αυτού του ξένου σπιτιού δεν
βρήκε κάποιο αποτύπωμα της ψυχής της. Παντού αιωρούνταν η ψυχή του Σταύρου,
αυτή είχε κάνει κατοχή εδώ.
Όρθια,
ακουμπώντας στον τοίχο και κλαίγοντας έκανε επιτέλους τη σωστή ερμηνεία των
παλιών της ονείρων και είδε την αλήθεια: ότι αυτά τα παλαβά όνειρα δεν συμβόλιζαν
την άρνησή της στον γάμο, όπως την είχαν πληροφορήσει τα εγχειρίδια ψυχολογίας που είχε μελετήσει στη
ζωή της. Αυτά τα όνειρα τής έστελναν εικόνες από το μέλλον, ένα μέλλον που είχε αρχίσει αμέσως να σχηματίζεται, από
τη στιγμή που η Στέλλα είχε αποφασίσει να παντρευτεί.
Αυτά τα επίμονα όνειρα αγωνίζονταν να τη
σώσουν από τη διαγραφόμενη μοίρα της. Τόσο πολύ αγωνίζονταν που τις νύχτες πριν παντρευτεί, όταν κοιμόταν
δίπλα στον Σταύρο, αυτά της ψιθύριζαν στο αυτί τρομαχτικές ιστορίες για εμπόριο
όπλων και ανθρώπων και την ανάγκαζαν να σηκώνεται από το κρεβάτι και να
πηγαινοέρχεται σαν παρανοϊκή μέσα στην κουζίνα. Όμως ήταν η ψυχή της αυτή που
επρόκειτο να πουληθεί. Τόσο πολύ αγωνίζονταν αυτά τα όνειρα να την
προειδοποιήσουν για το κίνδυνο που διέτρεχε, ώστε στο τέλος αφήνοντας τις
σκοτεινές κατοικίες τους αναδύθηκαν στο σώμα της κι έγιναν εξανθήματα, πόνος
και πυρετός.
Αλλά
εκείνη δεν είχε καταλάβει τίποτα. Πηγαίνοντας κόντρα σ’ όλα τα σημάδια του
μέλλοντος ξεκίνησε την αναζήτηση του Σταύρου μέσα στα μισοσκότεινα, δαιδαλώδη
κτίρια του θανάτου, όπου επόπτευε το Κακό.
Συνάντησε το άγριο σκυλί που έκοψε λουρίδες την ψυχή
της.
Πήρε μετά την κομματιασμένη ψυχή της ο Άγνωστος και
την οδήγησε στο βασίλειο των νεκρών.
Εκεί συναναστράφηκε με τους βρικόλακες και αυτοί
έγιναν η συντροφιά της.
Σκεπάστηκαν τα χαρακτηριστικά της με στρώματα μπογιάς
που έπνιξαν και την τελευταία της ανάσα.
Όλη της η περασμένη ζωή γκρεμίστηκε συθέμελα κι έγινε
στάχτη κι αποκαΐδια, όπως τα σπίτια της περασμένης της ζωής που κατέρρευσαν στα
όνειρά της.
Κι αυτός ο Απρόσωπος που τη φρουρεί για να μην
αποχτήσει ξανά ζωή, κοιμάται τώρα στην κρεβατοκάμαρα, φαινομενικά αθώος αλλά
στην πραγματικότητα θανάσιμα επικίνδυνος.
Θα έρθουν
μέρες χαλεπές, την είχαν ξεκάθαρα προειδοποιήσει τα όνειρα, αλλά εκείνη
αδιαφόρησε κι έβαλε μπροστά τον μηχανισμό της Μοίρας.
Έτσι, οχτώ
χρόνια μετά τον γάμο της η Στέλλα είδε επιτέλους την αλήθεια. Ο Σταύρος, όχι
βέβαια, δεν ήταν κακοποιός ούτε κατάσκοπος. Βυθισμένος υπέροχα
στη μίζερη και ατσάλινη καθημερινότητά του την κρατούσε φυλακισμένη σ’ ένα
σπίτι όπου όλα είχαν σκοτεινιάσει κι ένας κακός αέρας είχε σηκωθεί. Ολόκληρο το
σπίτι έτριζε και σειόταν. Το Κακό είχε κάνει κατοχή εδώ.
Τα
σκέφτεται όλ’ αυτά η Στέλλα και κλαίει με μαύρο δάκρυ, ενώ στην κρεβατοκάμαρα ο
θανάσιμα καλόβολος Σταύρος κοιμάται του καλού καιρού. Δεν ανησυχεί καθόλου. Όλα
τα έχει ταχτοποιήσει αυτός τέλεια και τη γυναίκα του ύπουλα -ύπουλα την έχει
κάνει άθυρμά του. Ψάχνει τώρα αυτή απελπισμένα να βρει μια γωνιά δική της και
δεν βρίσκει. Όλα εδώ, σ’ αυτό το σπίτι ανήκουν σ’ αυτόν.
Γι’ αυτό κλαίει η Στέλλα απαρηγόρητα. Κλαίει, γιατί η
ψυχή της έχει φύγει από αυτό το σπίτι, δεν άντεξε να μένει μέσα εδώ.
Ύστερα όμως
κάτι θυμάται και σταματά το κλάμα. Ακόμα μένει
ένα όνειρο που δεν έχει επαληθευθεί. Είναι αυτό που εκείνη βγαίνει στους
δρόμους κυνηγημένη και οι αόρατοι εχθροί την παραμονεύουν στις γωνιές. Όμως
αυτή σώζεται, γιατί μπαίνει στο σπίτι της εφηβείας της που γίνεται όχημα και
ξεκινά για ένα ταξίδι στο άγνωστο. Παρέα
της είναι κι άλλοι κυνηγημένοι σαν κι αυτήν, φίλοι παλιοί και άλλοι που
πρόκειται να τους γνωρίσει αργότερα, άνθρωποι που αρνήθηκαν να συνθηκολογήσουν
με αντάλλαγμα έναν Σταύρο, ένα σαλόνι και μια τραπεζαρία.
Γι’ αυτό η
Στέλλα σκουπίζει τα δάκρυά της κι ετοιμάζεται για την απόδραση.
Ξέρει πως
όλοι αυτοί απ’ την εδώ μεριά θα στραφούν τώρα εναντίον της, πως θα βγει στους δρόμους μιας πόλης εχθρικής, πως σε κάθε γωνιά μπορεί
να την καραδοκούν οι διώκτες της. Αλλά εκείνη δεν φοβάται. Ετοιμάζει τις
βαλίτσες της και το σκάει, βγαίνει στους επικίνδυνους δρόμους.
Ξέρει, είναι
σίγουρη πώς κάπου παρακάτω θα βρει το σπίτι της εφηβείας της. Εκεί μέσα, μαζί
με άλλες ελεύθερες ψυχές θα συναντήσει και
τη δική της ψυχή.
Είναι οχτώ χρόνια τώρα που περιμένει
υπομονετικά τη Στέλλα να επιστρέψει, οχτώ ολόκληρα χρόνια που ονειρεύεται
τη στιγμή της επανένωσής της με το σώμα της.
ΤΕΛΟΣ
Σημείωση
Τα όνειρα της Στέλλας και τα ψυχοσωματικά της συμπτώματα δεν είναι προϊόν μυθοπλασίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου