7/5/26

Το αμείλικτο ρολόι του τοίχου...

 

Το αμείλικτο ρολόι του τοίχου


που δείχνει ολοένα εμπρός


και οι καθρέφτες που αντικατοπτρίζουν


το τρομερό παρόν


και οι φωτογραφίες στην κορνίζα


να θυμίζουν


πως ό,τι ήτανε να ζήσω το έζησα πριν χρόνια


και τελείωσε.



6/5/26

Τα ωραία οράματά μου

 

Τα ωραία οράματά μου,


μόλις θα βγουν στο φως,


θα σβήσουν ανελέητα.



Τα ωραία οράματά μου


θα πλέουν πάντα


μες σε μαγεμένες θάλασσες,


παρέα με τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη


και τα άλλα τέρατα του μύθου.



Σαν φίδι

 

Θα ζήσω


έστω και σερνάμενη σαν φίδι


που αλλάζει συνέχεια πουκάμισα,


σαν φίδι που σέρνεται στο χώμα.



Εργάτρια στον αμπελώνα

 



Ένα καλοκαίρι έκανα διακοπές στο χωριό της μητέρας μου, στο σπίτι του αδελφού της που είχε τρεις κόρες και τρεις γιους. Οι ξαδέρφες μου είχαν την ίδια περίπου ηλικία με μένα και κάναμε παρέα και περνούσα ωραία μαζί τους.

 

Ήρθε όμως η μέρα που οι κοπέλες του χωριού πήγαιναν εργάτριες στους αμπελώνες της περιοχής και μάζευαν σταφύλια. Δεν το έκαναν από φτώχεια. Ήταν κάτι σαν παράδοση αυτή η ιστορία.

 

Θα έμενα επομένως μόνη μου στο σπίτι του θείου και αυτό δεν μου άρεσε καθόλου.

 

-Και τι ακριβώς θα κάνετε εκεί στους αμπελώνες; ρώτησα τις ξαδέρφες μου.

-Θα κόβουμε σταφύλια από τις κρεβατίνες, μου απάντησαν.

-Αυτό μόνο;

-Αυτό.

-Θα έρθω κι εγώ!

 

Την άλλη μέρα, πρωί πρωί, χαράματα, ήρθε το φορτηγό, ανεβήκαμε στην καρότσα τα κορίτσια του χωριού και φτάσαμε στον αμπελώνα ενός μοναστηριού. Εκεί μας υποδέχτηκε ένας νεαρούλης μοναχός, ας τον πούμε Νεκτάριο και όχι με το πραγματικό του όνομα, γιατί μπορεί να ζει ο άνθρωπος και κάποιοι να τον ξέρουν.

 

Μπήκαμε στον απέραντο αμπελώνα και αρχίσαμε να κόβουμε τα σταφύλια και να τα ρίχνουμε σε μεγάλα καλάθια. Γέμιζαν τα καλάθια, κάποιοι έρχονταν και τα έπαιρναν και άφηναν νέα άδεια καλάθια και έτσι πήγαινε το πράγμα υπό την επίβλεψη του Νεκτάριου.

 

Ποια επίβλεψη δηλαδή, που ο Νεκτάριος περιχαρής μας φλέρταρε όλες κι εμείς λέγαμε διάφορα αστεία και σκάγαμε στα γέλια, γελούσε κι αυτός και ήταν μια ωραιότατη διασκέδαση όλη αυτή η ιστορία.

 

Από όλα αυτά το μόνο που θυμάμαι ήταν η φράση του Νεκτάριου: «Κι άμα τελειώσετε, να έρθετε στο μοναστήρι να σας κεράσω περγαμότο» (παραλείποντας σκόπιμα το ν που έπρεπε να βάλει στη λέξη). Ξεσπάσαμε όλες σε γέλια και γελούσε πανευτυχής και ο νεαρός Νεκτάριος – και τώρα που το σκέφτομαι, εύχομαι να κατάλαβε νωρίς το λάθος του που πήγε κι έγινε καλόγερος και να πέταξε τα ράσα και να χάρηκε τη ζωή του.

 

Αργά το απόγευμα μάς περίμενε το φορτηγό, ανεβήκαμε στην καρότσα και επιστρέψαμε στο χωριό. Φύσαγε και ένα δροσερό αεράκι πολύ ευχάριστο που το πλήρωσα εγώ η μεταξωτή με ένα γερό συνάχι που δεν μου επέτρεψε να ξαναπάω στον αμπελώνα.

 

Ήταν μια όμορφη εμπειρία για μένα εκείνη η ημέρα και έστειλα ένα γράμμα στους γονείς μου που παραθέριζαν με φίλους τους στην Κω και τους περιέγραφα τις εντυπώσεις μου.

 

Όταν επιστρέψαμε στην Αθήνα, τους είπα και προφορικά την εμπειρία μου. Και έμεινα σαστισμένη με την αντίδραση της μητέρας μου:

 

-Εμείς να παραθερίζουμε κι εσύ να πας εργάτρια στον αμπελώνα! Τι κλάμα έριξα, όταν διάβασα το γράμμα σου!

 

Δεν είμαστε καλά! Εγώ είχα περάσει πολύ ωραία εκείνη την ημέρα και μακάρι να μη συναχωνόμουν και να ξαναπήγαινα.

 

Όμως ένα δίκιο κατά βάθος το είχε η μαμά.

 

*

Κρεβατίνα: κληματαριά.



 


5/5/26

Δώστε μού τον!

 

Δώστε μού τον!


Δώστε μού τον


ολόκληρο,


ολότελα δικό μου,


δικό μου,


δώστε μού τον!


 

Δεν σας ζητώ


ν’ αλλάξει


η πορεία του κόσμου,


κάτι τόσο λίγο,


τόσο ελάχιστο ζητώ:


ΔΩΣΤΕ ΜΟΥ ΤΟΝ!


ΔΩΣΤΕ ΜΟΥ ΤΟΝ!


ΔΩΣΤΕ ΜΟΥ ΤΟΝ!


 

Ας γίνει μια φορά το θέλημά μου!







4/5/26

Εμποδισμένη αγάπη

 

Η μητέρα καραμπινάτη ναρκισσίστρια.

Που σημαίνει, εκτός των πολλών άλλων, ότι όλοι στην οικογένεια πρέπει να αγαπούν και να θαυμάζουν μόνο αυτήν. Μεταξύ τους τα μέλη της οικογένειας δεν πρέπει να αγαπιούνται. Μια τέτοια αγάπη απαγορεύεται. Όλοι, μα όλοι, πρέπει να θαυμάζουν και να λατρεύουν μόνο αυτήν, όχι να αγαπιούνται μεταξύ τους. Γιατί αυτή είναι η βασίλισσα. Οι άλλοι είναι οι υποτακτικοί της.

 

Η κόρη όμως αγαπούσε τον πατέρα της. Κι εκείνος αγαπούσε την κόρη του. Αυτό η βασίλισσα δεν μπορούσε να το ανεχτεί. Να αγαπιούνται πατέρας και κόρη; Κι αυτή να είναι στην απέξω; Όχι, αυτή η αγάπη έπρεπε με κάθε τρόπο να καταστραφεί.

 

Και τα κατάφερε. Ο πιο απλός και εύκολος τρόπος ήταν να κατηγορεί την κόρη στον πατέρα:

 

«Αυτό μου έκανε πάλι σήμερα», του έλεγε συγχυσμένη, όταν αυτός γύριζε από τη δουλειά.

 

Η κόρη άκουγε τις τερατολογίες της μητέρας της και προσπαθούσε να υπερασπίσει τον εαυτό της: «Δεν έγινε, έτσι, μπαμπά!» του έλεγε και του εξηγούσε πώς είχαν γίνει τα πράγματα. Μάταια εννοείται. Η βασίλισσα επενέβαινε και τη διέψευδε με φωνές και νέες τερατολογίες.

 

Ο πατέρας άκουγε σιωπηλός. Μετά έδινε συμβουλές στην κόρη, να σέβεται τη μαμά, να υπακούει και άλλα τέτοια. Πάντα ήρεμος ωστόσο. Καταλάβαινε ότι η μητέρα τερατολογούσε. Αλλά πώς να πάει κόντρα στη βασίλισσα; Η βασίλισσα θα εξαγριωνόταν και τα πράγματα θα γίνονταν πολύ χειρότερα.

 

Η κόρη άκουγε ντροπιασμένη τις συμβουλές του πατέρα. Τον είχε πείσει η βασίλισσα. Ξέπεφτε επομένως στα μάτια του, ήταν μια κακή κόρη. Έχανε την αγάπη του. Έτσι νόμιζε δηλαδή.

 

Αλλά ο πατέρας πάντα την αγαπούσε. Την αγαπούσε σιωπηλά για να μην εξαγριώσει τη βασίλισσα.

 

Έτσι πέρασαν τα χρόνια και η κόρη έγινε κοπέλα με τη βασίλισσα πάντα να την κατηγορεί και τον πατέρα να ακούει υπομονετικά τις κατηγορίες και να δίνει τυπικές συμβουλές στην κόρη:

 

-Είσαι μορφωμένη εσύ, δείξε κατανόηση, μην της αντιμιλάς, της έλεγε.

 

Φρόντιζαν βέβαια και οι δύο να είναι απόμακροι και σιωπηλοί, ώστε η βασίλισσα να νιώθει ασφαλής στον θρόνο της. Αλλά καμιά φορά ξεχνιούνταν κι έπιαναν την κουβέντα. Ο πατέρας τής έλεγε ιστορίες για τις νέες ανακαλύψεις στον ουρανό, για τα άστρα και τους γαλαξίες ή της διηγόταν άγνωστα γεγονότα από την ελληνική Ιστορία και κυρίως για την Επανάσταση του ΄21 και η κόρη τον άκουγε με προσήλωση και μετά η συζήτηση εξαπλωνόταν και σε άλλα θέματα και υπήρχε στην ατμόσφαιρα μια γλυκιά καταλλαγή, έτσι όπως συζητούσαν και χαμογελούσαν ο ένας στον άλλον και η καταπιεσμένη αγάπη τους έβρισκε χαραμάδες και ανέβαινε στην επιφάνεια και ήταν όλα τόσο όμορφα τότε.

 

Αλλά αυτό κρατούσε πολύ λίγο.

 

Γιατί η βασίλισσα τούς έπαιρνε μυρωδιά και τότε ερχόταν η καταστροφή. Έμπαινε στο δωμάτιο εξαγριωμένη, πάλι είχε βρει μια πρόφαση, και έκανε επίθεση στην κόρη. Η κόρη αντιδρούσε, γιατί ήταν μεγάλη πια και ξεσπούσε τότε άγρια φιλονικία.

 

Η αγάπη πατέρα και κόρης τρομαγμένη βούλιαζε στα λαγούμια της κι εκείνος άκουγε και δεν μιλούσε. Όλα, τα πάντα γίνονταν ερείπια. Η κόρη ένοχη, η βασίλισσα αγέρωχη, ο πατέρας σιωπηλός.

 

Έτσι κύλησαν τα χρόνια.

 

Πέθανε ο πατέρας, πέθανε και η βασίλισσα. Και η κόρη, μεγάλη γυναίκα πια, κατάλαβε, γιατί ερωτευόταν άνδρες που δεν μπορούσαν να της δείξουν αγάπη.

 

Κατάλαβε για ποιο λόγο έκλαιγε μερικές φορές. Κατάλαβε ότι κανείς δεν μπορούσε να σταθεί σύντροφος στο πλάι της, γιατί η βασίλισσα ακόμα και από τον τάφο της τής το απαγόρευε. Κατάλαβε επίσης πόσο πολύ είχε αγαπήσει και αγαπηθεί από τον πατέρα της.

 

Τώρα, κάθε φορά που κλαίει για κάποιον, τα δάκρυά της δεν είναι γι’ αυτόν. Είναι για τον πατέρα της και την αγάπη τους που δεν κατάφερε ποτέ να ολοκληρωθεί.



3/5/26

Πώς να κρατήσω

 

Πώς να κρατήσω τις σκιές,


τις φωνές, τις εικόνες,


όλα αυτά που δείχνουν εσένα,


αλλά δεν είσαι εσύ.



Τρία φάσκελα

 

Ζωή,


όταν θα έρθει ο Χάρος


να με πάρει,


θα σου ρίξω


τρία φάσκελα.


Όσες και οι δαγκάνες σου


που με μαγκώνουν,


τώρα που με κατέχεις. 



2/5/26

Υποτροπή

 

Ένας ψυχίατρος


θα το’ λεγε υποτροπή.


Εγώ το λέω αγάπη.



1/5/26

Κάτι θα βρω

 

Τόσες χαρές υπάρχουν,


σκέφτομαι,


κάτι θα βρω,


να μη χαθώ


μες στο Κενό


που με παραμονεύει.



Απόσπασμα

 

...και λόγια ανόσια θα εξαγιάσουν τα κορμιά μας...



30/4/26

Δίστιχο

 

Έχασα την ψευδαίσθησή μου,


το πλαστό νόημα της ζωής μου.



Όλα καλά

 

Όλα καλά,


όλα καλά,


βάζουμε τραγούδια,


τραγουδάμε κι εμείς


-       αποφεύγουμε ωστόσο


εκείνα τα κλαψιάρικα


που μιλούν για χαμένες αγάπες -


βγαίνουμε βόλτα τα απογεύματα,


πίνουμε καφέ,


χαζεύουμε,


χθες πέρασε τυχαία μια φίλη,


καθίσαμε παρέα,


μιλήσαμε για διάφορα…


 

Όλα καλά,


όλα καλά.


 

Ας μην το παρακάνουμε όμως,


γιατί πίσω απ’ την πόρτα


στέκεται η σκιά


και καιροφυλακτεί.


Πολύ δεν θέλει


να ορμήσει μέσα


και να μας στραπατσάρει.


 

Είμαστε υποκριτικά αισιόδοξοι,


μα η σκιά δεν ξεγελιέται


τόσο εύκολα


με τα καμώματά μας.



Επίμονη σκιά,


να δούμε πότε επιτέλους


θα διαλυθείς.





 


28/4/26

Ψυχή μου εσύ...

 

Ψυχή μου εσύ,


η μόνη περιουσία μου,


κάνε με πάλι περήφανη.



Γιατί;

 

Όλη μέρα


ζεις χωρίς αγάπη


και δεν σε νοιάζει.


Το βράδυ ματώνεις.


Γιατί;



Ένας θάνατος που δεν μας δυσαρέστησε καθόλου

 

Ένας εκατομμυριούχος Αμερικανός κυνηγός μεγάλων θηραμάτων, ονόματι Έρνι Ντόσιο, 75 ετών, ιδιοκτήτης αμπελώνα στην Καλιφόρνια, ο οποίος διαθέτει μια τεράστια συλλογή κεφαλών εξωτικών ζώων σε αίθουσες τροπαίων στο σπίτι του, ποδοπατήθηκε μέχρι θανάτου από πέντε ελέφαντες που είχαν μαζί τους και ένα μικρό ελεφαντάκι, ενώ κυνηγούσε μικρές αντιλόπες στην κεντρική Αφρική.


Συνοδευόταν από έναν επαγγελματία κυνηγό στο πυκνό δάσος της Γκαμπόν.


Επί δεκαετίες, είχε κυνηγήσει ελέφαντες, λεοπαρδάλεις, ρινόκερους, βουβάλια και λιοντάρια σε όλη την Αφρική, ενώ στην πατρίδα του, τις ΗΠΑ, είχε κυνηγήσει σχεδόν κάθε είδος άγριου ελαφιού.


Ο μανιακός κυνηγός και ο επαγγελματίας κυνηγός του αιφνιδίασαν τους πέντε θηλυκούς ελέφαντες που είχαν και το μικρό ελεφαντάκι μαζί τους. Νιώθοντας απειλή, οι ελέφαντες τους επιτέθηκαν αμέσως.


Ήταν τόσο καλά κρυμμένοι στην πυκνή βλάστηση που εμφανίστηκαν «σαν από το πουθενά», εκτοξεύοντας τον συνεργάτη του στην άκρη. Τραυματίστηκε σοβαρά και έχασε το όπλο του μέσα στον πυκνό θάμνο, καθώς οι ελέφαντες επιτέθηκαν στον τρομοκρατημένο Ντόσιο που κρατούσε μόνο μια καραμπίνα, ποδοπατώντας τον βάναυσα.


https://www.skai.gr/news/world/afriki-ekatommyriouxos-kynigos-thiramaton-podopatithike-mexri-thanatou-apo-5-elefantes


Στενοχωρηθήκατε;


Εγώ πάντως όχι. Μην πω και ότι χάρηκα που ο κόσμος απαλλάχτηκε από έναν μανιακό.


 

27/4/26

Παραμονεύει...

 

Παραμονεύει στη γωνία


το Μηδέν.



Αφτιασίδωτη

 

Σήμερα αποφάσισα


πως έπρεπε να βγω στους δρόμους


άβαφτη,


δίχως φτιασιδώματα και τέτοια.


 

«Εξάλλου δεν υπάρχει λόγος»,


μου είπε η ψυχή μου παγερά,


«υπάρχει;»


«Όχι, δεν υπάρχει»,


της απάντησα.


 

Βγήκα στους δρόμους αφτιασίδωτη.


Ήταν κι αυτό μια τιμωρία


για τα τελευταία λάθη μου.


 

Μου άρεσε.

26/4/26

Μια πρόφαση ζητάμε

 

Μια πρόφαση ζητάμε,


μια δικαιολογία,


μια αφορμή


για να μπορούμε


να συνεχίζουμε


να υπάρχουμε.


 

Μη μας παρεξηγείτε.



 

Τις νύχτες

 

Τις νύχτες έρχονται


οι πιο δύσκολες ώρες.


Όλοι αποσύρονται


και μένεις μόνος.


 

Γλιστρά ύπουλα τότε


η σκέψη σου,


πάει εκεί που δεν πρέπει.



25/4/26

Τιμώρησέ με

 

Τιμώρησέ με,


του είπε,


έκανα λάθος,


τιμώρησέ με.


 

Μια μόνο μέρα,


της απάντησε αυτός,


γιατί είναι


η πρώτη σου φορά.


 

Θα κάνω τότε


κι άλλα λάθη


κι άλλα


κι άλλα…


του είπε ανατριχιασμένη.