16/6/18

Τα αστικά επαγγέλματα στο Βυζάντιο







Στο μνημειώδες έργο του Φαίδωνος Κουκουλέ «Βυζαντινών βίος και πολιτισμός» υπάρχει ένα κεφάλαιο αφιερωμένο στα επαγγέλματα των ανθρώπων της εποχής.

Εννοείται ότι η αριστοκρατία δεν ασκούσε κανένα επάγγελμα, όσοι όμως ανήκαν στη μεσαία και την κατώτερη τάξη έπρεπε να δουλέψουν για να ζήσουν. Μαζί με τους λαϊκούς και οι κληρικοί και οι μοναχοί καταπιάνονταν με δουλειές, μολονότι η Εκκλησία δυσανασχετούσε και συχνά τους το απαγόρευε.

10/6/18

Βρωμερή κοινωνία, προηγμένη και ένοχη







Νιώθω ένοχη.
Επειδή έχω ηλεκτρικό ψυγείο, ηλεκτρική κουζίνα, τηλέφωνο, μπάνιο και τρεχούμενο νερό.
Επειδή δεν κυκλοφορώ με μπαλωμένα παπούτσια και ρούχα εικοσαετίας που συνεχώς επιδιορθώνω.
Νιώθω ένοχη που δεν ζω σε μιαν αυλή παρέα με άλλες δέκα οικογένειες που ξέρουν ποια ακριβώς στιγμή πάω να κατουρήσω.
Που όταν αρρωσταίνω, δεν κάθομαι στο κρεβάτι μου να περιμένω να γίνω καλά ή να πεθάνω.
Που δεν κυνηγώ, δεν βασανίζω, δεν δέρνω, δεν αφήνω νηστικά και δεν σκοτώνω τα σκυλιά και τα γατιά της γειτονιάς μου.
Που δεν έχω μια βέργα να σπάω στο ξύλο τα παιδιά μου.

8/6/18

Πώς να πετύχετε στις εξετάσεις








Τότε το έλεγαν «Ακαδημαϊκό απολυτήριο». Μόλις είχαν ξεκινήσει οι δοκιμές «στου κασίδη το κεφάλι» που συνεχίζονται μέχρι σήμερα με τη γνωστή κατρακύλα που τέλος δεν έχει ως φαίνεται. Τέλος πάντων.

Καλή μαθήτρια εγώ αλλά και τρία πουλάκια κάθονταν, πιο πολύ με ενδιέφεραν οι έρωτες παρά τα πανεπιστήμια και οι σπουδές. Όσο για τους γονείς μου, σημασία δεν έδιναν. Έκαναν φροντιστήριο οι συμμαθήτριές μου από την Πέμπτη τάξη του εξατάξιου τότε Γυμνασίου, εγώ πέρα έβρεχε. Κάπου στη μέση της Έκτης τάξης άρχισαν οι φίλες μου να με πιέζουν. «Θα δώσουμε εξετάσεις εμείς και δεν θα δώσεις εσύ που είσαι καλή μαθήτρια;» Λέγε- λέγε με έπεισαν.

7/6/18

"Αγάπη είναι..."







Η αγάπη είναι μία,
οι πόλοι της αγάπης δύο.
Αλλιώς δεν είναι αγάπη,
είναι αγωνία.

Βλέπω τον κόσμο μέσα από τα μάτια σου
κι εσύ τον βλέπεις μέσα από τα δικά μου.
Αυτό που βλέπουμε είναι πάντα το ίδιο.

Είμαι ό,τι είμαι, επειδή κι εσύ είσαι ό,τι είσαι.
Γι’ αυτό και η αγάπη μας είναι ό,τι είναι.

Δεν έχουν σύνορα τα σώματά μας,
δεν είμαστε δύο, ένα είμαστε σε δύο.
Κι ένα σε ένα, όταν σμίγουμε.

Από τα σπλάχνα μου βγαίνεις εσύ
κι εγώ απ’ τα δικά σου σπλάχνα.

Κάθε λαγνεία μέσα στην αγάπη
γίνεται αιθέριο όνειρο.

Έξω από την αγάπη ο χρόνος κυλά,
χωρίς η αγάπη να νοιάζεται γι’ αυτόν.

Όταν κοιταζόμαστε,
ο κόσμος είναι στέρεος σαν βράχος.

 Δεν λέμε λόγια αγάπης.
Είμαστε ήσυχοι όπως η νύχτα,
όπως ο ουρανός ο φορτωμένος άστρα.
Ακούμε μόνο την αναπνοή μας
όπως το θρόισμα στις φυλλωσιές.

Σιωπηλοί αγκαλιαζόμαστε.
Είναι ο αέρας γύρω μας 
γεμάτος μηνύματα.

Πέρα, πολύ μακριά η βουή του κόσμου.
Εδώ η αγάπη ατάραχη.

Δεν έχει θάνατο η αγάπη,
δεν ξέρει από τέτοια παιχνίδια
με αρχή και τέλος.

Δεν έχει πόνο η αγάπη,
δεν έχει πόνο ο παράδεισος.

Πώς ήταν δυνατό να μην αγαπηθούμε;
Μπορεί ο χείμαρρος να κάνει πίσω;

Λάμπει ο ήλιος,
τα χωράφια πράσινα,
εσύ στον κήπο στέκεσαι σε μια αιώνια στιγμή,
εγώ απ’ το παράθυρο κοιτάζω.
Η εικόνα μεγεθύνεται ως το άπειρο.

Στο σπίτι όλα βουβά.
Το διατρέχουν ρεύματα αγάπης,
όλα τα αντικείμενα αγαπούν το ένα το άλλο.

Αυτό που αιωρείται γύρω μας
είναι η πνοή ενός θεού
που αποκαλύπτεται με νεύματα.

Έρχεσαι εσύ και όλα γύρω τρέμουν.

Σε κοιτάζω, με κοιτάζεις.
Γύρω ιερή σιωπή.

Γιατί υπάρχουν οι άλλοι, αναρωτιέμαι.

Ειρηνεύουν οι ψυχές μας, 
όταν τα σώματά μας μέσα σε θύελλα
αγκαλιάζονται.

Κρατώ τη σφαίρα του κόσμου
σαν αρχαία αυτοκράτειρα,
ορίζω το μέλλον μας.

Μια αρχέγονη δύναμη μάς κρατά ενωμένους.
Αν ποτέ χωριζόμασταν,
τα άτομα θα διασπώνταν,
η έκρηξη θα ήταν τρομερή.

Όλα είναι αυτονόητα,
κάθε πράγμα στη θέση του,
εσύ κι εγώ μαζί.
Οι σειρήνες μπαινοβγαίνουν στα δωμάτια,
οι μουσικές τους δονούν τον αέρα.