1/7/20

"Κλείνω τα μάτια μου..."




Κλείνω τα μάτια μου, 
αλλά δεν χάνεται αυτός ο κόσμος.
Κλείνει τα μάτια του ο κόσμος, 
αλλά δεν χάνομαι εγώ.
Κλείνει ο Θεός τα μάτια του, 
αλλά εγώ κι ο κόσμος δεν χανόμαστε.
Εδώ δηλαδή που βρεθήκαμε όλοι, 
πρέπει υποχρεωτικώς να συμβιώσουμε.



29/6/20

Απάντηση νεαρού συγγραφέα σε κυρία εκδοτικού οίκου








Σας συμπαθώ, κυρία, αλλά λιγάκι και σας περιφρονώ, μη με παρεξηγήσετε.
Επίσης σας μισώ λιγάκι κι ελπίζω να με συγχωρήσετε.

Είναι που εσείς, μικρή και τιποτένια, στέκεστε εμπόδιο στην εκτίναξή μου. Μου λέτε όχι και τώρα κάθομαι εγώ εδώ ζωσμένος με τα πυρομαχικά μου και αδρανώ. Καταλαβαίνετε πώς νιώθω. Ο κόσμος περιμένει  το νέο αστέρι να ανατείλει κι εσείς του το αρνείστε. Δεν θα εκτιναχθώ λοιπόν ακόμη. Θα περιμένω άλλους αρμοδίους να με κρίνουν, να οσφρανθούν το μεγαλείο μου και να με εγκρίνουν. Κάθομαι εδώ λοιπόν εγώ και οι βόμβες μου και περιμένουμε.

Στο μεταξύ εσείς εκδίδετε αστειότητες.



25/6/20

Πέρασε κι η γενιά μας ζόρια







Απόλεμη υπήρξε η γενιά μας κι αυτό είναι βέβαια καλό, όχι όμως ότι περάσαμε μια ζωή χωρίς σκιές, άλλες ελαφρές, άλλες βαριές κι άλλες πολύ απειλητικές.

Μεγάλωσα μέσα στον ψυχρό πόλεμο κι αν δεν καταλάβαινα τον κίνδυνο, όσο ήμουν μικρή, μεγαλώνοντας τον συνειδητοποίησα καλά. Ήμουν παιδί τότε με τα γεγονότα στην Κούβα, αλλά θυμάμαι την αγωνία των μεγάλων που τελικά πέρασε και σε μένα.

24/6/20

"Στον γιατρό"







Καθόταν στη αίθουσα αναμονής και την έβλεπε θαμπά μέσα από το κρύσταλλο της συρόμενης πόρτας. Δεν άκουγε τι έλεγε στον γιατρό, έβλεπε όμως τις χειρονομίες της, τα χέρια της που ανέμιζαν νευρικά στον αέρα. Δεν έμεινε ακίνητη ούτε μια στιγμή, σημάδι πως αυτή μιλούσε ακατάπαυστα και ο γιατρός άκουγε.

Ένιωσε ηττημένος, εξουθενωμένος, γιατί ήξερε ότι αυτή εκεί μέσα οργίαζε, τον κατηγορούσε, τον εξέθετε στα μάτια του γιατρού, τον παρουσίαζε σαν τέρας.

Μετά ήρθε η σειρά του. Βγήκε αυτή, μπήκε αυτός.

-Τι έχετε να μου πείτε; Ρώτησε ευγενικά ο γιατρός.

Του είπε ότι είναι δυστυχής.

Αργότερα ήρθε κι εκείνη μέσα.
Ο γιατρός συνταγογράφησε σιωπηλός τα φάρμακα.

-Παρακαλώ, να παίρνετε κι εσείς από ένα κάθε πρωί, είπε στη μητέρα του.




20/6/20

Ποιητής κολλιτσίδα






Θέλεις να μάθεις, Λιγουρίνε, πώς συμβαίνει
και δεν σε ανταμώνει με ευχαρίστηση κανείς
κι όπου κι αν πας επικρατεί φυγή
και ερημιά μεγάλη γύρω σου;

Είναι που είσαι μέγας ποιητής.
Αυτό το ελάττωμα πολύ επικίνδυνο είναι.
Ούτε η τίγρη που αγριεύει, όταν αρπάζουν τα μικρά της,
ούτε το φίδι που το καίει ο ήλιος του μεσημεριού
ούτε κι ο φοβερός σκορπιός δεν προκαλεί τόσο μεγάλο φόβο.

Ρωτώ λοιπόν εγώ, ποιος πετυχαίνει τέτοια κατορθώματα;

Στέκομαι και απαγγέλλεις, κάθομαι και απαγγέλλεις,
τρέχω, απαγγέλλεις, αφοδεύω, απαγγέλλεις.
Στα λουτρά καταφεύγω, βροντάς στ’ αφτιά μου.
Την πισίνα ψάχνω, να βουτήξω δεν μ’ αφήνεις.
Τρέχω στο δείπνο, μ’ έχεις πάρει από πίσω.
Φτάνω στο δείπνο,  με άλλον δεν μ’ αφήνεις να μιλήσω.
Κατάκοπος κοιμάμαι, με ξυπνάς, μόλις ξαπλώσω.

Θέλεις να δεις πόσο κακό είναι αυτό που κάνεις;
Ενώ άντρας χρηστός και άκακος και δίκαιος είσαι,
θα καταντήσεις φόβητρο.


Occurrit tibi nemo quod libenter,
quod  quacumque venis, fuga est et ingens
circa te, Ligurine, solitudo,
quid sit, scire cupis? Nimis poeta es.
Hoc valde vitium periculosum est.
Non tigris catullis citata raptis,
non dipsas medio perusta sole,
nec sic scorpios inprobus timetur.
Nam tantos, rogo, quis ferat labores?
Et stanti legis et legis sedenti,
currenti legis et legis cacanti.
In thermas fugio: sonas ad aurem.
Piscinam peto: non licet nature.
Ad cenam propero: tenes euntem.
Ad cenam venio: fugas sedentem.
Lassus dormio: suscitas iacentem.
Vis, quantum facias mali, videre?
Vir iustus, probus, innocens timeris.


Μαρτιάλης, III. 44

Η μετάφραση από τα λατινικά είναι δική μου.

19/6/20

Το δίπολο




Κάποιος πήρε τηλέφωνο. 
Θα έρθει, είπε.

Και τώρα γρήγορα, 
να κρύψω την Ανταρσία στην αποθήκη, 
να ανεβάσω στη βιτρίνα την Ξένη.

"Μη με λες έτσι", μου λέει η Ξένη αυταρχικά, 
καθώς στρογγυλοκάθεται στη βιτρίνα. 
"Έχω όνομα και με λένε Λογική. 
Και πες σ’ αυτή την άλλη να βγάλει το σκασμό".

Ακούω την Ανταρσία στο βάθος να κλαίει όλο λύσσα.

17/6/20

Η βασίλισσα




«Δεν είμαι σαν κι εσάς εγώ», είπε η οχτάχρονη Φωτεινή. «Εγώ είμαι βασίλισσα και ζούσα στο παλάτι με τους γονείς μου που ήταν βασιλιάδες. Αλλά με άρπαξαν ληστές και μ’ έφεραν εδώ. Είμαι αληθινή βασίλισσα, μα δεν το λέω πουθενά, γιατί οι ληστές θα με σκοτώσουν. Ούτε και σεις δεν πρέπει να το πείτε σε κανέναν».

Τα άλλα παιδιά την άκουγαν βουβά. Μια κάποια λύπη πέρασε απ’ το βλέμμα τους, φάνηκαν να μελαγχολούν. Η Φωτεινή έβαλε τα γέλια. «Σας κορόιδεψα», τους είπε, «σας ξεγέλασα!». Τα παιδιά την κοίταξαν απογοητευμένα.

Αλλά από τότε μια φωνή επίμονη μέσα της μέρα νύχτα ψιθυρίζει στη Φανή: «Είσαι βασίλισσα εσύ, βασίλισσα...»

9/6/20

"Johnny is the boy for me"





Στη δεκαετία του ’50 είχε γίνει μεγάλη επιτυχία ένα αμερικάνικο τραγούδι που το αναμετάδιδε συχνά και το ελληνικό ραδιόφωνο.

6/6/20

Μόντι Γουντχάους: ο Άγγλος που οργάνωσε την ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοποτάμου





Αν και όλοι γνωρίζουμε ότι η γέφυρα του Γοργοποτάμου ανατινάχτηκε επί Κατοχής με τη συνεργασία των Ελλήνων ανταρτών υπό την καθοδήγηση του Ναπολέοντα Ζέρβα και του Άρη Βελουχιώτη και κάθε χρόνο αποδίδουμε τιμές στους ήρωες, όμως ελάχιστοι γνωρίζουμε ότι αυτός που οργάνωσε την ανατίναξη ήταν ο Άγγλος Μόντι Γουντχάους και ότι χωρίς αυτόν τίποτα  δεν θα γινόταν.

4/6/20

Ποιήματα που δεν γεννήθηκαν






Πόσα ποιήματα δεν πρόλαβαν να γεννηθούν
και τώρα περιμένουν,
με λαχτάρα περιμένουν,
κάπου σε μια άγνωστη διάσταση,
γιατί η ψυχή που θα τα έφερνε στο φως
ξεχάστηκε,
αφαιρέθηκε μέσα στην καθημερινότητά της
ή βγήκε από το σώμα που την έφερε
και εξαερώθηκε.

Μένουνε έτσι εγκαταλειμμένα τα ποιήματα,
δυο τρεις σπασμένοι στίχοι,
μια εικόνα,
μερικές λέξεις συγκινητικές
σαν επιτύμβια επιγραφή
που ο χρόνος έσβησε τα γράμματά της,
σαν έμβρυα αποβολής
ή ακόμα σαν μηδενικά
που αιωρούνται ανάμεσά μας
αναζητώντας μια ψυχή καινούργια
να τα κυοφορήσει.


3/6/20

Ήθη και έθιμα







Δεν έχω συναντήσει όμοιό μου τόσα χρόνια που περιφέρομαι σ’ αυτόν τον κόσμο που να μένει τόσο αδιάφορος, μα τόσο πολύ αδιάφορος στα ήθη και τα έθιμα του τόπου του.

1/6/20

Αν μ' έπαιρνες στην αγκαλιά σου..."



Αν μ’ έπαιρνες στην αγκαλιά σου
και μου ψιθύριζες λόγια αγάπης,
αν με κρατούσες εκεί, στην αγκαλιά σου
με τις ώρες
κι ένιωθα εγώ η κατατρεγμένη
πως είχα βρει το καταφύγιο που ζητούσα,
αν ένιωθα πως μ’ αγαπούσες
με μια αγάπη στέρεη κι αιώνια,
θα ξεγλιστρούσα απαλά
και θα’ φευγα
ζητώντας σου συγγνώμη.

Γιατί, καλέ μου,
δεν προορίστηκαν οι αγάπες
για τις ψυχές
που μαύρες εγεννήθηκαν
και μέσα στα σκοτάδια μόνο ανθίζουν.

31/5/20

Αναμνήσεις που γίνονται σκουπίδια







Από τις ωραιότερες κινηματογραφικές σκηνές που έχω δει στη ζωή μου είναι αυτή στην ταινία «Blade Runner», όπου το ανδροειδές Ρόι Μπάτι που υποδυόταν ο Ρούτγκερ Χάουερ πεθαίνει μονολογώντας πάνω σε μια σκοτεινή ταράτσα κτιρίου και καθώς οι στάλες της βροχής πέφτουν στο πρόσωπό του:

28/5/20

Ψυχή στην έρημο

Δημοσιεύτηκε στο «Πλανόδιον», στις ιστορίες Μπονζάι, και το ευχαριστώ πολύ.


Ψυ­χὴ στὴν ­ρη­μο


 ΨΥΧΗ ΕΝΟΣ ΑΣΚΗΤΗ ποὺ πέ­θα­νε στὴν ἔ­ρη­μο πε­ρι­πλα­νι­ό­ταν ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ καὶ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ βρεῖ τὸν δρό­μο της. Πέ­ρα­σαν ἔ­τσι πολ­λὲς μέ­ρες καὶ ἡ ψυ­χὴ ἐ­ξαν­τλη­μέ­νη καὶ χω­ρὶς ἄλ­λα κου­ρά­για φώ­να­ξε δυ­να­τὰ μέ­σα στὴν καυ­τὴ ἐ­ρη­μιά:
— Δὲν ἀν­τέ­χω ἄλ­λο! Ἂν ὑ­πάρ­χει ὁ Θε­ός, ὁ Πα­ρά­δει­σος καὶ ἡ Κό­λα­ση, ἄς μὲ ἀ­κού­σουν. Ζη­τῶ βο­ή­θεια!
          Πε­ρί­με­νε λί­γη ὥ­ρα μέ­σα στὴ σι­ω­πή, ἀλ­λὰ κα­νεὶς δὲν τῆς ἀ­πάν­τη­σε.
        — Εἶ­μαι σί­γου­ρη πὼς μὲ ἀ­κοῦ­τε, φώ­να­ξε ξα­νά. Εἶ­μαι μιὰ ψυ­χὴ χω­ρὶς σῶ­μα καὶ γι' αὐ­τὸ πρέ­πει οἱ ἀ­ό­ρα­τες δυ­νά­μεις νὰ ἐμ­φα­νι­στεῖ­τε καὶ νὰ μὲ βο­η­θή­σε­τε.
              Πε­ρί­με­νε πά­λι λί­γο, ἀλ­λὰ ἡ ἔ­ρη­μος ἔ­με­νε βου­βή.
        — Θὰ πε­θά­νω χω­ρὶς βο­ή­θεια! Φώ­να­ξε γιὰ τρί­τη φο­ρά. Τί­πο­τα, σι­γή. Τό­τε ἡ ψυ­χὴ κα­τά­λα­βε πὼς ἦ­ταν πράγ­μα­τι ὁ­λο­μό­να­χη.
        — Δὲ βα­ρι­έ­σαι! Μουρ­μού­ρι­σε. Πέ­θα­να ἤ­δη μιὰ φο­ρά. Τώ­ρα ξέ­ρω πῶς εἶ­ναι.
        Καὶ πέ­θα­νε.
        Τὴν ἴ­δια ὥ­ρα οἱ ἀ­ό­ρα­τες δυ­νά­μεις τῆς Φύ­σης συ­ζη­τοῦ­σαν με­τα­ξύ τους.
        — Γιὰ δές! εἶ­πε μί­α. Ἐ­κεί­νη ἡ ψυ­χὴ ποὺ πέ­θα­νε στὴν ἔ­ρη­μο εἶ­χε με­γά­λη ἰ­δέ­α γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό της. Νό­μι­ζε πὼς θὰ ζοῦ­σε αἰ­ώ­νια.
        — Πράγ­μα­τι, εἶ­πε μιὰ ἄλ­λη. Αὐ­τὲς οἱ ἀν­θρώ­πι­νες ψυ­χὲς εἶ­ναι πο­λὺ ἀ­νό­η­τες.
        — Τέ­λος πάν­των, εἶ­πε μιὰ τρί­τη. Ἄς φρον­τί­σου­με τώ­ρα τὸ σῶ­μα της, τὸ μό­νο ποὺ εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κὰ αἰ­ώ­νιο.
        Πῆ­γαν κον­τά του καὶ τὸ βο­ή­θη­σαν νὰ ἀ­πο­δο­μη­θεῖ.


Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Ὁ Τέταρτος Κλῶνος (Αἴολος, Ἀθήνα, 2011).

25/5/20

Τα φυτά






Αυτά τα δυο φυτά είναι τώρα μαζί μερικά χρόνια.

Κάποιοι κάποτε μας τα χάρισαν με την ευκαιρία μιας γιορτής και βρέθηκαν στο σπίτι μας παρέα. Έμοιαζαν και μεταξύ τους, είχαν φύλλα πράσινα με μικρές κιτρινωπές κηλίδες, ίδια σχεδόν στο σχήμα και στο μέγεθος. Έτσι άθελά μας τα συνδέσαμε στο μυαλό μας, τα κάναμε κάτι σαν αδελφάκια και βάλαμε τις γλάστρες τους δίπλα-δίπλα.

23/5/20

"Sit mihi talis amica velim"






Την ερωμένη μου τέτοια τη θέλω,
να ξεκινά καβγάδες χωρίς λόγο
κι όχι να σκέφτεται
 πώς να μιλήσει σαν παρθένα,
όμορφη, αυθάδη, με θρασύ χέρι,
να επιτίθεται και να ανταποδίδει
και στα φιλιά να καταφεύγει,
αφού έχει φάει τις ξυλιές της.
Γιατί, αν δεν έχει τέτοιο χαρακτήρα
και είναι αγνή και κόσμια και ντροπαλή
-μισώ και που το λέω –
σύζυγος τότε θα είναι.


Sit mihi talis amica velim,
iurgia quae temere incipiat
nec studeat quasi casta loqui,
pulchra, procax, petulante manu,
verbera quae ferat et regerat
caesaque ad oscula confugiat.
Nam nisi moribus his fuerit,
casta modesta pudenter agens
dicere abominor, uxor erit.


Decimus Magnus Ausonius, 89


Η μετάφραση δική μου.



20/5/20

Μαορί στη Μάχη της Κρήτης





Ήρθαν από τη μακρινή Νέα Ζηλανδία, την Πολυνησία και τα νησιά Κουκ μαζί με το εκστρατευτικό σώμα των Αυστραλών και των Νεοζηλανδών για να πολεμήσουν στο πλευρό των συμμάχων. Πολέμησαν με πάθος, με δύναμη και με εξαιρετικό θάρρος και πολλοί από αυτούς αναδείχθηκαν ήρωες πολέμου. Υπερασπίστηκαν ξένα γι' αυτούς εδάφη σαν να είναι η πατρίδα τους.

18/5/20

"Μόνος έχεις τη κτήματα..."






Μόνος έχεις τα κτήματα, μόνος και τα λεφτά
και το χρυσάφι, Κάντιντε, μόνος το έχεις,
μόνος και τα πολύτιμα αγγεία
και τα πανάκριβα κρασιά,
μόνος και την καρδιά σου έχεις
μόνος και τις αξιοσύνες σου.
Μόνος τα έχεις όλα
-και πίστεψέ με, θα’ θελα να το αρνηθώ –
όμως τη σύζυγό σου, Κάντιντε,
με όλο το λαό την έχεις.


Praedia solus habes et solus, Candide, nummos,
aurea solus habes, murrina solus habes,
Massica solus habes et Opimi Caecuba solus,
et cor solus habes, solus et ingenium.
Omnia solus habes – hoc me puta velle negare –,
uxorem sed habes, Candide, cum populo.

Μαρτιάλης   ΙΙΙ.26


Η μετάφραση είναι δική μου.



12/5/20

"Θυμάσαι;"




Κάποτε θα βρεθούμε
σ’ ένα αλλόκοσμο τοπίο
-ω, είμαι σίγουρη γι’ αυτό.

«Θυμάσαι»,
θα σου πω,
«τότε που σου μιλούσα ατελείωτα,
τότε που αγκαλιαζόμασταν
με δάκρυα στα μάτια,
θυμάσαι»,
θα σου πω,
«την ευτυχία εκείνη;»

Όμως εσύ δεν θα θυμάσαι τίποτα,
γιατί τα είχα όλα μόνη ζήσει.

«Μα τώρα»,
θα σου πω,
«ήρθε ο καιρός
να αναλάβεις την ευθύνη
της ευτυχίας μας εσύ.
Τόσο καιρό
εγώ τη συντηρούσα
κρυμμένη στο σκοτάδι.
Τώρα είναι η σειρά σου
να μου πεις
τα λόγια της αγάπης
που σου ετοίμασα».

9/5/20

"Σαλώμη"




Η καημένη η Σαλώμη,
τόσα πολλά που της φορτώσανε
και την παραμορφώσανε.
Κανείς δεν σκέφτηκε
πως ήταν κόρη της φοβερής Ηρωδιάδας
με το αρπακτικό της τίγρης βλέμμα,
άρα ένα ηλίθιο και άβουλο παιδί.


7/5/20

"Animula vagula blandula"




Ψυχούλα, μικρή περιπλανώμενη, γλυκούλα,
φιλοξενούμενη του σώματος και σύντροφός του,
σε ποιους τώρα θα φύγεις τόπους,
χλομούλα, παγωμένη και γυμνούλα,
κι ούτε αστεία πια θα λες, όπως το έκανες.

Animula vagula blandula,
hospes comesque corporis,
quae nunc abibis in loca,
pallidula, rigida, nudula,
nec ut soles dabis iocos?

Imperator Hadrianus, III

Η μετάφραση δική μου.



27/4/20

"Θέλω να μη με θέλεις"





Τρέχεις πίσω από μένα, φεύγω εγώ,
φεύγεις εσύ, τρέχω πίσω από σένα.
Αυτό είναι το φυσικό μου, Δίνδυμε:

Δεν θέλω να με θέλεις,
να μη με θέλεις θέλω.



Insequeris, fugio; fugis, insequor; haec mihi mens est:
velle tuum nolo, Dindyme, nolle volo.

Μαρτιάλης, V. 83


Η μετάφραση δική μου


25/4/20

"Δισταχτικά πλησίασαν"






Δισταχτικά πλησίασαν
τις άδειες πόλεις μας
οι αλεπούδες,
τα ελάφια,
όλα τα φοβισμένα ζωντανά.

Έφυγε ο αφέντης;
Πέθανε ο δικτάτορας;
Δικός μας  έγινε ξανά ο κόσμος;

Σαν τους πρωτόπλαστους κι αυτά
πιστεύουν
πως απαλλάχθηκαν
απ’ τον Ιεχωβά.

Δεν ξέρουν, 
αγνοούν τα αθώα,
όχι,
δεν υποπτεύονται.

24/4/20

Πώς να αγνοήσετε έναν πολύ εργατικό εγκέφαλο







Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ στο «Μίλησε, μνήμη»,
 Popaganda:
"Αμέσως πριν με πάρει ο ύπνος, συχνά αντιλαμβάνομαι μια μονόπλευρη συζήτηση στο περιθώριο του νου μου, εντελώς ανεξάρτητη από την κανονική ροή των σκέψεών μου. Πρόκειται για μια ουδέτερη, ψυχρή, και ανώνυμη φωνή, που μου λέει λέξεις δίχως σημασία για μένα".

Νόμιζα πως μόνο εγώ είχα αυτό το χούι, αλλά, όπως βλέπω, το είχε και ο Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ και μάλλον το έχουν κι άλλοι πολλοί και δεν του δίνουν σημασία.

21/4/20

21η Απριλίου 1967





Δικτατορία; Τι είναι αυτό;

Ο πατέρας είχε ήδη φύγει για την Τρίπολη, στους δικούς του, για το Πάσχα. Θα πηγαίναμε η μητέρα μου κι εγώ σε λίγες μέρες.

Τι είναι αυτό τελικά, δεν καταλαβαίνω.

Στο διπλανό διαμέρισμα ο κύριος Αλέκος κάτι είχε πάθει και στεκόταν στον νιπτήρα του μπάνιου κι έπλενε τα χέρια του συνέχεια. Είναι προσωρινό, σε ένα δυο μήνες θα τελειώσει, μουρμούριζε.

Ποιο;

Κατά το μεσημεράκι μάς επισκέφτηκαν δυο ξάδερφοι, νεαροί εργάτες. Κάθησαν αρκετή ώρα, δεν έλεγαν τίποτα. Έδειχναν φοβισμένοι. Ο ένας μου είχε δώσει προ καιρού να διαβάσω ένα μυθιστόρημα του Λουντέμη. Είχα θυμώσει, τι θέλει τώρα αυτός, να γίνω κομμουνίστρια;

Το απόγευμα πετάχτηκα στον από πάνω δρόμο, στης κυρίας Αριστέας, μ’ έστειλε η μάνα μου να δω τι κάνουν εκεί. Ακόμα δεν είχαμε τηλέφωνα στα σπίτια μας.

Έφυγα από κει στις εφτά παρά πέντε. Στις εφτά άρχιζε η απαγόρευση κυκλοφορίας. Στον δρόμο δεν κυκλοφορούσε κανείς. Ένιωθα παράξενα, λίγο ηρωικά και λίγο ηλίθια.

Η πρώτη μέρα.



20/4/20

"Να βάλει το ωραίο της φόρεμα"





Να βάλει το ωραίο της φόρεμα,
να χτενίσει τα μαλλιά της.

Θέλησε έτσι ξαφνικά
να γίνει όμορφη
και ποθητή,
ύστερα σκέφτηκε
ότι κανείς δεν θα τη δει,
ότι είναι μόνη,
ότι δεν έχει επομένως νόημα.

Ματαιωμένο το ωραίο της φόρεμα
κρέμεται πάντα
μέσα στη ντουλάπα.

18/4/20

4ος αι. μΧ. Πώς έβλεπαν τη γυναίκα οι κατά τους Χριστιανούς αιρετικοί Γνωστικοί


                     Αντιόχεια της Συρίας, αναπαράσταση


Στον κόσμο των ιδεών που ταξίδευα, η γυναίκα έπαιρνε πολλές μορφές.

Εγώ ως πρώην Βαλεντινιανός δεν είχα τίποτα εναντίον της. Το ίδιο και οι περισσότεροι γνωστικοί. Γι αυτούς η ερωτική ηδονή ήταν από ηθική άποψη κάτι αδιάφορο. Γενικά στους κύκλους των γνωστικών η γυναίκα ήταν ισότιμη με τον άνδρα, μπορούσε να γίνει διδασκάλισσα, περιπλανώμενη ευαγγελίστρια, θεραπεύτρια. Σε άλλες πάλι γνωστικές ομάδες  εκείνη είχε την πρωτοκαθεδρία και βρισκόταν μέσα στο ιερό, την ώρα της θείας Ευχαριστίας, όπως έκαναν παραδείγματος χάριν οι Μαρκοσιανοί, ή γινόταν και η ίδια ιερέας, όπως συνέβαινε με τους Αρτοτυρίτες. Ακόμα και επίσκοπος μπορούσε να γίνει. Οι Πεπυζίτες  ή αλλιώς Μοντανιστές την είχαν στην κορυφή και οι γυναίκες τους ήταν προφήτισσες. Κάποιοι άλλοι, όπως οι Νικολαΐτες, απολάμβαναν τη γυναίκα χωρίς φραγμούς, γιατί πίστευαν ότι μέσα από την ερωτική πράξη μπορούσαν να πλησιάσουν το Θεό.