29/2/24

17. Τραγούδια και χοροί ("Ένα παιδί μεγαλώνει στα Ταμπακαριά")

 

 







Στο σπίτι έχουμε ραδιόφωνο, μάρκα Φίλιπς. Ραδιόφωνο έχουν πολύ λίγοι στη γειτονιά,  μόνο η κυρία Σοφία από δίπλα και οι Παπαδάκηδες.

 

«Τώρα όμως είμαστε πλούσιοι!», είπα ενθουσιασμένη στον μπαμπά μου, όταν το έφερε. Αυτός χαμογέλασε και δεν μου απάντησε, η μαμά όμως με μάλωσε  και μου είπε να μη λέω τέτοια πράγματα και πως δεν είμαστε πλούσιοι, είμαστε σαν όλους τους άλλους. Αλλά εγώ δεν την πιστεύω, έτσι τα λέει αυτά για να μην παίρνω αέρα. Όμως εμείς δεν μοιάζουμε με τους εργάτες των ταμπάκικων, είμαστε καλοντυμένοι και η μαμά φορά χρυσά δαχτυλίδια και έχει ένα ολόχρυσο βραχιόλι που το φορά, όταν βγαίνουν τα βράδια με τον μπαμπά.

 

Τώρα που έχουμε ραδιόφωνο, ακούω όλα τα τραγούδια και τα μαθαίνω απέξω. Τα δημοτικά τα βαριέμαι, αλλά αυτά αρέσουν στον μπαμπά και τα βάζει συνέχεια, γιατί θυμάται την πατρίδα του. Ο μπαμπάς δεν είναι αποδώ, είναι από την Πελοπόννησο κι εκεί ακούνε καλαματιανά και τσάμικα που εδώ δεν τα ακούν, εδώ έχουν άλλα δημοτικά, πεντοζάλη και σούστα,  που ούτε κι αυτά μου αρέσουν, αυτά τα ακούνε οι χωριάτες.

 

Καμιά φορά τα βράδια που το ραδιόφωνο παίζει καλαματιανά και τσάμικα, ο μπαμπάς σηκώνεται, με παίρνει από το χέρι και χορεύουμε στην κουζίνα και η μαμά μάς κοιτάζει και κοροϊδεύει τον μπαμπά, λέει πως είναι χορευτής της κουζίνας, γιατί δεν χορεύει έξω, μόνο εδώ μέσα χορεύει.

 

Ψέματα λέει όμως, γιατί, όταν πάμε στα κέντρα, ο μπαμπάς χορεύει ταγκό και βαλς με τη μαμά κι αν πάμε σε κανένα γλέντι, χορεύει και καλαματιανά και τσάμικα. Κι εγώ σηκώνομαι μαζί του και χορεύω, μου έχει μάθει τα βήματα και χορεύουμε πολύ ωραία.

 

Και στα κέντρα, όταν με παίρνουν μαζί τους, χορεύω κι εγώ με τον μπαμπά ταγκό και βαλς και καμιά φορά με σηκώνουν και οι φίλοι τους και χορεύω μαζί τους. Έχει και φωτογράφους στα κέντρα που μας παίρνουν φωτογραφίες.

 

Στα κέντρα πάμε, όταν είναι Απόκριες ή Πρωτοχρονιά. Πάνω εκεί που είναι το δάσος με τα πεύκα, στο Ακρωτήρι, είναι η «Νεράιδα», πολύ ωραίο κέντρο, τρώμε και μετά χορεύουμε και φοράμε αποκριάτικα καπέλα και πετάμε σερπαντίνες και κομφετί. Είναι και η «Χονολουλού» που είναι λίγο πιο κάτω από το σπίτι μας, δίπλα στη θάλασσα. Φέρνει τραγουδιστές από την Αθήνα και τραγουδούν κι εμείς χορεύουμε.

 

Την Καθαρά Δευτέρα πάμε στον «Γλάρο», ένα κέντρο έξω από την πόλη που είναι κι αυτό δίπλα στη θάλασσα. Πάμε από το πρωί και έρχονται όλοι οι φίλοι των γονιών μου και περνάμε πολύ ωραία όλη την ημέρα. Τα παιδιά πάμε στην παραλία και παίζουμε με την άμμο, κυλιόμαστε, γεμίζουν άμμο τα ρούχα μας και τα παπούτσια μας, μέχρι και στα μαλλιά μας μπαίνει. Μετά γυρίζουμε στο κέντρο και φωνάζει η μαμά που είμαι πάλι βρόμικη.



***


Στις φωτογραφίες:


Απόκριες στη "Νεράιδα". Ένας οικογενειακός φίλος τελών εν ευθυμία χορεύει με την πιτσιρίκα.


Απόκριες στη "Χονολουλού". Ο μπαμπάς δεύτερος εξ αριστερών (με τα γυαλιά), η μαμά πέμπτη εξ αριστερών (με το αποκριάτικο καπέλο). Η πιτσιρίκα πρώτη εκ δεξιών.



(Συνεχίζεται)




28/2/24

Μοίρα

 





Υπάρχει κάτι που λέγεται Μοίρα κι αυτά τα τσιτάτα που κυκλοφορούν και τα έχουμε βαρεθεί μέχρι τα βάθη της ψυχής μας ότι τάχα ο καθένας είναι υπεύθυνος για τη ζωή του κι ότι μπορούμε να φτάσουμε το όνειρό μας, αν αγωνιστούμε  και άλλα παρόμοια είναι σκουπίδια για τον κάδο των αχρήστων.

 

Γιατί είναι Μοίρα σου, αν θα γεννηθείς στη Μποτσουάνα ή στην Ελβετία, αν θα γεννηθείς αρσενικός ή θηλυκιά, πλούσιος ή φτωχός, όμορφος ή άσχημος, γερός ή φιλάσθενος, ορφανός ή με γονείς και πάει λέγοντας.

 

Και είναι Μοίρα σου, αν έχεις τα κότσια να τα βάλεις με τη Μοίρα σου ή να την αποδεχτείς. Αλλά όσα κότσια κι αν έχεις, αν είσαι μαύρος, μαύρος θα μείνεις, αν είσαι φιλάσθενος, φιλάσθενος θα μείνεις, αν είσαι ορφανός, ορφανός θα μείνεις.

 

Κι αυτά τα λαμπρά παραδείγματα ανθρώπων που ξεκίνησαν από το μηδέν και έφτασαν στην κορυφή είναι που η Μοίρα τους τούς είχε εφοδιάσει με γερά κότσια, δεν τα βρήκαν στον δρόμο. Και είναι λίγοι, πολύ λίγοι αυτοί μπροστά στα δισεκατομμύρια των άλλων ανθρώπων που η Μοίρα τους τούς καθήλωσε εκεί που εκείνη ήθελε, λοιπόν ας μη λέμε κουταμάρες.

 

Και όταν λέμε Μοίρα, δεν εννοούμε βέβαια καμιά θεότητα αλλά μια συμπλοκή αμέτρητων παραγόντων και συμπτώσεων που ήρθαν κι έδεσαν και έφτιαξαν εσένα.

 

Την πολεμάς τη Μοίρα σου, αν είναι κακή, και καλά κάνεις. Την πολεμάς, όσο εκείνη σου επιτρέπει. Μπορεί να σου παραχωρήσει κάτι καλό, μπορεί και όχι. Πώς να τα βάλεις με τους αμέτρητους παράγοντες και τις αμέτρητες συμπτώσεις;

 

Κάποτε κάπου ανοίγεται μπροστά σου μια πορτούλα και πετάγεσαι έξω πανευτυχής. Νιώθεις νικητής. Σου χαμογέλασε η Μοίρα και νιώθεις όμορφα.

 

Πιο κάτω όμως δεν ξέρεις τι μπορεί να σου συμβεί. Μπορεί να μη σου συμβεί τίποτα κακό και ολοένα να ανοίγονται πορτούλες μπροστά σου που σιγά σιγά θα γίνονται πόρτες, θα γίνονται θύρες, θα γίνονται Πύλες.

 

Ε, ναι, είσαι πολύ τυχερός, φίλε μου, πολύ τυχερός, έχεις καλή Μοίρα. Άλλοι στη θέση σου παλεύουν να ανοίξουν μια πορτούλα μόνο κι αυτή μένει κλειστή σε όλη τη ζωή τους.

 

Κι αν πια η Μοίρα σου είναι έτσι ευνοϊκά πλεγμένη, θα πεθάνεις σε βαθιά γεράματα μέσα σε δόξες και τιμές. Καλομοίρης.

 

Ο άλλος πάλι, ο κακομοίρης, αφού φάει τα χρόνια του πασχίζοντας να ανοίξει μια πορτούλα και δεν τα καταφέρει, θα πεθάνει με το παράπονο.

 

Υπάρχει και μια τρίτη κατηγορία, αυτή που θα την έλεγα Μοίρα του Μεγάλου Ναπολέοντα. Μια Μοίρα γενναιόδωρη που ξαφνικά στραβώνει τα μούτρα της και σε πετά στο νησί της Αγίας Ελένης να πεθάνεις άδοξα.

 

Ή του Μεγάλου Αλέξανδρου που σε στερεώνει αιώνιο στην Ιστορία και στα τριάντα τρία σου χρόνια σού παίρνει τη ζωή.

 

Κι ας μην αρχίσουμε τα: αν δεν έκανε αυτό ή εκείνο, αν απέφευγε εκείνο ή αυτό, όλα θα εξελίσσονταν διαφορετικά. Δεν έκανε αυτό ή εκείνο, δεν απέφυγε εκείνο ή αυτό, γιατί η Μοίρα του είχε καθορίσει τον χαρακτήρα του στα πρώτα τρία χρόνια της ζωής του και τα γονίδιά του τα είχε προκαθορίσει κι αυτά, πριν ακόμα γεννηθεί.

 

Και γι’ αυτό θα έκανε οπωσδήποτε αυτό ή εκείνο και θα απέφευγε οπωσδήποτε εκείνο ή αυτό.

 

 

 

26/2/24

Κι αν έκανα λάθος;

 

Κι αν έκανα λάθος;


Αν εσύ με αγάπησες


κι εγώ προσπέρασα


ανύποπτη;


Ποια Μάρθα,


ποια Μαγδαληνή


θα πλύνει τώρα την πληγή σου;



 

25/2/24

16. Χειμώνας ("Ένα παιδί μεγαλώνει στα Ταμπακαριά")

 




Χιόνι δεν έχω δει ποτέ μου παρά μόνο στις φωτογραφίες και στον κινηματογράφο.


Τον χειμώνα η μαμά ανάβει το μαγκάλι στην κουζίνα και καθόμαστε κοντά του και ζεσταινόμαστε. Όλοι μαγκάλια έχουν, εκτός από τον προϊστάμενο του μπαμπά που στο σπίτι του έχει σόμπα πετρελαίου. Μας καλεί για τσάι μερικές φορές. Είναι καλός άνθρωπος και λέει αστεία.


Μια μέρα έκανε πολύ κρύο κι έπεσαν από τον ουρανό κάτι χοντρά κομμάτια που εγώ νόμιζα πως ήταν χιόνι. Η μαμά έφερε μέσα ένα και μουρμούριζε «Κύριε ελέησον! Πάγο ρίχνει!» Απογοητεύτηκα, γιατί εγώ ήθελα να δω χιόνι.


Έχουμε και πολύ αέρα εδώ που μπαίνει από τις χαραμάδες του σπιτιού και σφυρίζει, άλλοτε σιγανά, άλλοτε δυνατά σαν μας φωνάζει. Μ’ αρέσει πολύ να τον ακούω. Είναι σαν να μας μιλά. Και τα βράδια που πάω για ύπνο με νανουρίζει. Ακούω και τη θάλασσα να μουγκρίζει και μ' αρέσει.


Και βροχή. Έχουμε πολλή βροχή. Άμα βρέχει, φοράω τις γαλότσες μου για να πάω σχολείο. Και τον μουσαμά μου που έχει κουκούλα και δεν βρέχομαι. 


Α, ψέματα είπα! Έχω δει χιόνι στα Λευκά Όρη που υψώνονται πέρα μακριά, πίσω από την πόλη μας.

 

(Συνεχίζεται)

 

24/2/24

15. Κολύμπι στη βρόμικη θάλασσα ("Ένα παιδί μεγαλώνει στα Ταμπακαριά")

 

 



 

Κάτω ο χωματόδρομος είναι ήσυχος. Πού και πού περνά κανένας ταμπάκης βρόμικος, με κείνη την καφέ βρόμα που έχουν πάνω τους οι ταμπάκηδες. Από την απέναντι μεριά του χωματόδρομου είναι τα εργαστήρια των ταμπάκηδων που βγαίνουν κατευθείαν στη θάλασσα κι εκεί πετούν τα καφετιά νερά τους μαζί με κομμάτια προβιές. Βρομάει ο τόπος μια ξινίλα, μια στυφίλα, μερικές φορές δεν μπορούμε να αναπνεύσουμε.

 

Το καλοκαίρι κατεβαίνουμε από ένα γκρεμό που είναι κοντά στο σπίτι των Αντωνακάκηδων και φτάνουμε σε ένα βράχο που ο μισός είναι μέσα στο νερό. Ο άλλος μισός, άμα είναι βρεγμένος, είναι γλιστερός και πρέπει να έχουμε το νου μας να μη γλιστρήσουμε και σκοτωθούμε. Βγάζουμε τα ρούχα μας και μπαίνουμε προσεχτικά στο νερό, γιατί δεν έχει καθόλου άμμο, μόνο πέτρες και έχει και αχινούς που δεν φαίνονται.

 

Έχω πατήσει ως τώρα πολλές φορές αχινούς και όποτε το παθαίνω, πονάω πολύ. Μετά κατουράω εκεί που είναι καρφωμένα τα αγκάθια και σταματώ να πονάω. Καμιά φορά βγάζω και κάτι παράξενα πράγματα στα μπούτια, σαν μεγάλα σπυριά, και πονάνε πολύ και κάνουν καιρό να περάσουν. «Φύκια είναι, φύκια», λέει η μαμά και τους βάζει λάδι.

 

Η θάλασσα δεν είναι κάθε μέρα μπλε, μερικές φορές είναι καφετιά από τα νερά που χύνονται από τα ταμπάκικα, άλλοτε είναι λίγο μπλε και λίγο καφετιά. Εμένα πάντως δεν με πειράζει και τόσο. Κολυμπώ και πάω  πιο βαθιά που είναι καθαρά τα νερά κι ανεβαίνω σ’ έναν άλλο βράχο που είναι μέσα στη θάλασσα κι αποκεί κάνω βουτιές. Ανοίγω τα μάτια μου μέσα στο νερό, αλλά ούτε κι εδώ είναι πολύ καθαρά, κάτι σαν λάδι υπάρχει μέσα στο νερό, δεν πειράζει όμως. Και καμιά φορά βλέπω και μικρά κομμάτια από προβιές να πλέουν δίπλα μου.

 

Μια μέρα ήρθε ένας άγνωστος νεαρός, εγώ ήμουν με τη Λίτσα της κυρίας Χαρίκλειας, και ο νεαρός τής κόλλησε. Η Λίτσα πάει στο γυμνάσιο, είναι μεγάλη και την προσέχουν οι νεαροί, εμένα δεν μου δίνουν σημασία. Αυτή του είπε να πάει στο διάολο, αλλά αυτός δεν έφυγε, κάθισε εκεί και την πείραζε συνέχεια. Κι εκείνη σταμάτησε να του δίνει σημασία, αλλά μου φαίνεται ότι της άρεσε που την πείραζε ο νεαρός.

 

Μιαν άλλη μέρα που ήμουν πάλι με τη Λίτσα ήρθε ένας άλλος νεαρός, κάθισε λίγο πιο πέρα, έβγαλε έξω το πουλί του, το έπαιζε και μας κοίταζε. Τον κοιτάζαμε κι εμείς για να ντραπεί και να φύγει, αλλά αυτός δεν έφευγε. Αηδίασα πάντως.

 

Ο βράχος που καθόμαστε έχει πολλές πεταλίδες και καβουράκια. Δεν με πειράζει καθόλου που ζουν μέσα σ’ αυτή την καφετιά θάλασσα. Έχω μαζί μου ένα μαχαιράκι, ξεκολλάω τις πεταλίδες και τις τρώω επί τόπου. Ξετρυπώνω καμιά φορά και κανένα καβουράκι και το τρώω ζωντανό. Μετά γυρίζω στο σπίτι και έχει καεί η πλάτη μου από τον ήλιο και πονάει πολύ και σε λίγες μέρες ξεφλουδίζει. Αλλά ύστερα από λίγο καιρό είμαι κατάμαυρη και ο ήλιος δεν μπορεί να με κάψει πια.

 

Μερικές φορές πάω με τα άλλα παιδιά στη διπλανή θάλασσα που είναι λίγο πιο καθαρή. Μια φορά παραλίγο να πνιγώ, είχε φουρτούνα, αλλά εμένα δεν μ’ ένοιαξε, γιατί ξέρω καλό κολύμπι. Μπήκα στη θάλασσα και προχώρησα στα βαθιά και τότε άρχισαν να με λούζουν τα κύματα και δεν μπορούσα να γυρίσω πίσω. Κολυμπούσα πολλή ώρα, αλλά ήμουν στο ίδιο σημείο και κατάπινα συνέχεια νερό.

 

Ψηλά, στον κεντρικό δρόμο, είχαν μαζευτεί κάποιοι και με κοίταζαν που ετοιμαζόμουν να πνιγώ και δεν έκαναν τίποτα, μόνο με χάζευαν και τότε θύμωσα πολύ. Έβαλα τα δυνατά μου, γιατί δεν ήθελα να με δουν να πνίγομαι, αυτό θα ήταν μεγάλη ντροπή, και συνέχισα να κολυμπώ, μέχρι που τα κύματα με πέταξαν σε κάτι βράχια στην άλλη άκρη της παραλίας και βγήκα έξω καταματωμένη, γιατί με είχαν γδάρει τα βράχια.  Μετά το είπαν κάποιοι στη μαμά μου ότι παρά λίγο να πνιγώ, κι από τότε δεν με αφήνει να πηγαίνω με τα παιδιά στη θάλασσα, έρχεται κι αυτή ή με στέλνει με κανένα μεγάλο.

 

Η κυρία Ειρήνη Αντωνακάκη με παίρνει μερικές φορές μαζί της και πάμε σ’ αυτή τη διπλανή παραλία που είναι μπλε και όχι καφέ. Κολυμπούμε μαζί κι αυτή μου κουβεντιάζει για διάφορα, είναι πολύ ευγενική και γλυκομίλητη και έχει ωραίο σώμα, έτσι όπως είναι ψηλή και αδύνατη. Μια δυο φορές είδα τον μπαμπά μου να στέκεται πάνω στο δρόμο και να μας κοιτάζει, ήταν η ώρα που γυρνούσε στο σπίτι το μεσημέρι από το γραφείο. Μου άρεσε πολύ που είχε σταθεί και μας έβλεπε και έκανα διάφορα κόλπα στο νερό επίτηδες για να τα δει. Στεκόταν αυτός πολλή ώρα και κοίταζε.


(Συνεχίζεται)





21/2/24

Ορφανή

 








Θα φύγω σε λίγο


κι εσύ ακόμα δεν μου έστειλες


τα καυτά σου φιλιά,


ακόμα δεν χάιδεψες τα λαγόνια μου,


δεν μου είπες τα λόγια


που λιγώνουν το κορμί μου.


Αφίλητη μ’ άφησες σήμερα


κι αχάιδευτη.


 

Θα βγω στους δρόμους ορφανή.



***


Στη φωτογραφία: "Street in Venice" by John Sargent. 1911.




 

"Είμαστε ποιητές σημαίνει"

 






Είμαστε ποιητές σημαίνει


δεν γελάμε,


παίρνουμε πάντα τη ζωή


πολύ στα σοβαρά,


χτυπιόμαστε ατελείωτα


από την οδύνη,


με συγκατάβαση παρατηρούμε


τους απλούς ανθρώπους.



Το μεσημέρι


τρώμε σκεφτικοί τα παϊδάκια μας,


ύστερα ατενίζουμε τον ουρανό


ψάχνοντας σπάνιες λέξεις


για το επόμενό μας ποίημα.



Όταν αφοδεύουμε,


διαβάζουμε ποιήματα των συναδέλφων μας,


ρίχνουμε ενίοτε στη λεκάνη


την ηδονή μας που έφυγε χαράμι,


έπειτα βγαίνουμε για βόλτα,


συναντάμε τους ομοίους μας


και ανταλλάσσουμε απόψεις.



Τις νύχτες μάς παίρνει ο ύπνος στη στιγμή.


Η οδύνη μπορεί να περιμένει ως αύριο,


όταν θα γράψουμε το νέο ποίημά μας.



 

19/2/24

Τώρα που σ' αγάπησα

 

Τώρα που σ’ αγάπησα,


έσπασες,


χίλια κομμάτια έγινες.



"Κάτω στα Λεμονάδικα"

 






Το τραγούδι «Κάτω στα Λεμονάδικα» είναι του Βαγγέλη Παπάζογλου και το τραγούδησε για πρώτη φορά ο Στελλάκης Περπινιάδης  το 1934.

Τα Λεμονάδικα ήταν η λαχαναγορά του Πειραιά στην πλατεία Καραϊσκάκη. Εκεί κατέφθαναν δεκάδες καΐκια με οπωρολαχανικά από άλλες περιοχές. Τα έβγαζαν από τα καΐκια και τα στοίβαζαν σε πάγκους και από εκεί γίνονταν οι πωλήσεις, χονδρική και λιανική.

Οι εμπορομανάβηδες πήγαιναν με γεμάτο πορτοφόλι για τις αγορές τους και ήταν μόνιμος στόχος των πορτοφολάδων.

Λάχανο ή παντόφλα έλεγαν το πορτοφόλι.

Η φτώχεια τότε ήταν πολύ μεγάλη και αυτό φαίνεται και στους στίχους του τραγουδιού:

«δε μας φοβίζει ο θάνατος, μόν’ μας τρομάζει η πείνα,

γι’ αυτό τσιμπούμε λάχανα και την περνάμε φίνα».


"Κάλλιο ο θάνατος!"

"Απάνω τους, μάγκες!"

Οι φράσεις ακούγονται ενδιάμεσα των στίχων.


Για τη λέξη «λέφα» ή «ρέφα» ακόμα δεν έχει ξεκαθαριστεί τι σημαίνει. Αν σας ενδιαφέρει, κοιτάξτε στο γκουγκλ, όπου υπάρχουν πολλές αναφορές.

 

Κάτω στα λεμονάδικα γίνηκε φασαρία,

δυο λαχανάδες πιάσανε που κάναν την κυρία.

 

Τα σίδερα τούς φόρεσαν και στη στενή τούς πάνε

κι αν δε βρεθούν τα λάχανα, το ξύλο που θα φάνε.

 

Κυρ αστυνόμε μη βαράς, γιατί κι εσύ το ξέρεις

πως η δουλειά μας είν’ αυτή και λέφα μη γυρεύεις.

 

Εμείς τρώμε τα λάχανα, τσιμπούμε τις παντόφλες,

για να μάς βλέπουν τακτικά της φυλακής οι πόρτες.

 

Δε μας φοβίζει ο θάνατος, μόν’ μας τρομάζει η πείνα,

γι’ αυτό τσιμπούμε λάχανα και την περνάμε φίνα.


Εδώ το τραγούδι:

https://www.youtube.com/watch?v=D54MsWmoE-M

 

Για περισσότερες πληροφορίες:

http://www.mixanitouxronou.gr/kato-sta-lemonadika-egine-fasaria-pia-itan-ta-thrilika-lemonadika-ti-itan-ta-lachana-ke-i-pantofles-i-merokamatiarides-ke-i-portofolades-pou-eginan-tragoudi/

 

18/2/24

14. Πώς να περάσει η ώρα ("Ένα παιδί μεγαλώνει στα Ταμπακαριά")

 



 

Η μαμά μού λέει πως είμαι πολύ τυχερή που έχω  και τους δυο γονείς μου και με αγαπούν, γιατί υπάρχουν παιδιά που έχει πεθάνει η μαμά τους και ο μπαμπάς τους έχει ξαναπαντρευτεί μια άλλη γυναίκα που γίνεται  μητρυιά τους. Οι μητρυιές δεν τα αγαπούν τα παιδιά, γιατί δεν είναι δικά τους, τα μισούν και τα βασανίζουν.

 

Όταν είναι στις καλές της, πλέκει και τραγουδά και μερικές φορές απαγγέλλει «τη Λίμνη» του Λαμαρτίνου που της αρέσει πολύ. Έχω μάθει κι εγώ μερικούς στίχους από τις πολλές φορές που την ακούω να τους λέει:

 

«Πάντα λοιπόν θα τρέχομε προς άγνωστο ακρογιάλι,

θα καταποντιζόμεθα στου τάφου τη νυχτιά,

χωρίς ποτέ ένα απάνεμο μες την ανεμοζάλη

ούτ’ ένα καταφύγιο στη βαρυχειμωνιά...»

 

Κι όταν τελειώνει, αναστενάζει μελαγχολικά.

 

Καμιά φορά διαβάζει και βιβλία. Τη «Γκρατσιέλα» του αγαπημένου της Λαμαρτίνου και την «Κασσιανή» που την αγάπησε ο αυτοκράτορας Θεόφιλος, αλλά μετά την άφησε και παντρεύτηκε τη Θεοδώρα και η Κασσιανή έγινε  καλόγρια. Της άρεσε πολύ η Κασσιανή και τη διηγόταν στις φίλες της κι εγώ την άκουγα. Και το «Καλημέρα, θλίψη» της άρεσε πολύ. Αυτό το έγραψε μια Γαλλίδα, η Φρανσουάζ Σαγκάν.

 

Εγώ τα ξεφυλλίζω αυτά τα βιβλία, αλλά δεν τα διαβάζω, τα βαριέμαι, αυτά είναι βιβλία για μεγάλους.

 

Καμιά φορά δανείζομαι από τα άλλα παιδιά τα κλασικά εικονογραφημένα και τα διαβάζω. Είναι τόσο ωραία και θα ήθελα να τα διαβάσω όλα, αλλά δεν γίνεται. Έχω διαβάσει τον Άνθρωπο που γελά, τον Ρομπέν των δασών, τους τρεις Σωματοφύλακες, τον Ριχάρδο τον Λεοντόκαρδο, το Πρίγκηψ και Φτωχός, τον Ιβανόη, την Παναγία των Παρισίων, την Καλύβα του μπάρμπα Θωμά, τον Μιχαήλ Στρογκώφ. Πόσο όμορφα είναι όλα! Τον Μιχαήλ Στρογκώφ μάλιστα τον είδα και στον κινηματογράφο με τον Κουρτ Γιούργκενς.

 

Δανείζομαι και άλλα παιδικά από τα παιδιά της γειτονιάς, όπως τον Γκαούρ-Ταρζάν και τον Μικρό Ήρωα. Μου αρέσουν κι αυτά πολύ. Αλλά οι γονείς μου δεν μου αγοράζουν τίποτα και πρέπει να παρακαλώ τα άλλα παιδιά να μου τα δανείσουν.

 

Καμιά φορά, όταν δεν έχω τι να κάνω και είμαι μόνη στο σπίτι, ακουμπώ στο τοιχάκι της ταράτσας και κοιτάζω τη θάλασσα. Μια φορά ονειρεύτηκα ότι ήμουν έτσι ακουμπισμένη στο τοιχάκι και ένας τεράστιος δράκος κολυμπούσε στη θάλασσα. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση, όμως καθόλου δεν φοβήθηκα.

 

Άλλοτε παίρνω φόρα από μακριά και φτάνοντας στο τοιχάκι ακουμπώ τα χέρια μου πάνω του, λυγίζω την ίδια στιγμή τα γόνατα κι έτσι βρίσκομαι γονατισμένη πάνω στο τοιχάκι. Μ’ αρέσει αυτό το παιχνίδι, αλλά μια φορά δεν έκανα καλό υπολογισμό και βρόντηξα τα πόδια μου στο τοιχάκι και με πήραν τα αίματα. Είχα κάτι παλιές πληγές στα γόνατα και άνοιξαν πάλι κι έτρεχε ποτάμι το αίμα. Φοβήθηκα πολύ, αλλά δεν ήθελα να με δει η μαμά, γιατί θα με μάλωνε. Πήρα κάτι πανιά και τύλιξα με αυτά τα γόνατά μου, αλλά το αίμα δεν σταματούσε, έτρεχε συνέχεια και μούσκεψαν τα πανιά. Ύστερα ήρθε η μαμά και με είδε και έβαλε οινόπνευμα στις πληγές μου κι εγώ ούρλιαζα από τον πόνο και κάποια στιγμή σταμάτησε το αίμα. Κι όταν της είπα τι παιχνίδι έπαιζα, έβαλε τις φωνές, γιατί η ταράτσα είναι ψηλά κι αν έπεφτα κάτω από το τοιχάκι, θα σκοτωνόμουν.



***

Στη φωτογραφία: Τρεις κυρίες κάνουν βόλτα. Η μαμά είναι η εξ αριστερών.



(Συνεχίζεται) 





17/2/24

Παγωμένα ποιήματα




Δεν είσαι φίλος της μοντέρνας ποίησης που τη διαβάζεις μια φορά και δεν καταλαβαίνεις τι θέλει να σου πει, τη διαβάζεις δεύτερη και τρίτη φορά και πάλι δεν καταλαβαίνεις και τέλος παραιτείσαι και λες «εντάξει, είναι προφανές ότι έχω κάποιο πρόβλημα, μειονεκτώ, ας το πάρω απόφαση».

 

Από την άλλη αναρωτιέσαι: «Καλά, με τόση μόρφωση και εξοικείωση περί την Τέχνη, πώς γίνεται να μην παίρνω είδηση τι θέλει να πει ο ποιητής; Προφανώς είμαι βλάκας».

 

Το δέχεσαι κι αυτό.


Ωστόσο κάνεις μια τελευταία προσπάθεια να πλησιάσεις το ποίημα έστω με πλάγιους τρόπους. Σκέφτεσαι: «Μπορεί για τους ανωτέρω λόγους να μην παίρνω είδηση τι θέλει να μου πει ο ποιητής, ωστόσο, αν πάρω μία μία τις φράσεις, τις προτάσεις, κάτι από την ομορφιά τους θα περάσει μέσα μου».

 

Αρχίζεις λοιπόν να διαβάζεις τους στίχους κομματιαστά, ξεκάρφωτα, παίρνεις φράσεις από δω και από κει, τις διαβάζεις και περιμένεις να νιώσεις κάποια συγκίνηση, να νιώσεις ότι ξυπνά μέσα σου ένα συναίσθημα, ό,τι να’ ναι, μια όμορφη εικόνα, ένας λυγμός, ένα τρυφερό χαμόγελο, ένα δάκρυ, ένα μισοκρυμμένο παράπονο, μια μικρή ελπίδα, μια επιθυμία για κάτι άπιαστο, κάτι τέλος πάντων που θα κινήσει μέσα σου τον συναισθηματικό σου κόσμο.

 

Τίποτα.

 

Λέξεις βαλμένες η μια δίπλα στην άλλη, παγωμένες φράσεις, παγωμένοι στίχοι, γενικά μια παγωμάρα από την αρχή ως το τέλος.

 

«Δεν είμαι μόνο βλάκας», σκέφτεσαι, «είμαι και ένας αναίσθητος άνθρωπος».

 

Τι να κάνουμε… κάποιοι γεννηθήκαμε πολύ ελαττωματικοί.


***


(Στη φωτογραφία: Ramon Casas "Jove decadent").




 


16/2/24

Εκφυλισμένοι και ηθικοί

 






Μπορούμε να διακρίνουμε τους ανθρώπους σε δυο κατηγορίες με βάση ένα γνώρισμα ή χαρακτηριστικό τους: σε ψηλούς και κοντούς, σε πλούσιους και φτωχούς, σε έξυπνους και κουτούς, σε λευκούς και έγχρωμους, σε έντιμους και ανέντιμους και ούτω καθεξής.

 

Σήμερα που ο κόσμος έχει χωριστεί στα δύο με βάση την ευημερία, τη νοοτροπία και την επιστημονική εξέλιξη μπορούμε να προσθέσουμε άλλη μια διάκριση: τους εκφυλισμένους και τους ηθικούς.

 

Οι εκφυλισμένοι είμαστε εμείς που ζούμε στον ανεπτυγμένο κόσμο και φυσικά δεν αυτοαποκαλούμαστε έτσι, αυτό έλειπε, εκφυλισμένους μάς λένε οι υπανάπτυκτοι, όσοι ζουν στις φτωχές χώρες, οι οποίοι επίσης δεν αυτοαποκαλούνται υπανάπτυκτοι αλλά ηθικοί.

 

Εννοείται ότι εμείς αποποιούμαστε μετά βδελυγμίας τον χαρακτηρισμό «εκφυλισμένοι», αντιθέτως αυτοαποκαλούμαστε προοδευτικοί, πολιτισμένοι, ελεύθεροι, ευαίσθητοι και αρνητές κάθε σκοταδισμού.

 

Αυτοί που εμείς αποκαλούμε υπανάπτυκτους αρνούνται επίσης να αυτοαποκληθούν έτσι. Αυτοί πιστεύουν ότι είναι οι ηθικοί. Είναι πολύ υπερήφανοι για τις ηθικές τους αρχές, τον σεβασμό τους στη θρησκεία τους και την τήρηση όλων των κανόνων της, την πίστη τους στις αρχαίες παραδόσεις τους, στα ήθη και τα έθιμά τους, τη σεμνότητά τους, τη διάκριση των φύλων και τον ρόλο του κάθε φύλου στην κοινωνία τους.

 

Εμείς τους βλέπουμε με περιφρόνηση και οίκτο, τους αποκαλούμε βάρβαρους και απολίτιστους. Αυτοί μας βλέπουν επίσης με περιφρόνηση και σιχασιά και μας αποκαλούν έκφυλους και σάπιους.

 

Έχω την υποψία ότι και οι δύο πλευρές έχουν ένα δίκιο. Έχω την υποψία ότι κάτι νοσηρό ενυπάρχει και στη μία και στην άλλη πλευρά.

 

Και η Ιστορία μάς διδάσκει ότι ο μεν βάρβαρος μπορεί κάποια στιγμή να εκπολιτιστεί, ο εκφυλισμένος όμως είναι καταδικασμένος να εξαφανιστεί.

 

Το μέλλον θα δείξει, αν και εμείς δεν θα είμαστε εδώ να το διαπιστώσουμε.

 

15/2/24

ΑΛΚΜΑΝ, απ. 26 Page.

 



 

Πια δεν μπορούν να με κρατήσουν,


γλυκόλαλες παρθένες με τις ζωηρές φωνές σας,


τα γόνατά μου.


Μακάρι, αχ μακάρι κήρυλος να ήμουν,


δυνατό πουλί θαλασσοπόρφυρο


με γερή καρδιά


και να πετά πάνω από τον ανθό του κύματος


μαζί με τις αλκυόνες.



*

 κήρυλος: αρσενική αλκυόνη.



 ***


 

ο μ τι, παρσενικα μελιγάρυες αρόφωνοι,


γυα φέρην δύναται· βάλε δ βάλε κηρύλος εην,


ς τ π κύματος νθος μ λκυόνεσσι ποτήται


νηλες τορ χων, λιπόρφυρος αρς ρνις.





Μεταφορά στα νέα ελληνικά: Καίτη Βασιλάκου.