9/6/25

Νωρίς απόγευμα Σαββάτου

 





Νωρίς απόγευμα Σαββάτου,


μόλις χωρίσαμε


και η πόλη είναι άδεια,


μόλις χωρίσαμε


και η καρδιά μου είναι άδεια.



Έχει ακόμα πολύ φως


και είναι ζεστά,


αταίριαστα όμως και τα δύο


στη σκοτεινή και κρύα σκέψη μου.



Κάποιοι πάνε,


κάποιοι έρχονται.



Μόλις χωρίσαμε


και δεν σου είπα


πόσο σ’ αγαπώ,


δεν ήθελα να σε τρομάξω.



Μου άρεσε τόσο


το αμέριμνό σου βλέμμα.



7/6/25

Η Πόπη

 




 

Δεκαετία του ΄60.

 

Η Πόπη, θερμό κορίτσι, ξεκίνησε νωρίς-νωρίς να παίζει με τους νεαρούς και κάποιο βράδυ σε μια έρημη παραλία έχασε την παρθενιά της. Από τότε περνούσε ακόμη πιο ωραία με τους νεαρούς, μόνο που δεν πρόσεχε κι έμεινε έγκυος.

 

Στο σπίτι ξέσπασε η τραγωδία. Ο υπεύθυνος νεαρός αρνήθηκε να την παντρευτεί και οι γονείς της την πήγαν στον γιατρό κι έκανε έκτρωση.

 

Η Πόπη ακάθεκτη όμως συνέχισε την ερωτική ζωή της. Δεν κρατιόταν η κοπέλα και έπρεπε επειγόντως να παντρευτεί, σκέφτηκαν οι γονείς της, να ησυχάσει, να ησυχάσουν κι εκείνοι και να πάψουν τα κουτσομπολιά στη μικρή τους πόλη.

 

Βρήκαν ένα καλό παιδί από χωριό, «θα τον πάρεις και θα πεις κι ένα τραγούδι», της είπαν, τι να κάνει το Ποπάκι, είπε το ναι.

 

Την πήγαν στην Αθήνα, έκανε ο γιατρός την παρθενορραφή και γύρισε η Πόπη στην πόλη τους παρθένα. Έγινε ο γάμος στην εκκλησία, αλλά δεν έγινε στο νυφικό κρεβάτι. Όσο κι αν προσπάθησε ο γαμπρός, ο παρθενικός υμένας δεν υποχωρούσε και η Πόπη φώναζε πως πονάει.

 

Πέρασαν μερικές μέρες, το φρούριο της Πόπης παρέμενε άπαρτο – μάλλον σε ατζαμή γιατρό είχαν πέσει – άντε πάλι στην Αθήνα, σε άλλο γιατρό αυτή τη φορά. Ο δεύτερος παρθενικός υμένας της Πόπης παραδόθηκε στο νυστέρι του γιατρού και το φρούριο έπεσε επί τέλους.

 

Ο γάμος ολοκληρώθηκε τελικά, ευτυχής ο σύζυγος, ευτυχείς οι γονείς της Πόπης, η Πόπη δεν ξέρουμε πόσο ευτυχής ήταν.

 

Αργότερα έκανε κι ένα παιδάκι, φτυστό ο μπαμπάς του. Μετά έκανε κι άλλο ένα παιδάκι, φτυστό ο φίλος του μπαμπά του.

 

Αχ, Ποπάκι, Ποπάκι αδιόρθωτο!


(Μικρές ιστορίες)



3/6/25

Καταβροχθίζοντας τα "Κεριά"

 



 

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης, χρήστης των ΜΚΔ, ανεβάζει πού και πού κάποιο ποίημά του ελπίζοντας ότι θα αρέσει στους διαδικτυακούς φίλους του.

 

Προ καιρού έπεσα πάνω σε ένα ποίημά του με τον τίτλο «Κεριά»:

 

 

Του μέλλοντος οι μέρες στέκοντ’ εμπροστά μας

σα μιά σειρά κεράκια αναμένα –

χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.

 

Οι περασμένες μέρες πίσω μένουν,

μια θλιβερή γραμμή κεριών σβησμένων·

τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη,

κρύα κεριά, λιωμένα, και κυρτά.

 

Δεν θέλω να τα βλέπω· με λυπεί η μορφή των,

και με λυπεί το πρώτο φως των να θυμούμαι.

Εμπρός κυττάζω τ’ αναμμένα μου κεριά.

 

Δεν θέλω να γυρίσω να μη διω και φρίξω

τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει,

τι γρήγορα που τα σβηστά κεριά πληθαίνουν.

 

 

Από κάτω είχε καμιά τριανταριά λάικ και μερικά σχόλια (η ορθογραφία διατηρείται):

 

Ελένη Α.

Γιατί τόση απαισιοδοξία; Η ζωή είναι όμορφη. Προσπάθησε να τη χαρείς και ξέχνα τα σβηστά κεριά.

 

Σοφία Β.

Κι εγώ το ίδιο νιόθω. Πόσο σας καταλαβαίνω!

 

Στρατής Γ.

Το μέλλον είναι άγνωστο.

 

Ρένα Δ.

Πρέπει να αγαπήσεις τον εαυτό σου. Να τον αγκαλιάσεις, να του πεις τρυφερά λόγια. Ο εαυτός σου έχει ανάγκη από αγάπη.

 

Κούλα Ε.

Δεν καταλαβαίνω τι εννοείται. Τι σχέση έχει η ζωή με κεριά;

 

Γιώργος Ζ.

Έτσι είναι, φίλε μου, συμφωνώ. Τι να κάνουμε, ο καθένας κι η μοίρα του.

 

Μαρούλα Η.

Αν χριάζεσται βοήθια να απευθινθίται σε κάποιον ιδικό. Ψιχολόγο, ψιχαναλυτή. Έτσι ένιοθα κι εγώ, αλλά ο ψιχολόγος μου με βοήθησε πολί. Τώρα είμε καλίτερα.

 

Τέτα Θ.

Η μοναξιά σκοτώνει την ψυχή. Δύσκολα όμως βρίσκει κανείς σήμερα αληθινούς φίλους.

 

Γιάννης Ι.

Γιατί φοβάσε τα σβησμένα κεριά; Πολύ παράξενο το βρίσκο.

 

Έβαλα μια καρδούλα στο ποίημα κι έφυγα τρέχοντας.

 

30/5/25

Τσεκούρι ή τόξο;

 


Είσαι ( υπολογίζω) εξήντα τόσο χρονών και πριν σαράντα, σαράντα πέντε χρόνια με το μυαλό που κουβάλαγες τότε έβγαινες στους δρόμους και κυνηγούσες τους ιδεολογικούς σου αντιπάλους – τρομάρα σου, είχες και ιδεολογία στα δέκα εφτά, δέκα οχτώ σου χρόνια.

 

Μεγάλωσες, μορφώθηκες, έπηξε το νερουλό σου μυαλό και έγινες ένας σοβαρός άνθρωπος και λογικός που ξέρει τι λέει, όταν μιλά, έχει επιχειρήματα, σέβεται τον συνομιλητή του, δεν τον διακόπτει, δεν φωνάζει, έχει άποψη και την εκθέτει ψύχραιμα.

 

Κι όμως οι ιδεολογικοί σου αντίπαλοι συνεχίζουν να θυμίζουν στον κόσμο τι έκανες, όταν ήσουν ένας άμυαλος νεαρός. Δεν έχουν οι άνθρωποι άλλο επιχείρημα.

 

Εν τω μεταξύ για τους δικούς τους κυνηγούς κεφαλών - που γέρασαν κι  αυτοί και δεν ξέρω, αν έβαλαν μυαλό - τσιμουδιά.