24/4/10

Ο Γοδεφρείδος


Ο Γοδεφρείδος, ετών εξήντα πέντε, έζησε μια πολυτάραχη ζωή.
Τώρα παροπλισμένος διηγείται σ’ αυτούς που έρχονται να τον ακούσουν, τα πάθη και τις περιπέτειες, τους κινδύνους, τους έρωτες, τις δολοπλοκίες, τις μηχανορραφίες, τις ταραχές και τις ηδονές του.

Ιδίως οι νέοι, τι καλό ακροατήριο που είναι.
Τον ακούν με μάτια διψασμένα και υγρά κι η φαντασία τους οργιάζει.
Κι ο Γοδεφρείδος, όχι, ψέματα δε λέει. Δεν παραλείπει τίποτα και δεν προσθέτει. Είναι αυθεντικός.

Τις νύχτες, όταν μένει μόνος, παίρνει τη λάμπα και πάει στον καθρέφτη.

-Γοδεφρείδε, λέει στον εαυτό του, τι γρήγορα που γέρασες. Και τι καλά που θα ήταν να γύριζε επάνω κάτω ο χρόνος, να ξαναζούσες από την αρχή τις περιπέτειές σου.

Όμως εδώ, όταν μιλά στον εαυτό του, ο Γοδεφρείδος ψεύδεται.
Γιατί η αλήθεια είναι πως τίποτε δεν έζησε σε ευτυχισμένη ένταση. Τα πάθη και τα μίση, οι έρωτες κι οι ηδονές του έγιναν όλα μέσα σε μια ομίχλη θλιβερή, αποπνιχτική.

Αχ, λέει ο ψεύτης Γοδεφρείδος στο είδωλό του, αχ, λέει και νοσταλγεί.

Και ο ανόητος δεν σκέφτεται πως κι αν ακόμα γύριζε επάνω κάτω ο χρόνος, με το που θα ξαναφτιαχνότανε το σκηνικό, θα ξεκινούσε αθόρυβα απ’ τον ορίζοντα η ομίχλη να τον κατακαλύψει.

12/4/10

Η τραγωδία των αστεροειδών

Οι αστεροειδείς ακολουθώντας τους νόμους της ψυχής, που έχουν κύρος σ’ ολόκληρο το Σύμπαν, μετά την καταστροφική εμπειρία τους δεν μπόρεσαν να ανασυγκροτηθούν.

Εμείς που είμαστε απέξω απ’ το γεγονός, γνωρίζουμε καλά πως κάποτε, σε χρόνους μυθικούς, έλαβε χώρα μια έκρηξη τρομαχτική που έκανε χίλια κομμάτια τον πλανήτη Δήμητρα, ένα πλανήτη ισότιμο καθ’ όλα με τους υπόλοιπους του ηλιακού συστήματός μας.

Αυτά είναι βέβαια αστρονομικά φαινόμενα που λίγο συγκινούν τους καθημερινούς ανθρώπους.

Αλλά μετά την έκρηξη αυτά τα θλιβερά απομεινάρια κλωθογυρίζουν μανιακά γύρω απ’ την παλιά τροχιά τους, ανίκανα να συνειδητοποιήσουν το μέγεθος της συμφοράς. Ό,τι και να τους πούμε κι όπως και να τους το εξηγήσουμε, δεν θα παραδεχτούν ποτέ την αναπότρεπτη αλήθεια. Το πιθανότερο είναι ότι την απώθησαν στα άβατα της ύπαρξής τους.

Έτσι στριφογυρίζουν στους αιώνες με μάτια διεσταλμένα από την αγωνία και ψάχνουν να συναρμολογηθούν ξανά.


Αλλά η Δήμητρα έχει χαθεί για πάντα.

5/4/10

Οπτική Γωνία

-Πατέρα, τι είναι οπτική γωνία ; ρώτησε τον κύριο Τρέλερ ο γιος του.

Ο κύριος Τρέλερ ξερόβηξε κι έμεινε σκεφτικός.

-Καλύτερα, γιε μου, να στο εξηγήσω με ένα παράδειγμα, είπε μετά. Πρόσεξε λοιπόν. Πρώτη θέση: « Ο κόσμος μας είναι ο καλύτερος απ’ όλους τους δυνατούς κόσμους ». Αυτή είναι μία οπτική γωνία. Δεύτερη θέση : «Ο κόσμος μας είναι ο χειρότερος απ’ όλους τους δυνατούς κόσμους». Αυτή είναι μια άλλη οπτική γωνία για το ίδιο πράγμα.

-Πώς μπορεί να συμβαίνει αυτό ;

-Συμβαίνει, επειδή σε κάθε περίπτωση παρατηρούμε τον κόσμο από
άλλη θέση.

-Δεν καταλαβαίνω, είπε ο μικρός.

Ο κύριος Τρέλερ καθάρισε πάλι το λαιμό του :

-Θα σου αναλύσω τώρα τις θέσεις και θα καταλάβεις. Πρώτη θέση: «Αυτός ο κόσμος είναι ο καλύτερος απ’ όλους τους δυνατούς κόσμους. Διότι με τα εφόδια που ξεκινήσαμε, γίναμε ό,τι καλύτερο μπορέσαμε. Αλλά τα εφόδια που μας δόθηκαν ήταν ό,τι χειρότερο μπορούσε να μας είχε δοθεί».

-Μάλιστα, είπε ο μικρός. Και ποια είναι η δεύτερη;

- Η δεύτερη θέση είναι η εξής : «Αυτός ο κόσμος είναι ο χειρότερος απ’ όλους τους δυνατούς κόσμους. Διότι με τα εφόδια που ξεκινήσαμε, γίναμε ό,τι χειρότερο μπορέσαμε. Ενώ τα εφόδια που μας δόθηκαν, ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσε να μας είχε δοθεί».

- Κατάλαβα, είπε ο μικρός Τρέλερ. Η οπτική γωνία έχει να κάνει πρώτον με τον Κόσμο, δεύτερον με το Διότι, τρίτον με το Αλλά και τέταρτον με το Ενώ. Ο Κόσμος, το Διότι, το Αλλά και το Ενώ, όταν τους αλλάζουμε τη θέση, μας δίνουν κάθε φορά μια νέα οπτική γωνία.

-Πολύ σωστά, είπε ο κύριος Τρέλερ κι έμεινε πάλι για λίγο σκεφτικός.

-Υπάρχει βέβαια κι ένας πέμπτος όρος στην υπόθεσή μας, πρόσθεσε μετά, και αυτός είναι ο Άγνωστος Χ.

-Τι είναι ο Άγνωστος Χ. ; ρώτησε ο μικρός.


Ο κύριος Τρέλερ αναστέναξε.

-Ο Άγνωστος Χ., γιε μου, είναι όλες μαζί οι οπτικές γωνίες. Αλλά αυτό υπερβαίνει τη λογική μας. Γι αυτό εξάλλου τον λέμε Άγνωστο Χ.

26/3/10

Όταν διαβάζω Ιστορία

Όταν διαβάζω Ιστορία, περιπλανιέμαι εδώ κι εκεί, συναναστρέφομαι περίεργους ανθρώπους, ανοίγω έντρομη τα μάτια, ανατριχιάζω, αηδιάζω, οργίζομαι. Σπανίως χαίρομαι, γιατί σπανίως η Ιστορία του Ανθρώπου έχει χαρά. Κατά κανόνα έχει τρόμο.



Όταν διαβάζω Ιστορία στην ησυχία του σπιτιού μου, ζω εκ του ασφαλούς – έτσι νομίζω δηλαδή - όλες τις τραγωδίες και τις συμφορές: πολέμους και σφαγές, αλώσεις πόλεων και λεηλασίες, επιορκίες και μπαγαποντιές, πρόστυχες συμμαχίες, κοντόφθαλμα συμφέροντα - ή άλλα που τα λένε ιδανικά – διπροσωπία και βρώμικη διπλωματία, καμιά αξία για τίποτα εκτός από την απληστία και την κτηνώδη επιθυμία για περισσότερη εξουσία, περισσότερη εξουσία, περισσότερη εξουσία. Και αίμα, άφθονο αίμα και θάνατο, βιασμούς, βασανιστήρια, απανθρωπιά, σκληρότητα, απίστευτη αδικία, απίστευτη θηριωδία. Όλοι εκείνοι οι παλαιοί επομένως που απογυμνώθηκαν, ταπεινώθηκαν, ξεψύχησαν μαρτυρικά, καθόλου δεν μεταμορφώθηκαν σε ακίνδυνο παρελθόν.
Όταν διαβάζω Ιστορία, ανησυχώ.



Όταν διαβάζω Ιστορία, διαμαρτύρομαι.
Πώς πήραν τέτοιες αποφάσεις για λογαριασμό μου χωρίς να με ρωτήσουν; Γιατί αυτό που είμαι τώρα, η μορφή δηλαδή με την οποία φανερώθηκα στον κόσμο, θα μπορούσε να ήταν χίλιες δυο άλλες αποκλίσεις. Στους αμέτρητους προηγούμενους άλλους που δεν με υποπτεύθηκαν, που δεν απασχολήθηκαν ποτέ με τον αιώνα μου, που γι αυτούς η εποχή μου ήταν μηδέν και ανύπαρκτη, χρωστώ εγώ σήμερα την ταυτότητά μου.



Όταν διαβάζω Ιστορία, βλέπω το αόρατο μικρό μου σπέρμα να πλανιέται στον αέρα και να προετοιμάζεται. Όλες αυτές οι σφαγές, οι βαρύγδουποι λόγοι, οι νεκροί που έκαναν τα μεγάλα και τα φοβερά, δούλευαν δηλαδή για μένα. «Για σκέψου», λέω, «τι έπρεπε να προηγηθεί για να λάβω εγώ την υπόστασή μου. Για σκέψου: αν έλειπε αυτή η λεξούλα από εκείνη τη Συνθήκη, εγώ τώρα δεν θα ήμουν πουθενά».


Όταν διαβάζω Ιστορία, καταλαβαίνω τι σημαίνει σούρσιμο τυφλοπόντικα στα σκοτεινά, αβέβαιη πορεία και ασυνείδητη μέσα από στοιχειωμένα δάση, δυστυχία τόσο επίμονη που πια δεν φέρνει πόνο, μάζες ανθρώπων αναλώσιμες, εμμονές και δεισιδαιμονίες που βαφτίζονται ιδεολογίες, αποτέλεσμα αναγκαίο που το λένε νίκη και άγρια ανησυχία για το νέο, βαθύς φόβος για το νέο, τυφλό μίσος για το νέο που προβάλλει δειλά στη γωνία. Αλλά το νέο, σαν μικρό παιδί, χαμογελά, πέφτει, σηκώνεται και προχωρεί παραπατώντας.
Αυτό το νέο είναι η μόνη μας ελπίδα μήπως και καταφέρουμε να βγούμε κάποτε από τούτο το Λαβύρινθο.


Όταν διαβάζω Ιστορία, γίνεται το παρόν μου διάφανο, μετά εξαερώνεται.
Όσο κι αν προσπαθώ να το κρατήσω, γλιστρά αυτό και φεύγει προς τα πίσω, μεταμορφώνεται σε παρελθόν μέσα σε δευτερόλεπτα. Θα γίνει κάποτε βιβλίο, μετά σελίδες, έπειτα θα συρρικνωθεί σε παραγράφους, έπειτα σε γραμμές.

Όταν διαβάζω Ιστορία, βλέπω το βράχο που σκαλίζεται αργά, πολύ αργά, αόρατα για μένα που είμαι μια στιγμή. Και στους μελλοντικούς της τόμους, μια στιγμή θα είμαι εγώ, η εποχή μου, ο αιώνας μου, οι Μεγάλοι, τα Μεγάλα, τα Σπουδαία και τα Φοβερά.

Μια μόνο στιγμή.