Τσερνόμπιλ, 26 Απριλίου 1986.
Λίγες μέρες μετά το τρομαχτικό πυρηνικό
δυστύχημα που συνέβη πολύ κοντά στην γείτονα Ουγγαρία, εμείς είχαμε ήδη βγάλει
τα εισιτήρια για την Βουδαπέστη και ξεκινούσαμε κατά κει.
Με τρόμο ψυχής.
Θα μπορούσαμε βέβαια να ακυρώσουμε το
ταξίδι. Δεν το κάναμε. Λυπηθήκαμε τα λεφτά που θα χάναμε.
Με τρόμο ψυχής λοιπόν ξεκινήσαμε και
έχοντας υπόψη να μην τρώμε λαχανικά, να πίνουμε μόνο εμφιαλωμένο νερό και να τηρούμε
ευλαβικά όλες τις συμβουλές που μας είχαν δώσει τα ΜΜΕ της Ελλάδας, πριν
φύγουμε για τον τόπο του μαρτυρίου. Δηλαδή μόνο εγώ τις τηρούσα. Οι άλλοι στο
γκρουπ έτρωγαν κι έπιναν ό,τι έβρισκαν όντας τελείως αναίσθητοι.
Μόνο εγώ ήμουν τρομοκρατημένη. Τα ΜΜΕ της
Ουγγαρίας ψύχραιμα και αδιάφορα – εμ,
βέβαια, κομμουνιστική χώρα η Ουγγαρία, σιγά μην ασχολούνταν με το θέμα. Τίποτα
απολύτως δεν μας έλεγαν. Δεν είχα ιδέα τι συνέβαινε στο Τσερνόμπιλ και πόσο και
σε ποιες περιοχές είχε εξαπλωθεί το ραδιενεργό νέφος.
Μέναμε και σε ένα ξενοδοχείο που ήταν
φαίνεται κοντά σε κάποιο νοσοκομείο και κάθε τόσο άκουγα τις σειρήνες των
ασθενοφόρων που περνούσαν από κάπου εκεί και έχανα το μυαλό μου. Εδώ πεθαίνουν
σαν τις μύγες οι άνθρωποι και κανείς δεν μας λέει τίποτα, σκεφτόμουν έντρομη.
Μαύρες μέρες πέρασα στην ωραία
Βουδαπέστη που τη διασχίζει ο διάσημος Δούναβης. Αλλά μόνο εγώ. Κανείς άλλος.
Οι υπόλοιποι περνούσαν μια χαρά.
Ναι, αλλά, αν δεν υπήρχε ραδιενέργεια
στην ατμόσφαιρα, γιατί τότε τα ασθενικά και αρρωστιάρικα μαλλιά μου φούντωσαν
ξαφνικά και χόντρυναν οι τρίχες τους και επιτέλους είχα αποχτήσει μια
εξαιρετική κόμη που δεν είχα ποτέ στη ζωή μου;
Κάναμε και ένα τηλεφώνημα στην Αθήνα,
στους γονείς μου, και η μητέρα μου μάς φώναζε απελπισμένη: Πού είστε; Ελάτε
αμέσως πίσω, τι κάνετε εκεί πέρα, πίσω, ελάτε πίσω αμέσως!
Στα Τάρταρα το ηθικό μου.
Ούτε Πάσχα στην ορθόδοξη εκκλησία
ευχαριστήθηκα ούτε το ταξιδάκι στον Δούναβη ούτε τα περίχωρα και τα αξιοθέατα
της πόλης και άλλων γειτονικών πόλεων.
Και τέλος πάντων ήρθε η ώρα της
επιστροφής.
Κάναμε μια στάση κάπου σε μια εξοχή της
Γιουγκοσλαβίας, πήγα, κάθισα κάτω από ένα δέντρο και άναψα βαρύθυμη ένα
τσιγάρο.
Και τι βλέπω; Να πέφτουν από ψηλά στο
έδαφος κάτι μικρά λευκά, διάφανα πραγματάκια, να πέφτουν αργά και να
κατακάθονται στο χώμα, να πέφτουν συνέχεια.
Ήρθε το τέλος του Κόσμου, σκέφτηκα
καταπτοημένη και το είχα πάρει πλέον απόφαση ότι ως εδώ ήταν, η ανθρωπότητα
κατέρρεε, η ραδιενέργεια είχε εξαπλωθεί σε όλο τον πλανήτη.
Το μόνο που δεν σκέφτηκα ήταν ότι αυτά
τα περίεργα πραγματάκια που έπεφταν από τον ουρανό ήταν τα ανθάκια του δέντρου
που είχα καθίσει από κάτω.
Επέστρεψα στην πατρίδα και έμαθα
λεπτομέρειες, ο κόσμος ήταν ανάστατος και όλοι πολύ ανήσυχοι.
Τέλος πάντων με τον καιρό ξεχάστηκε το
Τσερνόμπιλ. Σήμερα εκεί θάλλει η φύση και ζουν πολλά ζώα που προσαρμόστηκαν στο
νέο περιβάλλον και είναι ευτυχή και ελεύθερα, μακριά από τον άνθρωπο.
Φτηνά τη βγάλαμε.
Μόνο που τα μαλλιά μου χωρίς την
ραδιενέργεια ξανάγιναν ασθενικά και αρρωστιάρικα.
------
Και με την ευκαιρία: η περιοχή λέγεται
Τσερνόμπιλ, ούτε Τσέρνομπιλ ούτε Τσερνομπίλ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου