Επί Τσαουσέσκου.
Είχαμε την εντύπωση όλοι εμείς εδώ οι
ηλίθιοι ότι η Ρουμανία, αν και κομμουνιστική, είχε ηπιότερο καθεστώς και ότι οι
Ρουμάνοι καλοπερνούσαν.
Όταν βρέθηκα στο Βουκουρέστι, είδα μια
πόλη αρχόντισσα, μια πραγματική αρχόντισσα, αλλά παραμελημένη, αφημένη στην
τύχη της και ένιωσα λύπη για τον ξεπεσμό της. (Ελπίζω σήμερα να έχει ξαναβρεί
την αίγλη της).
Στα ταξίδια μου στο εξωτερικό είχα την
περίεργη συνήθεια να αγοράζω έναν τουλάχιστο δίσκο με παραδοσιακά τραγούδια της
χώρας που επισκεπτόμουν και επίσης μια-δυο τοπικές κολόνιες.
Μπήκα λοιπόν σε ένα πολυκατάστημα και
αγόρασα τις κολόνιές μου και μετά γύρισα να πάω να τις πληρώσω στο ταμείο.
Και βλέπω τότε μια ουρά πενήντα πάνω
κάτω ατόμων να περιμένουν υπομονετικά,
καρτερικά, σιωπηλά και ταπεινά να φτάσουν κάποτε στο ταμείο.
-Α, όχι!, είπα στον υπάλληλο που με
εξυπηρετούσε και άφησα κάτω τις κολόνιες.
Και τι έκανε ο άνθρωπος;
Με καθησύχασε με νοήματα, με πήρε μαζί
του, διασχίσαμε ολόκληρη την ουρά και με πήγε πρώτη-πρώτη στο ταμείο. Όση ώρα
περνούσα μπροστά από αυτούς τους ταλαιπωρημένους ανθρώπους, ήθελα να ανοίξει η
γη να με καταπιεί.
Με κοίταζαν όλοι βουβοί και ανέκφραστοι, ενώ εγώ άθελά μου
είχα μεταμορφωθεί στην πλούσια μαντάμ του εξωτερικού που καταπατούσε εν ψυχρώ
όλους τους κανόνες της σωστής κοινωνικής συμπεριφοράς και περιφρονούσε τους
ιθαγενείς.
Την ίδια έκφραση μελαγχολικής υπομονής παρατήρησα
ότι είχαν και οι υπάλληλοι του ξενοδοχείου που έμενα.
Κι όμως: εγώ ακόμα πίστευα ότι
βρισκόμουν σε ένα ήπιο κομμουνιστικό καθεστώς. Λίγα χρόνια αργότερα
αποκαλύφθηκε η σκληρότητα του καθεστώτος Τσαουσέσκου.
Δεν ξεχνώ μετά την πτώση του την εικόνα
εκείνου και της γυναίκας του νεκρούς, σωριασμένους σαν τσουβάλια σε μια αυλή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου