22/9/14

Η Αρχή της Ταυτότητας (διήγημα)



         
-Αυτά που λέτε είναι ανυπόστατα, είπε ο ψυχαναλυτής μου. Πρέπει να καταλάβετε ότι οφείλονται σε παλιές, ξεχασμένες τραυματικές εμπειρίες.  Φόβοι, τρόμοι, ανασφάλειες, απόρριψη, όλα αυτά έχουν τώρα αποθηκευθεί μέσα σας και ταράζουν την ενήλικη ζωή σας.

Με κοίταξε με το επιστημονικό του βλέμμα :

-Δεν υπάρχουν φαντάσματα.  Ζούμε σ’ ένα κόσμο που διέπεται από τετράγωνη λογική. Ένα κι ένα κάνουν πάντα δύο και εσείς είστε πάντα εσείς και κανένας άλλος.

Δεν υπήρχε λόγος να επιμείνω.  Ήταν απόλυτα σίγουρος για την επιστήμη του καθώς και για τις Αρχές της Λογικής που διέπουν τον κόσμο μας. Πριν φύγω, μου έγραψε κάποια φάρμακα που αποβλακώνουν τα ερεθισμένα νεύρα.

Είναι αλήθεια ότι με βασάνιζαν από καιρό οι αϋπνίες, έτσι αυτά τα φάρμακα επιτέλους μου έφεραν πιο φυσιολογικές νύχτες με ύπνο βαθύ και αναπαυτικό.

-Μήπως είμαι σχιζοφρενής; τον ρώτησα στην επόμενη συνεδρία.

Αυτός χαμογέλασε καθησυχαστικά:

-Τα νεύρα σας έχουν υποστεί μια χρόνια ταλαιπωρία . Χρειάζεστε ξεκούραση και χαλάρωση. Παίρνετε τα φάρμακά σας ;
-Τα παίρνω.
-Ακούτε τώρα τους θορύβους;
-Όχι .
-Σε λίγο καιρό, αν ακολουθήσετε τις συμβουλές μου, όλα θα ταχτοποιηθούν και θα έχετε μια απολύτως φυσιολογική ζωή.
  
Ναι, σκέφτηκα, αλλά…
Ωστόσο δεν είπα τίποτα.

Οι θόρυβοι πράγματι είχαν σταματήσει.  Κανείς δεν έτρεχε πια στο ταβάνι μου, δεν έσερνε βαριά έπιπλα, δεν έπαιζε μπάλα και δεν άφηνε εύθραυστα αντικείμενα να πέφτουν και να σπάνε. Τα φάρμακα έκαναν καλή δουλειά, με αποβλάκωναν υπέροχα. Επί τέλους το κρεβάτι μου είχε βρει το φυσικό του προορισμό: ξάπλωνα και κοιμόμουν.  Είχε ξαναγίνει επομένως ένα φυσιολογικό κρεβάτι.

Εφόσον κοιμόμουν τις νύχτες, τις μέρες ήμουν ξύπνια. Στην αρχή αυτή η αλλαγή στο ωράριό μου με ξεβόλεψε, γιατί έπρεπε ν’ αλλάξω τις συνήθειές μου, αλλά σιγά-σιγά προσαρμόστηκα κι έτσι τώρα έμοιαζα με τους άλλους που κοιμούνται τη νύχτα και είναι ξύπνιοι την ημέρα.

-Είδατε; μου είπε ο ψυχαναλυτής, όταν τον πληροφόρησα για το νέο τρόπο ζωής μου. Δεν είναι καλύτερα τώρα;
-Είναι, του απάντησα, αλλά δεν ήμουν σίγουρη.
-Ζείτε, όπως όλοι οι φυσιολογικοί άνθρωποι.
-Έχω την υποψία ότι τους μιμούμαι, είπα.

Αυτός πήρε το γνωστό του βλέμμα.

-Δηλαδή;
-Δηλαδή πλήττω. Βαριέμαι. Οι μέρες μού φαίνονται αφόρητα μεγάλες και το φως του ήλιου μ’ ενοχλεί. Όταν έρχεται η νύχτα, νιώθω καλύτερα, αλλά τότε παίρνω τα χάπια και κοιμάμαι.  Νιώθω να λείπει κάτι από τη ζωή μου.

Έτσι ο γιατρός μού άλλαξε τα φάρμακα. Τώρα έπαιρνα άλλα τη νύχτα για να κοιμάμαι κι άλλα τη μέρα για να είμαι δραστήρια και κινητική.
  
Δεν λέω, τώρα ήταν καλύτερα τα πράγματα.  Έβγαινα τα πρωινά έξω κι έκανα ψώνια που δεν χρειαζόμουν, γέμισα το σπίτι με διακοσμητικά αντικείμενα, τα συρτάρια με εσώρουχα, τις ντουλάπες με ρούχα περιττά. Το σπίτι ήταν τακτοποιημένο, τα τηλέφωνα κουδούνιζαν κάθε τόσο και διάφοροι φίλοι, νέοι και παλιοί, με προσκαλούσαν, πήγαινα βόλτες, σινεμά, θέατρο, οι δε νύχτες ήταν πάντα θεσπέσιες: ξάπλωνα στο φυσιολογικό μου κρεβάτι και ξεραινόμουν αμέσως. Είχα γίνει πράγματι ένας φυσιολογικός άνθρωπος.

-Όλα λοιπόν πάνε καλά; με ρώτησε ο ψυχαναλυτής σε μια από τις επόμενες συνεδρίες.
-Όλα πάνε περίφημα, του απάντησα.
-Μην παραλείπετε όμως τα φάρμακά σας.
-Ούτε γι’ αστείο, τον διαβεβαίωσα.
-Σε τι κόσμο είπαμε ότι ζούμε; ρώτησε για να με πειράξει.
-Σ΄ ένα κόσμο με τετράγωνη λογική. Ένα κι ένα κάνουν δύο κι εγώ είμαι πάντα εγώ και κανείς άλλος.

Κοιταχτήκαμε σιωπηλοί για λίγο. Μάλλον σκεφτόμασταν το ίδιο πράγμα, αλλά το βρήκαμε άστοχο να το σχολιάσουμε.
         
Τις επόμενες μέρες ωστόσο αυτή η Αρχή της Ταυτότητας, Α=Α, με απασχόλησε πολύ. Διότι ο ψυχαναλυτής μου με τα φάρμακά του την είχε καταρρίψει. Εγώ δεν ήμουν πια εγώ, ήμουν ένας άλλος άνθρωπος. Έκανα πράγματα που ποτέ πριν δεν συνήθιζα να κάνω και ζούσα μ’ ένα τρόπο που ποτέ ως τώρα δεν είχα ζήσει. Άρα εγώ δεν ήμουν εγώ. Άρα Α=όχι Α. Άρα η Αρχή της Ταυτότητας, η βάση του λογικού και οργανωμένου μας κόσμου, δεν ίσχυε.  Τουλάχιστον στην περίπτωσή μου.

 Η επόμενη κίνησή μου ήταν να μαζέψω τα  χάπια και να τα σωριάσω στο γραφείο μου. Κάθισα εκεί και τα κοίταζα πολλή ώρα. Προσπαθούσα να καταλάβω όχι τις χημικές δυνάμεις που έκρυβαν, αλλά εκείνες τις άλλες που είναι πίσω από τις χημικές δυνάμεις.

Εκείνες τις δυνάμεις που απομονώνουν το νου από τους ήχους του άλλου, του μυστικού και μεγάλου κόσμου.  Που δεν του επιτρέπουν να επικοινωνήσει σε άλλες συχνότητες. Που τον κουρντίζουν για να δουλεύει σαν απλό βιολογικό μηχανάκι. Που τον κρατούν εγκλωβισμένο σ’ ένα τρισδιάστατο χώρο, όπου βασιλεύουν αδιατάρακτα οι Αρχές της Λογικής. Που δεν τον αφήνουν να διεισδύσει εκεί όπου πάλλεται ο  κρυφός και μεγάλος κόσμος, εκεί όπου το Α ισούται με το οτιδήποτε και η λογική θρυμματίζεται στο μαγευτικό χάος όλων των δυνατοτήτων.

Ανυποψίαστοι χημικοί, σκέφτηκα. Ανυποψίαστοι και υλιστές φαρμακευτές, είναι πολύ φτωχός και μίζερος ο κόσμος που υπερασπίζεστε.

Τα χάπια τα πέταξα.
 Ξαναγύρισα στις παλιές μου συνήθειες: κοιμάμαι την ημέρα και τη νύχτα ξαγρυπνώ στο κρεβάτι και καλώ το μυστικό κόσμο να μου φανερωθεί. Τον ακούω να βροντά και να τρίζει, σείεται το δωμάτιο από τους θορύβους.

Ακόμα εγώ είμαι εγώ.
Αλλά ξέρω πως σύντομα θα γίνω κι άλλα πολλά πράγματα.


Από τη συλλογή διηγημάτων «Οι πόρτες», εκδ. Ιωλκός.

Δημοσιεύτηκε στη Βιβλιοθήκη:

2 σχόλια:

Irini Relekanou είπε...

ΚΑΙΤΟΥΛΑ ΜΟΥ ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΟΥ ΜΟΥ ΑΡΕΣΕ ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ!!!ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑ ΠΟΛΥΣ ΚΟΣΜΟΣ ΠΟΥ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ ΕΤΣΙ ΑΚΡΙΒΩΣ ΔΙΟΤΙ ΕΧΕΙ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΥΣ ΒΟΙΟΡΥΘΜΟΥΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ... ΚΑΙ ΕΧΕΙ ΕΝΟΧΕΣ !!!ΕΣΥ ΤΟΥΣ ΒΟΗΘΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΝΟΙΓΕΙΣ ΠΑΡΑΘΥΡΑ!!























Καίτη Βασιλάκου είπε...

Καλησπέρα, Ειρήνη.