1/6/18

Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κάνουν καλό στην υγεία








Καταλαβαίνω την απογοήτευση που νιώθει πολλές φορές ο κόσμος για τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, μέσα στα οποία κυκλοφορούν και εκφράζονται δημόσια λογής λογής αποκλίνοντες, παλαβοί, κακοήθεις, φανατικοί, μισαλλόδοξοι, πρόστυχοι, πληρωμένοι και τρολ.

Για όσους από μας ζούμε λίγο πολύ σε μια γυάλα και αγνοούμε τι κυκλοφορεί έξω, αυτό ήταν μια πολύ δυσάρεστη έκπληξη. Ήταν όμως παράλληλα και ένα πολύ καλό κοινωνικό μάθημα, καθώς αναγκαστήκαμε να βγούμε από τη γυάλα και να έρθουμε σε επαφή με όλα αυτά τα υποπροϊόντα του ανθρώπινου είδους.

Από την άλλη – και αυτό θέλω να τονίσω εδώ – τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μάς έφεραν σε επαφή και με κανονικούς ανθρώπους που έχουν κάτι ενδιαφέρον να μας πουν ή και που δεν έχουν τίποτα να πουν, αλλά συνοδεύουν την καθημερινότητά μας με τις προσωπικές τους εμπειρίες και σκέψεις, με τις φωτογραφίες τους, με ανέκδοτα, με συνταγές μαγειρικής, με αναγγελίες θανάτων και γεννήσεων, με τη γνώμη τους για βιβλία και ταινίες και με ό,τι άλλο τούς έχει κάνει εντύπωση και θέλουν να το μοιραστούν μαζί μας.

Είναι απόδειξη της μοναξιάς που βασανίζει τους ανθρώπους, λένε πολλοί. Δεν έχουν με ποιον να μιλήσουν και καταφεύγουν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Τι θλιβερό!

Προσωπικά, δεν το βρίσκω καθόλου θλιβερό. Είναι αλήθεια ότι πολλοί χρήστες νιώθουν ή είναι μόνοι και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι η καταφυγή τους. Αλλά αυτή είναι μια πολύ ωραία λύση για να ξεπεράσει κανείς τη μοναξιά του. Σκεφτείτε μόνο πώς ήταν τα πράγματα πριν την εφεύρεση του διαδικτύου.

Τι έκαναν τότε οι μοναχικοί άνθρωποι; Έβραζαν μέσα στη μοναξιά τους και δεν είχαν καμιά διέξοδο. Η τηλεόραση έπαιζε από το πρωί ως το βράδυ, αλλά οι μοναχικοί παρέμεναν στον μοναχικό τους χώρο, κανείς δεν ασχολούνταν μαζί τους και δεν είχαν κανέναν για να ανταλλάξουν μαζί του κάποιες κουβέντες.

Και πριν την τηλεόραση; Τότε η κατάσταση ήταν τραγική. Το σπίτι έμενε βουβό όλο το εικοσιτετράωρο και μόνο το ραδιόφωνο έσπαζε τη βαριά σιωπή του. Υπήρχε το τηλέφωνο βέβαια. Αλλά κι αυτό έμενε σιωπηλό.

Η εύκολη αντίρρηση για τους μοναχικούς του διαδικτύου είναι: να πολεμήσουν τη μοναξιά τους, να βγουν έξω, να κάνουν γνωριμίες, να περπατήσουν στους δρόμους, να μιλήσουν με τους άλλους και άλλα σχετικά.

Αλλά οι μοναχικοί γι’ αυτό είναι μοναχικοί: επειδή δεν θέλουν να έχουν πολλά -πολλά με τους άλλους ή επειδή δεν μπορούν. Αλλιώς δεν θα ήταν μοναχικοί, θα ήταν κοινωνικοί. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τούς έδωσαν την ευκαιρία να επικοινωνήσουν με τον έξω κόσμο, χωρίς να αναγκαστούν να εγκαταλείψουν τη μοναχικότητά τους που γι’ αυτούς είναι τρόπος ζωής.

Αλλά είναι λάθος να πιστεύουμε ότι μόνο οι μοναχικοί επωφελήθηκαν από τις δυνατότητες του διαδικτύου. Θα έλεγα ότι οι περισσότεροι χρήστες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης είναι άτομα κοινωνικά και εξωστρεφή που βρήκαν έναν ακόμη δρόμο επαφής με τον υπόλοιπο κόσμο. Το διασκεδάζουν. Τους αρέσει.

Τους αρέσει να γνωρίζουν καινούργιους ανθρώπους και πολλούς από αυτούς τους γνωρίζουν στη συνέχεια και στην τρισδιάστατη ζωή. Γίνονται φίλοι. Μερικοί ερωτεύονται κιόλας και κάποιοι παντρεύονται μεταξύ τους.

Κάποιοι άλλοι διαφημίζουν τη δουλειά τους. Άλλοι πάλι βρίσκουν εδώ γόνιμο έδαφος για να σπείρουν τις πολιτικές ιδέες τους. Υπάρχουν βέβαια κι εκείνοι που παρακολουθούν τι γράφεται στο διαδίκτυο και βγάζουν συμπεράσματα για το πού κλίνει κάθε φορά η κοινή γνώμη. Χρήσιμα συμπεράσματα για τα πολιτικά κόμματα καθώς και για τις διάφορες επιχειρήσεις. Αλλά αυτό είναι ένα παράπλευρο σύμπτωμα και αναπόφευκτο.

Όλοι αυτοί όμως είναι αριθμητικά πολύ λιγότεροι από τους χρήστες που απλώς θέλουν να επικοινωνήσουν με τον υπόλοιπο κόσμο. Να γράψουν μια σκέψη τους. Να περιγράψουν ένα πάθημά τους. Μια εμπειρία τους. Να σχολιάσουν ένα γεγονός. Να πουν τη γνώμη τους για κάτι. Να πουν μια σαχλαμάρα, γιατί έτσι τους αρέσει. Να πουν κάτι, οτιδήποτε, γιατί εκείνη τη στιγμή τούς ήρθε στο μυαλό και θέλουν να το πουν και στους άλλους.

Οι άλλοι είναι ένα ευρύτατο «ακροατήριο», πάντα παρόν, πάντα έτοιμο να αντιδράσει, πάντα πρόθυμο να απαντήσει στο σχόλιο, πάντα ξύπνιο -δεν κοιμάται ποτέ. Οι άλλοι είναι πάντα εκεί.

Όταν κάποιος μπαίνει στο διαδίκτυο για να πει μια καλημέρα, οι άλλοι θα τον αντιχαιρετίσουν, όταν μπαίνει για να μιλήσει για μια ατυχία του, οι άλλοι θα τον παρηγορήσουν, όταν μπαίνει για να ανακοινώσει ένα ευχάριστο νέο, οι άλλοι θα τον συγχαρούν. Ακόμα κι όταν μπαίνει θυμωμένος και βρίζει για ένα πάθημά του, οι άλλοι θα είναι εκεί για να του συμπαρασταθούν. Θα του διηγηθούν παρόμοια δικά τους παθήματα και θα του δώσουν συμβουλές.

Όλοι αυτοί οι άλλοι είναι φυσικά σκιές του διαδικτύου. Πίσω όμως από αυτές τις σκιές υπάρχουν άνθρωποι που κάθονται μπροστά σε ένα πληκτρολόγιο, διαβάζουν, σκέφτονται και πληκτρολογούν την απάντησή τους.

Φυσικά δεν είναι το ίδιο με το να συνομιλείς με τρισδιάστατους ανθρώπους. Αλλά ποιος από μας θα μπορούσε να βγει σε μια πλατεία και να ανακοινώσει στους περαστικούς τις σκέψεις του στις μία το πρωί; Ποιος από μας θα μπορούσε να έχει έτοιμο ανά πάσα στιγμή ένα πολυάριθμο κοινό, στο οποίο θα απευθυνόταν οποιαδήποτε στιγμή του εικοσιτετραώρου;

Η ανάγκη για επικοινωνία είτε πρόκειται για βαθυστόχαστη ανάλυση είτε πρόκειται για μια απλή καλημέρα είναι χαρακτηριστικό των ανθρώπων, μοναχικών και μη. Και είναι χαρά να μπαίνει κανείς στο διαδίκτυο και να χάνεται ανάμεσα σε καλημέρες, φωτογραφίες, δηλώσεις, αφηγήσεις, αναλύσεις, γνώμες, απόψεις, ανέκδοτα, άρθρα, ειδήσεις, ευχές.

Μερικές φορές είναι και πλήξη βέβαια. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις κλείνουμε τον υπολογιστή. Στην τρισδιάστατη ζωή αυτό είναι αδύνατο. Δεν μπορούμε να πετάξουμε έξω από το σπίτι μας τον ενοχλητικό ή βαρετό επισκέπτη ούτε να τον εξαφανίσουμε με ένα μαγικό ραβδάκι, αν μας έχει γίνει τσιμπούρι. 

Στο διαδίκτυο αυτό γίνεται πανεύκολα.


Κώστα Ουράνη: 

Οἱ νέες τῶν ἐπαρχιῶν

Ι

Τὶς νέες συλλογίζομαι στὶς ἀπομακρυσμένες
τὶς ἐπαρχίες, τὰ χλωμὰ καὶ κρύα δειλινά,
ὅταν πίσω ἀπ᾿ τὸ τζάμι τοὺς κοιτᾶν στηλὰ τὸ δρόμο
κι ἀναστενάζουνε, γιατὶ κανένας δὲν περνᾷ...
Τὶς συλλογιέμαι στὶς θαμπὲς τοῦ φθινοπώρου ἡμέρες,
ὅταν κοιτᾶνε τὴ βροχὴ νὰ πέφτει στὴν αὐλή τους
κι ἀνασηκώνουν στοὺς στενούς τους ὤμους τους τὸ σάλι,
γιατὶ ἕνα ρῖγος παγερὸ νιώθουν ὡς τὴν ψυχή τους...

ΙΙ

Συλλογιστήκατε ποτὲ τὶς νέες στὶς ἐπαρχίες,
ποὺ περιμένουνε νὰ ῾ρθεῖ, τὸ βράδυ, ἡ ἐφημερίδα,
γιὰ νὰ διαβάσουν ἄπληστα τὸ μυθιστόρημά της
καὶ νὰ μάθουν τί ἀπόγινε ἡ ὄμορφη ἡρωίδα;
Ποὺ ἀνταλλάσσουν κάρτ-ποστὰλ -«ἰδίως τοπία καὶ ἂνθη»-
καὶ διατηροῦν ρομαντική, κρυφά, ἀλληλογραφία
μ᾿ ἕνα ἄγνωστον, ποὺ μ᾿ ἄπειρα χαρίσματα τὸν πλάθουν
κι ἐκεῖνος εἶναι ἕνας γραφεὺς σὲ κάποια Δημαρχία;
Ποὺ γράφουν καλλιγραφικὰ -καὶ μ᾿ ἀνορθογραφίες-
«σκέψεις» μὲς σὲ λευκώματα παρμένες στὰ βιβλία
καὶ ποὺ μὲ μελαγχολικὰ ψευδώνυμα ὑπογράφουν,
ὅπως: «Ἀνέραστος Ψυχή» ἢ «Θλιβερὰ Καρδία»;

ΙΙΙ

Ἐγὼ τὶς συλλογίζουμαι τὶς νέες αὐτές, ποὺ εἶναι
τῆς Ἔμμας Μποβαρὺ ἀδερφὲς -καὶ πάντα καρτερᾶνε
τὸ Νέο τὸ ρομαντικό, τὸν πλούσιο, τὸν ὡραῖο,
ποὺ θὰ τοὺς δώσει τὴ λαμπρὴ ζωὴ ποὺ λαχταρᾶνε...
Πότε θὰ ῾ρθεῖ; Πότε θὰ ῾ρθεί ἀπὸ τὸ γαλανὸ
βασίλειο τῆς Χίμαιρας, μ᾿ ἐρωτικὰ ἀνοιγμένη
τὴν ἀγκαλιά, καὶ νὰ τὸν δοῦν νὰ τοὺς χαμογελᾶ;
Τάχα γιατί τόσο πολὺ ν᾿ ἀργεῖ; Τί περιμένει;
Δὲν ξέρει πῶς στὴν πένθιμη αὐτὴν ἀναμονὴ
λιώνουν οἱ ἄσπρες τους ψυχὲς σὰ μάταιες λαμπάδες;
Καὶ δὲ φοβᾶται, σὰ θὰ ῾ρθεῖ μιὰ μέρα, νὰ μὴ βρεῖ
σβηστὸ τὸ φῶς καὶ -ἀλίμονο- νεκρὲς τὶς Ἑστιάδες;

Πότε θὰ ῾ρθεῖ; Κατάμονες καὶ θλιβερὲς στὸ σπίτι
-στοῦ φθινοπώρου τὰ χλωμὰ καὶ κρύα δειλινά-
οἱ νέες τῶν ἐπαρχιῶν κοιτᾶν στηλᾶ τὸ δρόμο
κι ἀναστενάζουνε, γιατὶ κανένας δὲν περνᾷ..




Δεν υπάρχουν σχόλια: