4/5/10

Μίνα και Τίνα


Η Μίνα είναι γυναίκα τύπου άλφα και η Τίνα γυναίκα τύπου βήτα και γι αυτό το λόγο δεν μπορούν να συμπέσουν. Αν τύχει καμιά φορά και βρεθούν η μια απέναντι στην άλλη, συμβαίνουν περίεργες διεργασίες στο εσωτερικό τους και αλληλοαπωθούνται βίαια. Ενίοτε ξυπνά και ένα μίσος αβυσσαλέο ανάμεσά τους και τότε έχουμε δράματα που συνήθως τα ΜΜΕ παραλείπουν. Έτσι αγνοούμε πολλές ενδιαφέρουσες πτυχές της ζωής τους.


Προ καιρού πάλι είχαμε ένα τέτοιο δράμα, όταν η Μίνα άρχισε κατά τη συνήθειά της να εξιστορεί την τελευταία της επιτυχία γελώντας και σείοντας τα γοφιά της, ενώ το κοινό σιωπηλό παρακολουθούσε την τελετουργία της. Έλεγε η Μίνα για τις άπειρες δυνατότητες της ομορφιάς της και για το παραλήρημα των εκάστοτε αρσενικών που βρίσκονται στο δρόμο της, οπότε πέρασε αποκεί η Τίνα και την άκουσε. Στάθηκε λοιπόν πιο πέρα και περίμενε, συγκεκριμένα καραδοκούσε να βρει κάποια στιγμή ένα μικρό και αδιόρατο στους άλλους άνοιγμα για να ορμήσει μέσα και να κονιορτοποιήσει τα σωθικά της άλλης.

Και είπε σε μια στιγμή η άλφα τύπου Μίνα: «αλίμονο, αν βγω στους δρόμους εκθέτοντας την ομορφιά μου», «αλίμονο», είπε το κοινό και κούνησε με σημασία το κεφάλι. Και η Τίνα ξεκολλώντας από τον τοίχο όπου είχε ενσωματωθεί, «αλίμονο», είπε κι εκείνη, «πόσους νεκρούς θα μαζεύαμε την άλλη μέρα κεραυνοβολημένους από τη θεϊκή σου ομορφιά», και κάγχασε με μίσος.

Αλλά η Μίνα δεν πτοήθηκε. «Εσύ να φύγεις», είπε απευθυνόμενη στην Τίνα, «είναι δικό μου τούτο το πεδίο και πάψε μάταια να με ανταγωνίζεσαι».

Και τότε η βήτα τύπου Τίνα σήκωσε το περίστροφό της και τη σκότωσε.


Τέτοια τραγικά επεισόδια γίνονται τακτικά αλλά παρόλο που συνήθως η σκοτωμένη είναι η Μίνα, εν τούτοις φαίνεται ότι αυτή περνά καλύτερα έχοντας πάντα ένα πρόθυμο ερωτικό κοινό, ενώ η φτωχή Τίνα μένει μοναχή παρέα με το περίστροφο και τις φονικές της σφαίρες.


Θάλεγε λοιπόν κανείς, αν έβλεπε επιπόλαια τα πράγματα, πως οι γυναίκες τύπου άλφα βρίσκονται μόνιμα διαχυμένες μες την ερωτική ηδονή μην προλαβαίνοντας ν΄αλλάζουν ρούχα και τσιμπολογώντας κάτι στα όρθια, ενώ οι άλλες αποστεγνώνονται οι δυστυχείς και αυτοδηλητηριάζονται περιπλανώμενες σε έρημους λαβυρίνθους και σημαδεύοντας κάθε κινούμενο αντικείμενο.


Αλλά καθόλου δεν είναι έτσι και τα φαινόμενα ως γνωστόν εύκολα μας εξαπατούν. Συμβαίνει μάλιστα εδώ ακριβώς το αντίθετο. Γιατί, όταν σε μια στιγμή ανακωχής η Τίνα μίλησε από καρδιάς στη Μίνα κι άκουσε η Μίνα τα όσα τρομερά της είπε η γυναίκα βήτα τύπου, «δεν καταλαβαίνω τίποτα», είπε, «τι εννοείς, όταν μιλάς για πάθος, μήπως χρησιμοποιούμε διαφορετική ορολογία;»

«Πάθος», απάντησε η Τίνα, «είναι να παίρνεις φόρα και να χτυπιέσαι πάνω στα μαχαίρια».

«Θεέ μου», είπε η άλφα τύπου και παραλίγο να λιποθυμήσει, «πάνω στα μαχαίρια; Αυτό εγώ το λέω ψυχοπάθεια».

«Μοιάζει να είναι κάτι τέτοιο», απάντησε η άλλη, «αλλά η ιατρική ορολογία δεν μας αφορά».

Και είπε η Μίνα: «εννοείς πως πας και κομματιάζεσαι κάθε φορά επάνω σε μαχαίρια;»

«Γιατί», ρώτησε η Τίνα, «εσύ τι κάνεις άμα ερωτεύεσαι;»

«Ρίχνω τον άλλον πάνω στα μαχαίρια, είναι πιο βολικό», και χαμογέλασε χαριτωμένα, «η ομορφιά μου είναι τα δίκοπα μαχαίρια». Και ξαναχαμογέλασε.

Και τότε είπε η Τίνα: «πολύ δικαίως αλληλομισούμεθα, εφόσον είμαστε φτιαγμένες από άλλο υλικό» και η ανακωχή έληξε ακριβώς εκείνη τη στιγμή, καθώς η Τίνα έβγαλε πάλι το περίστροφό της και την ξανασκότωσε.



Ωστόσο μετά από αυτό το άτυχο περιστατικό η Τίνα σταμάτησε να στήνει καρτέρι κολλημένη σαν σκιά στους τοίχους και να ξαπλώνει κάθε τόσο νεκρή την ωραία άλφα τύπου Μίνα, επειδή κατάλαβε ότι κατά βάθος ήταν μια πολύ στερημένη ύπαρξη, εφόσον δεν θα γνώριζε ποτέ της την ηδονή του πάθους –προνόμιο όπως φαίνεται των γυναικών του βήτα τύπου.



Έτσι την αμέσως επόμενη φορά που η βήτα τύπου Τίνα ένιωσε την άκρη του μαχαιριού να τη χαράζει ελαφρά και κατάλαβε τι έμελλε να επακολουθήσει, φύλαξε ήρεμα το πιστόλι της σ’ ένα βαθύ συρτάρι κι έκανε τις αναγκαίες προετοιμασίες χαμογελώντας και βλέποντας απ’ το παράθυρο τη Μίνα που την ίδια εκείνη στιγμή έκανε τις τελετουργίες της μπροστά στο κοινό της.
«Αλίμονο», άκουσε να λέει ο χορός πάνω σε μια παλιά, μονότονη μελωδία, «αλίμονο», είπε και η Τίνα «στους στερημένους από πάθη» και βγήκε βιαστική να συναντήσει το δίκοπο εραστή της.



Κατόπιν ακολούθησε η γνωστή διαδικασία, το ωραίο κομμάτιασμα πάνω στα μαχαίρια, το κόκκινο αίμα που ξεπήδησε ξετρελαμένο κι έβαψε τα μαλλιά του εραστή, ένα ξαφνικό πάγωμα που έμοιαζε με άρνηση και η συνακόλουθη απελπισία και μετά ο βρόντος και το κόχλασμα της φουσκωμένης της καρδιάς, στον ουρανό φάνηκαν κι έσβησαν αμέσως οι πρώτες πολύχρωμες ουρές, έπειτα ξανά μια παύση σαν σκοτεινό πηγάδι και ο πόνος της ενδεχόμενης απομάκρυνσης και πάλι πέρασαν οι χρωματιστές ουρές κι έσκασαν στον ορίζοντα σαν πυροτεχνήματα, τα δόντια του εραστή άστραψαν, μια ραγδαία πτώση προς το απόλυτο τίποτα, η αναπνοή που σταματά στο λαιμό, ο λαιμός που απαιτεί ηδονικό στραγγάλισμα, τα μαχαίρια που κόβουν τη σάρκα λουρίδες, πόνος χωρίς πόνο και η Τίνα ξέρει, όπως ξέρουν όλες οι βήτα τύπου γυναίκες, αλλά ο εραστής δεν ξέρει, ξαπλώνει μαζί της ανύποπτος και το πάθος φτάνει στο τέλος του ώριμο και φλεγόμενο, σπάζει τα φράγματά του και πλημμυρίζει το αρχαίο τοπίο.
Εκεί κάτω από τους εκτυφλωτικούς ήλιους η Τίνα αγκαλιάζει τον εραστή της και του αφαιρεί όλη την πλαστή του δύναμη, ρευστοποιημένη γύρω απ΄το σώμα του νιώθει τα τελευταία του τινάγματα κι ύστερα σηκώνεται αιμόφυρτη. «Τα μαχαίρια είναι δικά μου», του λέει και του τα αποσπά χωρίς αγάπη.


Τώρα λευτερωμένη και ανάλαφρη με το πάθος χορτασμένο και ξανά καλά κρυμμένο επιστρέφει στο σπίτι της και πέφτει για ύπνο γλυκό αυτή, γυναίκα βήτα τύπου, ενώ κάτω απ΄το παράθυρό της η άλφα τύπου Μίνα μιλά ακόμα και λέει ιστορίες περιπετειώδεις σείοντας τα κοκάλινα γοφιά της και το κοινό ακούει προσεχτικά και κουνά με σημασία το κεφάλι.

Κι όλ’ αυτά συμβαίνουν σ’ έναν ασπρόμαυρο δρόμο χωρίς διαστάσεις, εφόσον τα χρώματα χορεύοντας τρελά μέσα στα πλάτη και τα βάθη και τα χάη έχουν όλα μαζί συγκεντρωθεί στην κρεβατοκάμαρα της Τίνας.

24/4/10

Ο Γοδεφρείδος


Ο Γοδεφρείδος, ετών εξήντα πέντε, έζησε μια πολυτάραχη ζωή.
Τώρα παροπλισμένος διηγείται σ’ αυτούς που έρχονται να τον ακούσουν, τα πάθη και τις περιπέτειες, τους κινδύνους, τους έρωτες, τις δολοπλοκίες, τις μηχανορραφίες, τις ταραχές και τις ηδονές του.

Ιδίως οι νέοι, τι καλό ακροατήριο που είναι.
Τον ακούν με μάτια διψασμένα και υγρά κι η φαντασία τους οργιάζει.
Κι ο Γοδεφρείδος, όχι, ψέματα δε λέει. Δεν παραλείπει τίποτα και δεν προσθέτει. Είναι αυθεντικός.

Τις νύχτες, όταν μένει μόνος, παίρνει τη λάμπα και πάει στον καθρέφτη.

-Γοδεφρείδε, λέει στον εαυτό του, τι γρήγορα που γέρασες. Και τι καλά που θα ήταν να γύριζε επάνω κάτω ο χρόνος, να ξαναζούσες από την αρχή τις περιπέτειές σου.

Όμως εδώ, όταν μιλά στον εαυτό του, ο Γοδεφρείδος ψεύδεται.
Γιατί η αλήθεια είναι πως τίποτε δεν έζησε σε ευτυχισμένη ένταση. Τα πάθη και τα μίση, οι έρωτες κι οι ηδονές του έγιναν όλα μέσα σε μια ομίχλη θλιβερή, αποπνιχτική.

Αχ, λέει ο ψεύτης Γοδεφρείδος στο είδωλό του, αχ, λέει και νοσταλγεί.

Και ο ανόητος δεν σκέφτεται πως κι αν ακόμα γύριζε επάνω κάτω ο χρόνος, με το που θα ξαναφτιαχνότανε το σκηνικό, θα ξεκινούσε αθόρυβα απ’ τον ορίζοντα η ομίχλη να τον κατακαλύψει.

12/4/10

Η τραγωδία των αστεροειδών

Οι αστεροειδείς ακολουθώντας τους νόμους της ψυχής, που έχουν κύρος σ’ ολόκληρο το Σύμπαν, μετά την καταστροφική εμπειρία τους δεν μπόρεσαν να ανασυγκροτηθούν.

Εμείς που είμαστε απέξω απ’ το γεγονός, γνωρίζουμε καλά πως κάποτε, σε χρόνους μυθικούς, έλαβε χώρα μια έκρηξη τρομαχτική που έκανε χίλια κομμάτια τον πλανήτη Δήμητρα, ένα πλανήτη ισότιμο καθ’ όλα με τους υπόλοιπους του ηλιακού συστήματός μας.

Αυτά είναι βέβαια αστρονομικά φαινόμενα που λίγο συγκινούν τους καθημερινούς ανθρώπους.

Αλλά μετά την έκρηξη αυτά τα θλιβερά απομεινάρια κλωθογυρίζουν μανιακά γύρω απ’ την παλιά τροχιά τους, ανίκανα να συνειδητοποιήσουν το μέγεθος της συμφοράς. Ό,τι και να τους πούμε κι όπως και να τους το εξηγήσουμε, δεν θα παραδεχτούν ποτέ την αναπότρεπτη αλήθεια. Το πιθανότερο είναι ότι την απώθησαν στα άβατα της ύπαρξής τους.

Έτσι στριφογυρίζουν στους αιώνες με μάτια διεσταλμένα από την αγωνία και ψάχνουν να συναρμολογηθούν ξανά.


Αλλά η Δήμητρα έχει χαθεί για πάντα.

5/4/10

Οπτική Γωνία

-Πατέρα, τι είναι οπτική γωνία ; ρώτησε τον κύριο Τρέλερ ο γιος του.

Ο κύριος Τρέλερ ξερόβηξε κι έμεινε σκεφτικός.

-Καλύτερα, γιε μου, να στο εξηγήσω με ένα παράδειγμα, είπε μετά. Πρόσεξε λοιπόν. Πρώτη θέση: « Ο κόσμος μας είναι ο καλύτερος απ’ όλους τους δυνατούς κόσμους ». Αυτή είναι μία οπτική γωνία. Δεύτερη θέση : «Ο κόσμος μας είναι ο χειρότερος απ’ όλους τους δυνατούς κόσμους». Αυτή είναι μια άλλη οπτική γωνία για το ίδιο πράγμα.

-Πώς μπορεί να συμβαίνει αυτό ;

-Συμβαίνει, επειδή σε κάθε περίπτωση παρατηρούμε τον κόσμο από
άλλη θέση.

-Δεν καταλαβαίνω, είπε ο μικρός.

Ο κύριος Τρέλερ καθάρισε πάλι το λαιμό του :

-Θα σου αναλύσω τώρα τις θέσεις και θα καταλάβεις. Πρώτη θέση: «Αυτός ο κόσμος είναι ο καλύτερος απ’ όλους τους δυνατούς κόσμους. Διότι με τα εφόδια που ξεκινήσαμε, γίναμε ό,τι καλύτερο μπορέσαμε. Αλλά τα εφόδια που μας δόθηκαν ήταν ό,τι χειρότερο μπορούσε να μας είχε δοθεί».

-Μάλιστα, είπε ο μικρός. Και ποια είναι η δεύτερη;

- Η δεύτερη θέση είναι η εξής : «Αυτός ο κόσμος είναι ο χειρότερος απ’ όλους τους δυνατούς κόσμους. Διότι με τα εφόδια που ξεκινήσαμε, γίναμε ό,τι χειρότερο μπορέσαμε. Ενώ τα εφόδια που μας δόθηκαν, ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσε να μας είχε δοθεί».

- Κατάλαβα, είπε ο μικρός Τρέλερ. Η οπτική γωνία έχει να κάνει πρώτον με τον Κόσμο, δεύτερον με το Διότι, τρίτον με το Αλλά και τέταρτον με το Ενώ. Ο Κόσμος, το Διότι, το Αλλά και το Ενώ, όταν τους αλλάζουμε τη θέση, μας δίνουν κάθε φορά μια νέα οπτική γωνία.

-Πολύ σωστά, είπε ο κύριος Τρέλερ κι έμεινε πάλι για λίγο σκεφτικός.

-Υπάρχει βέβαια κι ένας πέμπτος όρος στην υπόθεσή μας, πρόσθεσε μετά, και αυτός είναι ο Άγνωστος Χ.

-Τι είναι ο Άγνωστος Χ. ; ρώτησε ο μικρός.


Ο κύριος Τρέλερ αναστέναξε.

-Ο Άγνωστος Χ., γιε μου, είναι όλες μαζί οι οπτικές γωνίες. Αλλά αυτό υπερβαίνει τη λογική μας. Γι αυτό εξάλλου τον λέμε Άγνωστο Χ.