Όταν
βρεθούμε εκεί
στον
άλλο κόσμο,
η
μάνα μου θα αγκαλιάζει κλαίγοντας
τη
μάνα τη δική της
κι
εκείνη πάλι κλαίγοντας
θα
αγκαλιάζει τη δική της
κι
έτσι όλο προς τα πίσω
το
πράγμα θα πηγαίνει.
Όλες
οι κόρες
μοναχές
θα μείνουμε.
Όταν
βρεθούμε εκεί
στον
άλλο κόσμο,
η
μάνα μου θα αγκαλιάζει κλαίγοντας
τη
μάνα τη δική της
κι
εκείνη πάλι κλαίγοντας
θα
αγκαλιάζει τη δική της
κι
έτσι όλο προς τα πίσω
το
πράγμα θα πηγαίνει.
Όλες
οι κόρες
μοναχές
θα μείνουμε.
Το κορίτσι έγραψε μια ιστορία. «Αλλά πόσο καλύτερα θα ήταν να έγραφες ένα μυθιστόρημα», είπε η μητέρα της. Το κορίτσι έχτισε ένα κουκλόσπιτο. «Αλλά πόσο καλύτερα, αν ήταν ένα αληθινό σπίτι», είπε η μητέρα της. Το κορίτσι έφτιαξε ένα μικρό μαξιλάρι για τον πατέρα της. «Αλλά δεν θα ήταν πιο πρακτικό ένα πάπλωμα;», είπε η μητέρα της. Το κορίτσι έσκαψε μια μικρή τρύπα στον κήπο. «Αλλά πόσο καλύτερα, αν έσκαβες μια μεγάλη τρύπα», είπε η μητέρα της. Το κορίτσι έσκαψε μια μεγάλη τρύπα και έπεσε για ύπνο μέσα σε αυτήν. «Αλλά πόσο καλύτερα, αν κοιμόσουν για πάντα», είπε η μητέρα της...
The collected stories of Lydia Davis - απόδοση Konstantinos Loukopoulos, Έναστρον Εκδόσεις.
Βγήκαμε ένα βράδυ εμείς οι χειραφετημένες,
δυο γυναίκες χωρίς πολλά ταμπού (μπορεί και χωρίς καθόλου ταμπού, αυτό θα
το κρίνει η Ιστορία 😊) και φέραμε μαζί και τους φίλους μας. Είπαμε να τους γνωρίσουμε
μεταξύ τους, ο ένας Θεσσαλονικιός, ο άλλος κάπου από τα Γιάννενα.
Πήγαμε σε μια ταβέρνα, καταχαρούμενες
εμείς, φίλες από παιδιά τότε στα Χανιά, τρώγαμε και πίναμε και λέγαμε αστεία,
οι άλλοι δύο πιο συγκρατημένοι, εντάξει, λογικό ήταν, δεν ήταν και μαθημένοι οι
άνθρωποι να τους βγάζουν βόλτα οι φιλενάδες τους.
Κι εκεί που εμείς χαζογελούσαμε
πανευτυχείς, λέει σοβαρά σοβαρά ο Σαλονικιός στον Γιαννιώτη:
-Βλάχος είσαι;
Μας κόπηκε μαχαίρι το γέλιο. Αυτοί οι δυο
αρσενικοί μάλλον το πήραν κάπως στραβά το πράγμα και τώρα νιώθουν ανταγωνιστές. Τώρα
θα γίνει μακελειό, τώρα θα πέσει πολύ ξύλο, τώρα εμείς οι χειραφετημένες θα δούμε
τι πάει να πει μάτσο άντρας εις διπλούν.
Επικράτησε μια παγερή σιωπή ολίγων
δευτερολέπτων. Μετά ο Γιαννιώτης είπε ήσυχα:
-Ναι. Βλάχος είμαι.
Έτσι δεν γίνεται και στο σινεμά; Πετάνε
τις ατάκες τους οι αντίπαλοι ήρεμα ήρεμα και μετά ξαφνικά βγαίνουν τα πιστόλια
κι όποιον πάρει ο χάρος.
Κρατούσαμε την αναπνοή μας οι
χειραφετημένες και περιμέναμε ποιος θα αρπάξει πρώτος τον λαιμό του άλλου.
Κι ενώ περιμέναμε να ξεκινήσει το ξύλο,
αυτοί οι δύο συνέχισαν ήρεμοι την κουβέντα τους, «από ποιο μέρος ακριβώς είσαι;»,
«από το τάδε», «έχει πολλούς βλάχους εκεί», «ναι», «έχω φίλους πολλούς βλάχους
από τα μέρη σου», «έτσι, ε;» και συνέχισαν την κουβέντα περί Βλάχων, διότι για Βλάχους
μιλούσαν οι άνθρωποι και όχι για βλάχους και ήρθε η καρδιά μας σιγά σιγά στη
θέση της.
Κατά τα άλλα, περάσαμε πολύ ωραία, η βραδιά
κύλησε ομαλά και μάθαμε και μερικά πράγματα περί Βλάχων.
Δυο μέρες ταξίδι. Τόσο χρειαζόμασταν
ξεκινώντας από τα Χανιά για να φτάσουμε στο χωριό του πατέρα μου, την
Περδικόβρυση, ένα χωριό μέσα στα βουνά της Αρκαδίας.
Μιλάμε για τη δεκαετία του ’50, για μια
Ελλάδα που κανείς πλην αυτών της τρίτης ηλικίας δεν θυμάται, δεν γνώρισε, δεν
έζησε και δεν καταλαβαίνει.
Ο πατέρας, δασονόμος, διορίστηκε αμέσως
στην Κρήτη. Αυτό εκείνα τα χρόνια σήμαινε αποδημία, μετανάστευση, τι Κρήτη, τι
Αμερική, το ίδιο ήταν. Εκεί έμεινε και εργάστηκε μέχρι τη σύνταξή του. Εκεί
γνώρισε και παντρεύτηκε τη μητέρα μου. Εκεί έγινε πατέρας μιας κόρης που
μεγάλωσε σε κρητικό περιβάλλον και που ένιωθε πως μια από τις ρίζες της υπήρχε
ζωντανή κάπου μακριά, σ’ ένα χωριό της Αρκαδίας.
Επικοινωνία μόνο με επιστολές. Καμιά
φορά και κάποιο τηλεφώνημα από το γραφείο του πατέρα στο ραφτάδικο του αδελφού
του που είχε και το τηλέφωνο του χωριού.