Καλή ήταν η
βραδιά και δροσερή εκεί ψηλά στην ταβέρνα, από κάτω η θάλασσα γαλήνια
λαμποκοπούσε στο φως της ολόγιομης σελήνης και τα γιοτ λικνίζονταν νωχελικά στα
νερά της.
Τα φαγητά όλα νόστιμα και το κρασί
βεβαίως και η παρέα ευχάριστη, φίλοι όλοι από καιρό και άνετοι, με τα
καλαμπούρια τους και τις γνωστές κοινοτοπίες που πάντα φέρνουν γέλιο, όλα
χαλαρά, μίλησαν και για τα πολιτικά πράγματα, όλοι συμφωνούσαν, κάποιοι είχαν
μερικές νέες ιδέες, άλλοι συμφώνησαν, άλλοι είχαν αντιρρήσεις, όλα όμως
γίνονταν σε φιλική ατμόσφαιρα, ανάμεσα σε γέλια και στο κρασί που έρρεε και
εύφραινε τις καρδιές τους, ίσως λίγο βαρετά για κείνον αλλά από την άλλη και
ξεκούραστα, χωρίς πίεση, κάποιοι πέταγαν και λέξεις της τοπικής διαλέκτου για
να διανθίσουν τα λεγόμενά τους, χαμόγελα, τσουγκρίσματα, πάντα τέτοια, υγεία να
έχουμε (ήταν βλέπεις και μεσόκοποι και τους απασχολούσε η υγεία),
τέλος πάντων πέρασε η ώρα ευχάριστα,
ίσως μια ιδέα βαρετά γι’ αυτόν που είχε
μάθει να ζει σε άλλους ρυθμούς και σε άλλα περιβάλλοντα, αλλά πάντως ευχάριστα,
μια ανάπαυλα ας πούμε από τα καθημερινά μέσα σε μια Αθήνα καυτή και πολύβουη,
πέρασε λοιπόν η ώρα, σηκώθηκαν,
καληνυχτίστηκαν και μπήκαν στα αυτοκίνητά τους να πάει ο καθένας σπίτι του, να
πετάξει τα ρούχα του και να ξαπλώσει στο κρεβάτι του να κοιμηθεί τον ύπνο του
δικαίου.
Το ίδιο έκανε κι αυτός, λίγο τον
ενοχλούσε το στομάχι του με τα νόστιμα βαριά πιάτα που τους είχαν σερβίρει,
«έχουμε σόδα στο σπίτι;» τη ρώτησε, «έχουμε», του είπε αυτή, στη διαδρομή
αντάλλαξαν λίγες κουβέντες, σχόλια για το δείπνο και για τους φίλους της
παρέας, καλοπροαίρετα σχόλια, έτσι για να μη μένουν μουγγοί μέσα στο
αυτοκίνητο,
στο σπίτι έπειτα αυτός πήγε κατ’
ευθείαν στο ψυγείο, πήρε το μπουκάλι τη σόδα και τη ρούφηξε ολόκληρη, πέταξε
τα ρούχα του και ξάπλωσε στο κρεβάτι, σε λίγο ήρθε κι εκείνη, ξάπλωσε δίπλα
του, «είσαι καλύτερα τώρα;», «ναι, καλύτερα», «ωραία, και άλλη φορά να
προσέχεις, μην το παρακάνεις», «ναι, θα προσέχω», «καληνύχτα», «καληνύχτα»,
έσβησαν το φως και το σπίτι βυθίστηκε στη γλυκιά ησυχία της νύχτας.
Αυτός γύρισε πλευρό για να βλέπει από
το παράθυρο έξω τις σκοτεινές σκιές των δέντρων, σε λίγο τα βλέφαρά του
μισόκλεισαν, ερχόταν ο ευεργετικός ύπνος, όλα καλά, δηλαδή όλα σχεδόν καλά,
υπάρχουν εκκρεμότητες, αλλά δεν είναι τώρα η ώρα να ασχοληθεί μ’ αυτές, τα
βλέφαρά του βάρυναν κι άλλο, το σώμα του χαλαρό περίμενε τον ύπνο
και τότε βαθιά στον ορίζοντα είδε μια
γυναικεία μορφή να του γνέφει και να τον χαιρετά χαρούμενα
άνοιξε πάλι τα μάτια του, αλλά η μορφή
χάθηκε αμέσως,
έμεινε για λίγο μετέωρος, πέρασαν κάτι
στενάχωρες σκέψεις από το μυαλό του, όχι πολλές, μια δυο μόνο, μετά ξανάκλεισε τα μάτια του και
αποκοιμήθηκε.
Έξω η νύχτα προχωρούσε με αργά βήματα
κι ένας γρύλος βάλθηκε να φωνάζει την καλή του.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου