2/10/16

Ανεξιχνίαστη η γλώσσα των μεγάλων





                  
«Είναι μεσάνυχτααα
κι όλη η φύσις ησυχάζειειειει,
μόνο κάποιος που σπαράααζει
δεν κοιμάται, ξεενυχτάαα!»

τραγούδαγε η μαμά, όταν την έπιανε ο οίστρος, κι εγώ την άκουγα και σκεφτόμουν, αυτά είναι παλιά τραγούδια, δεν έχουν πολύ ενδιαφέρον, τώρα το ραδιόφωνο λέει άλλα τραγούδια, πιο ωραία. Αν και μερικές φορές τα λόγια τους ήταν λίγο παράξενα, όπως παραδείγματος χάριν εκείνο το τραγούδι που έλεγε για την Τροία:

«Αγάπη που’ γινες δίκοπο μαχαίρι
κάποτε μου’ δινες μόνο τη χαρά
μα τώρα πνίγω τη χαρά στο δάκρυ
δεν βρίσκω άκρη, δεν βρίσκω για Τροιά».

Τι δουλειά είχε η Τροία εδώ πέρα, δεν καταλάβαινα, αλλά οι μεγάλοι έχουν ένα πιο πολύπλοκο τρόπο σκέψης από μας τα παιδιά και ασφαλώς ξέρουν τι λένε.

Το ραδιόφωνο απέφευγε τα λαϊκά τραγούδια, όμως δεν μπορούσε να αγνοήσει ένα μεγάλο σουξέ, όπως το «Όπου Γιώργος και μάλαμα» που τραγουδούσε όλη η Ελλάδα. Το τραγουδούσα κι εγώ, αλλά είχα ακόμα άγνωστες λέξεις, οπότε:

Όσο αγαπώ τη μάνα μου
αγάπησα και σένα.
Όσα είχα και δεν είχα
μου τα μάσησες
και φινάλε στο μπατίρη
με παράτησες.

Μ’ άκουσε μια μέρα η Αγγελική, οικογενειακή φίλη, κι έπεσε κάτω απ’ τα γέλια. Έτσι ντροπιασμένη έμαθα τελικά  τι σημαίνει «φινάλε» και τι «μπατίρης».

Στο σχολείο πάλι τραγουδούσαμε άλλα τραγούδια, θρησκευτικά, πατριωτικά, τέτοια. Τα θεωρούσα κατώτερα από αυτά του ραδιοφώνου, αλλά, εντάξει, δεν περίμενα κάτι καλύτερο από τον συγκεκριμένο χώρο.

Ο δάσκαλός μας που έδερνε τα παιδιά μέχρις εξαντλήσεως (δικής του, όχι των παιδιών) αλλά έπαιζε μαντολίνο, μάς μάθαινε και άλλα τραγουδάκια φυσιολατρικά, όπως ένα που έλεγε για τους κυνηγούς που ξυπνούν πριν ξημερώσει για να πάνε να κυνηγήσουν:

Έρχονται έφιπποι
και με σαλπίσματα
οι κυνηγοί στο κυνήηηηγι,
λάμπει ο κρόταφος
του φεγγαριού ψηλά
και κελαηδούν τα πουλάααακια...

Παρά το νεαρόν της ηλικίας μου, έβρισκα πολύ προχωρημένο αυτό το στίχο που αναφερόταν στον λαμπερό κρόταφο του φεγγαριού. Πάλι όμως, σκεφτόμουν, μπορούμε να μιλήσουμε για κρόταφο του φεγγαριού, εφόσον αυτό μοιάζει με κεφάλι που αιωρείται στον ουρανό. Πενήντα χρόνια αργότερα ανακάλυψα ότι τραγουδούσα λάθος τον στίχο. «Λάμπει ωχρό το φως» ήταν το σωστό. Εντάξει, έτσι είναι πιο ισορροπημένη η διατύπωση, αλλά εμένα μου αρέσει ο κρόταφος του φεγγαριού και, όπως εκφράζεται σήμερα η ποίηση, είναι και πιο μοντέρνος στίχος.

Η μαμά με χτένιζε, έπιανε τα μαλλιά μου και τα έδενε σφιχτά σε αλογοουρά, μα τα παραέδενε όμως σφιχτά κι εγώ φώναζα από τον πόνο. Αυτή ψύχραιμη έλεγε: «Προστακάλι τι’ ναι ο πόνος!» Το ρητό το καταλάβαινα, ότι άξιζε δηλαδή να πονάω για να έχω μια ωραία αλογοουρά, αλλά αυτό το «προστακάλι»,  που μου θύμιζε πορτοκάλι, τι ακριβώς σήμαινε. αγνοούσα.

Η Βαγγελιώ, μια κοπέλα της γειτονιάς, που είχε έρθει επίσκεψη στη γειτόνισσα ένα απόγευμα και έτυχε να είμαι κι εγώ εκεί, είπε μια παράξενη λέξη που δεν την είχα ακούσει ποτέ πριν. «Ώστε εγώ είμαι το θύμα!» αναφώνησε γελώντας, επειδή την πείραζαν οι άλλες. Θύμα! Τι παράξενη λέξη. Και κακόηχη, δεν μου αρέσει καθόλου. Τι να σημαίνει άραγε; Δεν σκέφτηκα να ρωτήσω, επειδή η συζήτηση προχωρούσε ζωηρή κι εγώ, ως μικρή, ήμουν σιωπηλή. Κάποτε έμαθα τη σημασία της, δεν θυμάμαι όμως πότε.

Ένα απόγευμα ο Λάκης με πήρε παράμερα και μου είπε στο αυτί:
-Ξέρεις τι πάει να πει «γ@@@ώ την Παναγία»;
-Τι πάει να πει; ρώτησα εγώ που απλώς ήξερα ότι αυτό είναι μια πολύ άσχημη βρισιά.
-Ότι βάζω το αυτό μου στο αυτό της Παναγίας.

Παραλίγο να λιποθυμήσω από τη ντροπή. Όχι πως ήμουν κανένα σεμνότυφο κοριτσάκι, αλλά αυτό εδώ πια παραήταν βαρύ για τις ηθικές μου αρχές. Είδα κι έπαθα να συνέλθω. Έμαθα όμως τι σήμαινε ένα ρήμα που θα το άκουγα έκτοτε σε όλη τη ζωή μου πολλαπλασιασμένο σε όλους τους χρόνους και τις εγκλίσεις.

Ξαπλωμένες αραχτές στο κρεβάτι η μαμά κι εγώ, μεσημέρι, καλοκαίρι, και διαβάζουμε με πολύ ενδιαφέρον το «Ρομάντσο», η καθεμιά το δικό της τεύχος. Εγώ τρελαίνομαι για τα διηγήματα, έρωτες, πάθη, ίντριγκες και τα τοιαύτα. Και κάποια στιγμή, καθώς διαβάζω μια ερωτική ιστορία,  πέφτω σε μια ακατανόητη φράση: «Την έκανε δική του». Τι πάει να πει αυτό; Διαβάζω ολόκληρη την παράγραφο, την ξαναδιαβάζω, τίποτα δεν καταλαβαίνω.

-Μαμά, τη σημαίνει «την έκανε δική του»;
Η μαμά αφήνει στην άκρη το περιοδικό της:
-Πού το λέει αυτό;
-Εδώ: την πήρε στο σπίτι του και την έκανε δική του.
-Για φέρε να δω.

Της δίνω το περιοδικό. Εκείνη διαβάζει προσεχτικά, μένει λίγο σκεφτική, μετά λέει:
-Δεν ξέρω.

Και μου δίνει πίσω το περιοδικό. Απογοητεύομαι. Κυρίως, επειδή ξέρω ότι η μαμά ξέρει και δεν μου λέει. Κάτι πονηρό υπάρχει εδώ, αλλά δεν μπορώ να το ξετρυπώσω. Έμεινα με την απορία μερικά χρόνια ακόμα.

Ο μπαμπάς ωστόσο ήθελε να με προετοιμάσει για τα αρχαία ελληνικά που θα μάθαινα στο γυμνάσιο. Το ύδωρ, μου έλεγε, καθώς βολτάραμε ένα απόγευμα στην πόλη, κάνει στη γενική του ύδατος. Και η γυνή, της γυναικός. Και ο ανήρ, του ανδρός.

-Πω πω, πολύ δύσκολα είναι όλα αυτά, μπαμπά, πώς θα τα μάθω;
-Θα τα μάθεις, μου απάντησε καθησυχαστικά αυτός.

Την άλλη μέρα στο διάλειμμα πλησίασα τον δάσκαλο και με απορία αναμεμιγμένη με πονηρία ρώτησα:

-Κύριε, πώς είναι η ονομαστική του λόξυγκος;

Ο καημένος ο Κύριος, αυτός που μας έδερνε μέχρις εξαντλήσεως, σάστισε.

-Χμ, ε, χμ... λόλυξ, νομίζω...

Ήμουν βέβαιη πως μου έδινε λάθος απάντηση.

Στην τάξη είχαμε ένα δυο κορίτσια ήσυχα, κλεισμένα κάπως στον κόσμο τους, αδύνατες μαθήτριες, που εμείς οι άλλες σαν τα όρνεα ήμασταν έτοιμες να τις κατασπαράξουμε.

Μάθημα Γεωγραφίας και ο νευρασθενικός μας δάσκαλος κρατώντας τη βέργα πλησιάζει τη Μαρία, ένα από αυτά τα κορίτσια.

-Ποια είναι η πρωτεύουσα της Βουλγαρίας; ρωτά με τη βέργα να πάλλεται ελαφρά πολύ κοντά στη Μαρία.

Η καημένη η Μαρία τρέμει ολόκληρη. Εμείς, τα όρνεα, παρακολουθούμε με εξημμένο ενδιαφέρον. Σιγά μην ξέρει αυτό το κουτορνίθι την απάντηση. Στην τάξη νεκρική σιγή και η Μαρία τρίβει τα χεράκια της νευρικά και λέει με φωνή που μόλις ακούγεται:

-Η Σοφία.

Καγχάζουμε εμείς οι έξυπνες που η Μαρία δεν μπορεί να ξεχωρίσει τη Σόφια από τη Σοφία. Ο δάσκαλος ωστόσο δέχεται ως σωστή την απάντηση και προχωρεί στο επόμενο θρανίο.

Αλλά και οι μεγάλοι έχουν τα όριά τους, δεν τα ξέρουν όλα. Είμαστε στο σπίτι του κ. Κώστα ένα βράδυ. Τα τρία αγόρια της οικογένειας κι εγώ από τη μια μεριά και από την άλλη οι γονείς μας. Είμαι βυθισμένη στην ανάγνωση του Μιχαήλ Στρογκώφ, κλασικό εικονογραφημένο. Πολύ ωραίο, είμαι εντυπωσιασμένη. Και εδώ τώρα έχουν πιάσει οι κακοί τον Μιχαήλ Στρογκώφ με σκοπό να τον βασανίσουν και ο αρχηγός τους διατάζει: «Το κνούτο!».

-Τι είναι το κνούτο; ρωτώ τους μεγάλους διακόπτοντας τη συζήτησή τους.
Οι μεγάλοι με κοιτάζουν συλλογισμένοι.
-Κνούτο;
-Ναι, έτσι λέει εδώ.
-Κνούτο ...χμ...  κνούτο... χμμμ...
Σκέφτονται λίγο και μετά ομολογούν την άγνοιά τους. Δεν γνωρίζουν αυτή τη λέξη. Κρίμα, χάνω τώρα κάτι από τη συναρπαστική διήγηση.

Αφέλειες ή ωφέλειες; Πώς ακριβώς λέγονται τα τσουλούφια που ρίχνουμε στο πρόσωπο εμείς τα κορίτσια; Δεν μπορώ να το ξεκαθαρίσω δυστυχώς, έτσι άλλοτε τις λέω αφέλειες κι άλλοτε ωφέλειες. Στο κάτω-κάτω και οι δύο λέξεις είναι αταίριαστες. Καμία σχέση με τα τσουλούφια.

Ασπίθα. Έτσι την έλεγα. Κάποια στιγμή άνοιξαν τα μάτια μου και τη διάβασα σωστά: ασπίδα. Συμβαίνουν αυτά.

Εννοείται ότι είδα κι έπαθα να μάθω σε ποιο σημείο λέμε «κόψη» σε ποιο «όψη» προκειμένου για τον Εθνικό μας ύμνο:

Σε γνωρίζω από την όψη
του σπαθιού την τρομερή
σε γνωρίζω από την κόψη
που με βιά μετράει τη γη.

Έτσι κι αλλιώς δεν καταλάβαινα περί τίνος επρόκειτο.

«Τουζιγουδίστε»: αυτή την ακατάληπτη λέξη μάς έλεγε ο δάσκαλος, όταν τέλειωνε το μάθημα της γυμναστικής και μας άφηνε να διασκορπιστούμε στην αυλή. Ο κόσμος των μεγάλων, το είπαμε αυτό, έχει πολλά ακόμα κρυμμένα μυστικά, ας μη βιάζομαι, θα τα μάθω σιγά-σιγά όλα. Έτσι, κάποια χρόνια αργότερα λύθηκε ο γρίφος. «Τους ζυγούς λύσατε» έλεγε ο άνθρωπος,  μάλιστα, πιο λογικό ακούγεται αυτό.

Δυο φορές την εβδομάδα, μετά το μάθημα, όσα παιδάκια ήθελαν να μάθουν λίγα αγγλικά (πληρώνοντας εννοείται τον δάσκαλο), έμεναν στην τάξη, άνοιγαν το βιβλίο των αγγλικών και ψέλλιζαν:

-What is this?
-This is a book.
-Is this a book?
-Yes, it is.

Ήμασταν χωρισμένοι σε δυο ομάδες, στους αρχάριους και στους προχωρημένους. Εμείς, τα πιο μικρά, οι αρχάριοι, περιμέναμε να τελειώσουν πρώτα οι προχωρημένοι και τους ακούγαμε που διάβαζαν το κείμενο και το μετέφραζαν. Μια μέρα άκουσα ένα παιδάκι της άλλης ομάδας να μεταφράζει στα ελληνικά κάτι πολύ περίεργο:

-Τι ωραίο το πύο!

Τι είπε; Μάλλον δεν άκουσα καλά. Μετά το διπλανό παιδάκι, όταν ήρθε η σειρά του το ξαναείπε:

-Τι ωραίο το πύο!

Και το τρίτο παιδάκι τα ίδια:

-Τι ωραίο το πύο!

Όλα τα παιδάκια της προχωρημένης ομάδας είπαν το ίδιο πράγμα και ο δάσκαλος άκουγε και κουνούσε το κεφάλι του συγκαταβατικά.

Μα πώς γίνεται να είναι ωραίο το σιχαμερό αυτό πράγμα; Τέλος πάντων, παραείναι ανεξιχνίαστος ο κόσμος των μεγάλων, αλλά τι να κάνω, θα τον σεβαστώ, μπορώ να κάνω κι αλλιώς; Αλλά εμένα δεν μου αρέσει το πύο. Όχι πως δεν ήξερα τη λέξη «τοπίο», αλλά ούτε που πέρασε από το μυαλό μου ότι επρόκειτο γι’ αυτό.

Εξάλλου ήξερα πολλές λέξεις που άλλα παιδιά δεν ήξεραν.  Όπως τη λέξη «σκηνή». Ένα απόγευμα που ήμουν στην κ. Παπαδερού, μια δασκάλα συνταξιούχο χήρα που ενίσχυε την πενιχρή της σύνταξη βοηθώντας τα παιδιά στα μαθήματα, δηγήθηκα μια ιστορία που δεν θυμάμαι τώρα και κατέληξα:

-Ήταν μια πολύ ωραία σκηνή!
-Τι λες τώρα; με διόρθωσε ένα άλλο παιδί. Το σκοινί είναι, όχι η σκοινί.

Ε, ναι, δεν ήμουν μόνο εγώ που έκανα ηλίθιους συνειρμούς.

Πάντως, δεν ήμουν φαίνεται άτομο που περνά απαρατήρητο, εφόσον ο παπάς στην εκκλησία απευθυνόταν σε μένα προσωπικώς κάθε Κυριακή. Το ραδιόφωνο μετέδιδε τη λειτουργία από την Αθήνα κι εγώ άκουγα τον παπά να λέει:

-Έτι, Καίτη, του Κυρίου δεηθώμεν!
-Μπαμπά, εμένα φωνάζει τώρα ο παπάς;
-Εσένα, απαντούσε ο μπαμπάς και με κοίταζε αινιγματικά.

Εντάξει, δεν είναι τόσο περίεργο αυτό. Ο παπα-Ζαχαρίας από την εκκλησία της ενορίας μας μάς γνώριζε οικογενειακώς. Λογικό είναι να λέει το όνομά μου, όταν λειτουργεί.

Η μαμά έχει το χούι να δίνει παράξενα παρατσούκλια σε όσες κυρίες δεν χωνεύει. Τη σπιτονοικοκυρά μας παραδείγματος χάριν, με την οποία ήταν σε μόνιμο πόλεμο, την έλεγε «Κλάπα» και «Πασαλάρα».  Δεν είχα ιδέα τι σήμαιναν αυτές οι λέξεις, αλλά και ποτέ δεν έμαθα ποιο ήταν το πραγματικό όνομα αυτής της γυναίκας. Μια άλλη που ήταν όλο νάζι και κοκεταρία, κοντούλα όμως και μάλλον ασήμαντη, η μαμά την έλεγε «Ποκιοκιόκα». Άγνωστη λέξη εντελώς, μάλλον από το μυαλό της την είχε κατεβάσει. Μια άλλη, κοντή και παχιά, την έλεγε «Κομπορόζο». Και μια άλλη, φίλη της που είχαν τσακωθεί, φανατική αυτή  κομμουνίστρια, την έλεγε «Στάλαινα». Εντάξει, εδώ έβγαινε νόημα. Τέλος, όποια της καθόταν στο στομάχι τη χαρακτήριζε «βιλάνα». Ωραιότατη βενετσιάνικη λέξη που σήμαινε «χωριάτα», όπως έμαθα πολλά χρόνια αργότερα.

«Το γελεκάαακι που φορείειειεις
εγώωω στο’ χω ραμμένο,
με πίκρες και με βάαασανααα
στο’ χωωωω φοδραρισμένοοοο»,

τραγουδούσε η μαμά, όταν ήταν στις καλές της. Κι εγώ κατά ένα μεταφυσικό τρόπο γινόμουν αυτή που φορούσε το γελεκάκι, καθόσον στη μαμά άρεσε να πλέκει και μου είχε πλέξει πολλά μπλουζάκια και γελεκάκια.

«Άντε το μαλώνω, το μααααλώνω
άντε κι ύστερα το μετααανιώνω».

Μια και μέσω του τραγουδιού δήλωνε μετανιωμένη, τη συγχωρούσα για όσες φορές με μάλωνε.

Εξάλλου, κάθε χρόνο τις Απόκριες, με έντυνε μπαλαρίνα, ένα κόκκινο κοντό φουστανάκι από ταφτά και όμοιο καπέλο, και με πήγαινε στον «μπαλταφά», όπου έρχονταν κι άλλα πολλά παιδάκια μασκαρεμένα. Τι κακόηχη λέξη αυτός ο μπαλταφάς. Και τι ανιαρά που είναι όλα εκεί πέρα. Τέλος πάντων, αφού αρέσει στη μαμά...
 Όταν μεγάλωσα λιγάκι, λύθηκε κι αυτός ο γρίφος. Ο μπαλταφάς ήταν ο αποκριάτικος παιδικός χορός,  ο balle d' enfants.

Καίτη Μολονότι.
Έτσι με πείραζαν οι συμμαθητές μου, όταν μάθαμε τους αντιθετικούς συνδέσμους: αν και, καίτοι, μολονότι κλπ. Είχαν όμως και άλλη εναλλακτική: Καίτη Καιτάγκω του Βασιλείου Βασιλάγκο.

Και η γλώσσα των παιδιών ανεξιχνίαστη είναι.

               9ο Δημοτικό Σχολείο Χανίων, 1960


1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Εγώ όταν μας έλεγαν ότι ένας Γάλλος αναβίωσε τους Ολυμπιακούς Αγώνες αναρωτιόμουν(λόγω
της ομοηχίας):"Μα είναι δυνατόν μια γαλοπούλα,ένας γάλος να κάνει κάτι τέτοιο;Δεν είναι παράλογο να το πιστεύει κανείς αυτό;Και να το λέει ο δάσκαλος τόσο σοβαρός!Το λέει σα να το εννοεί!"Και μου έτυχαν βέβαια και αρκετά στο στύλ που περιγράψατε.