5/11/15

Βασίλισσα Ισμήνη (διήγημα)







Ωραία μέρα μάς ξημέρωσαν σήμερα οι θεοί στη Θήβα. Λάμπει ο ήλιος στον ουρανό κι έχει γλυκιά ζέστη, ο κόσμος βγήκε στους δρόμους  χαρούμενος και οι ιερείς ετοιμάζουν τα ιερά ζώα για τη θυσία. Η πλατεία μπροστά στο παλάτι έχει κιόλας στολιστεί, το άγαλμα της αδελφής μου υψώνεται επιβλητικό μέσα στα ζωηρά του χρώματα. 

Πήγα στον κοιτώνα του Κρέοντα και τον βρήκα να κοιμάται ακόμα.

-Σήκω, ετοιμάσου, του φώναξα, σε λίγο θα αρχίσει η γιορτή.

-Ποια γιορτή; γκρίνιαξε αυτός.

Τον σήκωσα  με το ζόρι και φώναξα τις δούλες. Τους είπα να τον πλύνουν και να τον ντύσουν με την καλή στολή του, τη γιορτινή. Ύστερα πήγα στον κοιτώνα των γιων μου. Κοιμούνταν  παρέα με κάτι παλλακίδες, πάλι χθες βράδυ είχαν ξεσαλώσει με κρασί και μουσικές, όλο το παλάτι αντηχούσε από τα τραγούδια τους.

Πέταξα τα σκεπάσματα κι έβαλα τις φωνές. Οι παλλακίδες, μόλις με είδαν, εξαφανίστηκαν σαν τρομαγμένες γάτες.  Τα έψαλα στους γιους μου ένα χεράκι πάλι, όλο ασωτίες είναι και δεν σκέφτονται το όνομα του Οίκου μας,  τι θα λέει ο κόσμος με τα καμώματά τους, τίποτα δεν σέβονται και σήμερα τιμούμε τη μνήμη της θείας τους, να σηκωθούν αμέσως και να ετοιμαστούν, να ζωστούν τα όπλα τους και να σταθούν δίπλα στον πατέρα τους, πώς θα κυβερνήσουν μεθαύριο, αν κάνουν αυτή την ακόλαστη ζωή; Οι νεαροί με άκουγαν αμίλητοι, ήταν κι από τον ύπνο κι από το βαρύ νυχτερινό μεθύσι και ξέρω πως με έχουν βαρεθεί να τους φωνάζω, όμως μυαλό δεν λένε να βάλουν.

Γύρισα συγχυσμένη στα διαμερίσματά μου.

Χρόνια τώρα κάνω σκληρό αγώνα να κρατήσω το βασιλικό μας όνομα ψηλά. Αρκετό όνειδος δοκιμάσαμε τότε με τα αίσχη του Οιδίποδα και της Ιοκάστης και μετά με το νέο αίσχος των αδελφών μου που αλληλοφαγώθηκαν σαν τα σκυλιά έξω από τα τείχη της πόλης και μετά με το τρίτο αίσχος του Κρέοντα, να οδηγήσει στην αυτοκτονία την αδελφή μου και το γιο του και την πρώτη του γυναίκα. Δεν κάναμε τίποτε άλλο εκείνο τον καιρό παρά να θάβουμε νεκρούς  και να θρηνούμε μέσα σ’ ένα παλάτι ατιμασμένο και με την καταφρόνια του λαού να μας βαραίνει την καρδιά.

Έριξα μια ματιά από το παράθυρο. Είχε αρχίσει ο κόσμος να μαζεύεται στην πλατεία γύρω από το άγαλμα της αδελφής μου. Ντυμένοι όλοι στα γιορτινά τους, έφερναν μπουκέτα με λουλούδια και τα απόθεταν στο άγαλμα. Οι στρατιώτες είχαν κιόλας παραταχθεί στις θέσεις τους, ακίνητοι και σοβαροί.

Φώναξα τη Νισώ, τη δούλα μου:

-Κοίτα να δεις, αν ετοιμάστηκε ο βασιλιάς. Και πες στους γιους μου να βιαστούν, έχει περάσει η ώρα.

Για τη σημερινή περίσταση είχα διαλέξει το λευκό μου φόρεμα με το αραχνοΰφαντο πέπλο. Λίγα χρυσαφικά, τα σκουλαρίκια μου και ένα δαχτυλίδι μόνο. Η τελετή είναι σεμνή, δεν χρειάζονται τέτοια μέρα οι επιδείξεις. Ανησυχώ μόνο με τον ξεμωραμένο τον άντρα μου. Αδύνατο είναι πια να βγάλει ένα αξιοπρεπή λόγο, καλύτερα να μιλήσει κάποιος άλλος. Βγήκα στο διάδρομο και φώναξα ένα δούλο που περνούσε.

-Πες στον Εύδιο να έρθει που τον θέλω.

Ο δούλος πήγε να τον ειδοποιήσει κι εγώ πλησίασα στο παράθυρο και ξανακοίταξα την πλατεία.  Ο κόσμος είχε πληθύνει, το ίδιο και τα στεφάνια στα πόδια του αγάλματος. Καημένη Αντιγόνη, αν ήξερες μονάχα...



Τότε που η αδελφή μου αυτοκτόνησε και μετά και ο Αίμων και μετά και η Ευρυδίκη, ο Οίκος μας βουτήχτηκε ακόμα πιο βαθιά στη ντροπή και την ταπείνωση. Ο λαός βουβός, μέσα στην κατήφεια, εχθρικός απέναντι στο βασιλιά και όλους τους Λαβδακίδες, έτοιμος για ανταρσία. Ο Κρέοντας  αμίλητος και στυφός. Οι δούλες μάς παρακολουθούσαν άγρυπνα, ό,τι έβλεπαν, έβγαιναν έξω και το έλεγαν στον κόσμο, κανονικές ρουφιάνες. Ο στρατός δίγνωμος, οι μισοί ήταν μαζί μας κι οι άλλοι μισοί εναντίον μας. Κι εγώ μονάχη  μέσα σ’ αυτή τη συμφορά χωρίς κανένα στήριγμα, αφού όλοι οι αγαπημένοι μου είχαν πεθάνει. Με κλάματα κοιμόμουν και με κλάματα ξυπνούσα.

Μες την απελπισία μου αποφάσισα μια μέρα να φύγω από το παλάτι, να πάω να προσπέσω ικέτης στο ναό της Αθηνάς, να την παρακαλέσω να με δεχτεί για ιέρειά της. Ετοίμασα δυο ρουχαλάκια, φόρεσα τα σανδάλια μου και βγήκα από τον κοιτώνα μου κρυφά το ξημέρωμα. Δεν είχα κάνει δυο βήματα κι έπεσα πάνω στην Οιάνθη, τη γριά παραμάνα μου.

-Πού πας, Ισμήνη;

Έβαλα τα κλάματα.

-Φεύγω μακριά αποδώ, Οιάνθη, μακριά από τις πομπές των Λαβδακιδών. Δεν την αντέχω πια τόση ντροπή.

-Χμ, έκανε η γριά. Και νομίζεις πως εκεί που θα πας, θα είσαι άγνωστη; Όλη η Ελλάδα μιλά για τις ντροπές σας.  Για πάμε πάλι πίσω στον κοιτώνα σου που έχω δυο λόγια να σου πω.

Με πήρε από το χέρι και ξαναμπήκαμε στον κοιτώνα μου. Εκεί μου μίλησε ώρα πολλή...



Ο Εύδιος ήρθε αστραπή.

-Γλυκιά μου βασίλισσα...

Έκανε να με αγκαλιάσει, αλλά τον έσπρωξα.

-Όχι τώρα, Εύδιε.

Του εξήγησα πώς είχε η κατάσταση. Ο Κρέοντας έχει ξεμωραθεί,  δεν ξέρει τι του γίνεται, οι γιοι μου είναι ακόμα άγουροι για τέτοια πράγματα, το καλύτερο είναι να μιλήσει στο λαό ο αρχηγός του στρατού.

-Και τι να πω εγώ, βασίλισσά μου;

-Πες ό,τι νομίζεις. Ξέρεις εσύ. Για την ηρωίδα  που θυσιάστηκε για τη Θήβα,  για την ευνομούμενη πολιτεία που τιμά τους ιερούς οικογενειακούς θεσμούς, για την εξιλέωση του βασιλέα που αναγνώρισε το λάθος του , για το λαό που αγαπά τους δίκαιους άρχοντες, τέτοια. Τόσα χρόνια ακούς τα ίδια και τα ίδια, δύσκολο είναι να τα επαναλάβεις;

-Καλά, βασίλισσά μου, κάτι θα βρω να πω.

Χαμήλωσε τη φωνή:

-Να περάσω το βράδυ να τα πούμε λιγάκι;

-Όχι απόψε, θα είμαι κουρασμένη μετά την τελετή.

Ο Εύδιος έφυγε κι εγώ άρχισα να ντύνομαι. Καλός είναι αυτός και κυρίως πολύ χρήσιμος, τώρα που ο βασιλιάς ξεμωράθηκε. Με τον Εύδιο στο πλευρό μου δεν ανησυχώ για το στρατό, μην κάνει καμιά ανταρσία και βρεθούμε όλοι σφαγμένοι ένα πρωί. Είναι κι αυτοί οι ανεπρόκοποι οι γιοι μου, ανίκανοι  και οι δύο για το θρόνο. Κάτι πρέπει να κάνω με αυτό το ζήτημα. Μπορεί, άμα χηρέψω, να παντρευτώ τον Εύδιο και να τον κάνω βασιλιά. Και εν τω μεταξύ οι γιοι μου κάποια στιγμή θα βάλουν μυαλό και θα γίνουν υπεύθυνοι άρχοντες.



Μου έλεγε η Οιάνθη:

-Ισμήνη, άσε τις κλάψες και γίνε δυνατή σαν την αδελφή σου, είσαι κόρη βασιλιάδων εσύ.  Εσένα σου πρέπει να γίνεις βασίλισσα, όχι ταπεινή ιέρεια. Είδες η Αντιγόνη, ούτε τον Κρέοντα ούτε το θάνατο φοβήθηκε και σήμερα ο λαός τη λατρεύει. Ισμήνη, πρέπει να σε λατρέψει κι εσένα ο λαός.

-Και ο Κρέων;

-Τον Κρέοντα ο λαός τον μισεί.

Η Οιάνθη ήταν που έβγαλε το σχέδιο:

-Τώρα ο Κρέων έχει απομείνει έρημος, χωρίς γυναίκα και παιδί, κι έχει απομονωθεί από το λαό.  Θα τον βόλευε πολύ ένας γάμος μαζί σου. Και μια δημόσια εξιλέωση βέβαια.

-Τι είναι αυτά που λες, Οιάνθη; Δεν φτάνουν  οι συμφορές μου, θέλεις να φορτωθώ κι άλλες;

-Ο κόσμος μιλά για σένα με συμπάθεια, είσαι η αδελφή της αδικοχαμένης. Εύκολο είναι να του γυρίσεις τα μυαλά, άμα γίνεις βασίλισσα.  Εσένα το παρελθόν σου είναι καθαρό.

-Ο Κρέων είναι σκληρός και εγωιστής, ποτέ δεν θα καταδεχθεί να ζητήσει δημόσια συγγνώμη.

-Ένα ερείπιο είναι τώρα που έχασε τα πάντα.

Λέγε-λέγε η Οιάνθη με έπεισε τελικά. Ένα βράδυ πήγα και βρήκα τον Κρέοντα στον κοιτώνα του. Κάθισα άκρη-άκρη στο κρεβάτι του.

-Είναι βαριά η μοναξιά μας, θείε, είπα σιγανά. Μόνο εσύ κι εγώ απομείναμε  από τους Λαβδακίδες. Ο Οίκος μας κινδυνεύει να σβήσει.

-Μας καταράστηκαν οι θεοί, είπε αυτός και γύρισε αλλού το κεφάλι.

-Υπάρχει ακόμα ελπίδα , όσο εσύ κι εγώ είμαστε ζωντανοί.

 Έβγαλα το φόρεμά μου, ξάπλωσα δίπλα του κι έκλεισα τα μάτια. Φοβόμουν την οργή του, έτρεμα. Αν είχε κάνει λάθος η Οιάνθη, νέα τραγωδία θα ξεσπούσε στο παλάτι. Αν όμως όλα πήγαιναν καλά...

Πέρασε λίγη ώρα μέσα στη σιωπή. Ύστερα ένιωσα το χέρι του να χαϊδεύει το στήθος μου. Πήρα βαθιά αναπνοή και δεν έβγαλα κιχ.



Η Νισώ μπήκε στο δωμάτιο φουριόζα:

-Κυρά, φέρανε το στεφάνι! Το θέλεις τώρα ή έπειτα που θα κατέβεις στην πλατεία;

-Τι να το κάνω τώρα το στεφάνι, Νισώ; Άσ’ το σε μιαν άκρη κι έλα να με βοηθήσεις να ντυθώ.

Όση ώρα ντυνόμουν, η βουή στην πλατεία δυνάμωνε.

- Μεγάλη γιορτή σήμερα, κυρά μου! Έχει κατέβει κόσμος κι από τα χωριά, γέμισε η πλατεία ανθρώπους.

-Ετοιμάστηκαν οι δικοί μου ή ακόμα χαζολογούν;

-Έτοιμοι είναι, κυρά. Ο βασιλιάς έχει βγει στον εξώστη και χαιρετά τον κόσμο.

-Το ραμολί, τρελαίνεται για τέτοια.



Καμαρώνει τώρα ο γέρος και παίρνει πόζες μπροστά στο λαό. Τότε όμως που η κατακραυγή του κόσμου έζωνε το παλάτι, έμενε κλεισμένος στα δωμάτιά του, δεν ήθελε να δει κανέναν. Μπορεί και να φοβόταν, ποιος ξέρει.

-Βασιλιά, παντρέψου με, του είπα το ίδιο εκείνο βράδυ που μου πήρε την παρθενιά. Όλα θα φτιάξουν, όταν δει ο λαός ότι μονιάσαμε στο παλάτι. Στο βάθος – βάθος μάς σέβονται ακόμα.

Δεν είπε τίποτα.

Το άλλο βράδυ όμως μου μήνυσε να ξαναπάω στον κοιτώνα του.  Πολλά βράδια ξάπλωσα δίπλα του στη βασιλική κλίνη και πρόσφερα στο βασιλιά τη λησμονιά. Και κάθε βράδυ του ζητούσα να με παντρευτεί και του έλεγα πως μια τέτοια επίσημη ένωση θα έσωζε τον Οίκο μας. Όλα όσα με είχε ορμηνέψει η Οιάνθη, όλα αυτά του τα έλεγα.

-Εντάξει, είπε ένα βράδυ. Θα σε κάνω βασίλισσα, Ισμήνη. Μακάρι να μην εξοργίσω περισσότερο τους θεούς και το λαό μου. Μακάρι να μην είναι αυτή μια άφρονη πράξη.

-Κάνεις το σωστό, βασιλιά μου. Θα δεις, του είπα.

Την άλλη μέρα ανήγγειλε τους γάμους μας. Ο λαός άκουσε το νέο μουδιασμένος. Ο μακαρίτης ο Υψικλής που ήταν τότε αρχηγός του στρατού, ήρθε στο παλάτι και ζήτησε ακρόαση από το βασιλιά. Δεν ξέρω τι είπανε. Μείνανε πολλή ώρα κλεισμένοι οι δυο τους στην αίθουσα του θρόνου κι εμένα η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει από την αγωνία. Αν δεν τους άρεσαν αυτές οι εξελίξεις, τώρα ήταν η καλύτερη στιγμή για να σκοτώσουν το βασιλιά. Αλλά όλα πήγαν καλά τελικά. Οι γάμοι έγιναν μετά από λίγες μέρες. Τίποτα το εντυπωσιακό, ούτε γιορτές ούτε παράτες. Μια σεμνή τελετή  και ήσυχη. Έτσι έγινα βασίλισσα της Θήβας.




-Κυρά μου, πόσο όμορφη είσαι! είπε η Νισώ, καθώς έδενε πίσω τα μαλλιά μου.

Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Χμ, καλή ήμουν ακόμα, αν και με είχαν πάρει κάπως τα χρόνια. Ο Εύδιος είναι  οχτώ χρόνια μικρότερός μου, αλλά μια βασίλισσα έχει γοητεία έτσι κι αλλιώς.

-Για κοίτα τι γίνεται στην πλατεία, είπα στη Νισώ.

-Έχουν έρθει και οι αθλητές, έχουν παραταχθεί μπροστά από το μνημείο, είπε η Νισώ. Τι όμορφα παλικάρια!

Μετά τις θυσίες θα ξεκινήσουν οι αγώνες, όπως γίνεται κάθε χρόνο,  και θα κρατήσουν ως αργά το απόγευμα. Πολύ κουραστική η σημερινή μέρα και  πρέπει να προσέχω και το γέρο μην κάνει καμιά κουταμάρα. Και τους γιους μου δεν τους εμπιστεύομαι, θα πειράζουν τα κορίτσια του λαού και θα δίνουν δικαιώματα. Όλα πρέπει να τα έχω υπό έλεγχο, να είμαι άγρυπνη, πολύ κουραστικό τελικά.

-Τα ζώα για τη θυσία τα έφεραν;

-Εδώ είναι κι αυτά, στολισμένα, έτοιμα. Και τώρα βλέπω και τον Εύδιο να καταφθάνει μαζί με τους στρατιώτες του. Χμ, τι ωραίος άντρας, τι παράστημα!
Ευτυχισμένη όποια τον χαίρεται.

-Σιωπή, Νισώ, δεν σου πέφτει λόγος.

Σαν πολλά θάρρητα έχει πάρει η δούλα μου τελευταία και θα βάλω να της κόψουν τη γλώσσα καμιά ώρα.



Η Οιάνθη πέθανε λίγο καιρό αφότου παντρεύτηκα τον Κρέοντα. Είχα ήδη ξεκινήσει τις προσεχτικές  κινήσεις μου. Τα βράδια στο κρεβάτι μουρμούριζα συνέχεια στο σύζυγό μου. Το και το, του έλεγα, έτσι πρέπει να κάνουμε, να σωθεί η δυναστεία, ας αφήσουμε πίσω τις συμφορές και τους θανάτους, προέχει το στέμμα, θα σου δώσω νέο διάδοχο και όλα θα ταχτοποιηθούν. Μόνο που ο λαός περιμένει μια δημόσια συγγνώμη, διπλωματία χρειάζεται εδώ, Κρέοντα, να κερδίσουμε πάλι το λαό και το στράτευμα, να στερεωθεί γερά ο Οίκος μας. Πρέπει να κάνουμε την Αντιγόνη ηρωίδα.  

Αυτός στην αρχή δεν σήκωνε κουβέντα.

-Να ταπεινωθώ εγώ μπροστά στο λαό, να πω ότι έκανα λάθος; Ποιος θα με παίρνει μετά στα σοβαρά; Ένας άρχοντας πρέπει να είναι σταθερός στις αποφάσεις του.

Έτσι μου έλεγε. Έβλεπε όμως έξω από το παλάτι να φουσκώνει η δυσαρέσκεια. Παρά λίγο τότε να χάναμε τα πάντα. Ακούστηκαν θυμωμένες φωνές, κάποιοι μας είπαν ανόσιο ζευγάρι που χαίρεται  την ηδονή πάνω σε βέβηλο κρεβάτι.  Άλλοι πάλι ήταν με το μέρος μας, πίστευαν στη συνέχεια του Οίκου μας και έβρισκαν σωστό ένα γάμο που έδινε  ελπίδες στη δυναστεία. Υπήρχε πολλή ταραχή ακόμα τότε στη Θήβα και ο στρατός δεν έδειχνε και πολύ υπάκουος.

Η Οιάνθη μού έδωσε την τελευταία συμβουλή της, πριν πεθάνει:

-Φτιάξτε μνημείο για την Αντιγόνη και δώστε  διάδοχο στη δυναστεία.

Τον διάδοχο τον είχα ήδη στην κοιλιά μου.  Κάλεσα κρυφά τον Υψικλή στο γυναικωνίτη και συνεννοήθηκα μαζί του. 

-Η αδερφή μου είναι ηρωίδα, του είπα, και της πρέπει μεγάλο μνημείο στην πόλη. Πες το στο βασιλιά. Πες του πως αν δεν το κάνει, κινδυνεύει το κεφάλι του. Πες του πως ο στρατός είναι δυσαρεστημένος.

-Κι εσύ δηλαδή, βασίλισσα, ρώτησε ο Υψικλής,  με τίνος το μέρος είσαι;

-Με το μέρος του γιου που θα γεννήσω σε λίγους μήνες.

Με κοίταξε καλά-καλά αυτός.

-Σύμφωνοι, είπε μετά κι έφυγε βιαστικός.




Ευτυχώς όλα πήγαν καλά στην γιορτή.  Ο Κρέων δεν έκανε καμιά κουταμάρα. Απόρησε μονάχα που αντί να εκφωνήσει αυτός το λόγο, τον εκφώνησε ο Εύδιος. Με κοίταξε σαστισμένος κι εγώ του χαμογέλασα γλυκά - μας έβλεπε τόσος κόσμος. Οι γιοι μου κάθισαν φρόνιμα στην αρχή, όσο να γίνουν οι θυσίες και να τελειώσει ο Εύδιος την ομιλία του και μετά, όταν άρχισαν οι αγώνες, ανακατεύτηκαν στο πλήθος και τους έχασα. Έστειλα δυο δούλους να τους βρουν και να τους φέρουν πίσω. Γύρισαν παρέα με κάτι θηλυκά. Τα έδιωξα με τρόπο και κράτησα τους ερωτύλους δίπλα μου, όσο γίνονταν οι αγώνες.

Βαρετή ήταν αυτή η διαδικασία, όλη μέρα κάτω από τον ήλιο να παρακολουθώ τους αθλητές. Η Νισώ κρατούσε το σκιάδιο από πάνω μου, αλλά ο ήλιος κατά το μεσημέρι έκαιγε πολύ και μου φαίνεται πως μαύρισα λίγο.  Αλλά έπρεπε να μείνω εκεί, στο θρόνο μου, δίπλα στο ραμολί, όλη την ημέρα και να επευφημώ κι εγώ τους νικητές μαζί με το λαό.



Κάθε χρόνο τέτοια μέρα γιορτάζω κρυφά το θρίαμβό μου. Τελικά όλα έγιναν, όπως ήθελα και όπως τα είχε σχεδιάσει η γριά παραμάνα μου.  Ο Οίκος των Λαβδακιδών στερεώθηκε ξανά στο θρόνο, ο λαός της Θήβας μάς σέβεται τώρα, μας τιμά και μας φοβάται.  Ο Εύδιος κρατά το στρατό σε πειθαρχία.

Όταν  ο Υψικλής έπαθε εκείνο το ατύχημα και σκοτώθηκε πέφτοντας στο γκρεμό, ο Εύδιος πήρε τη θέση του αρχηγού στο στράτευμα. Είχαν κυκλοφορήσει τότε κάτι φήμες πως ήταν αυτός που τον έσπρωξε στο γκρεμό, τίποτα όμως δεν επιβεβαιώθηκε. Κι ένας στρατιώτης που ήταν μάρτυρας τη στιγμή του θανάτου βρέθηκε μαχαιρωμένος την άλλη μέρα το πρωί.

Είναι αλήθεια ότι ο μακαρίτης είχε αρχίσει να γίνεται επικίνδυνος. Μπαινόβγαινε κάθε μέρα στο παλάτι κι έλεγε τη γνώμη του, χωρίς κανείς να τον ρωτήσει, και ο Κρέων υποχωρούσε συνεχώς. Είχε πολύ αλλάξει από τότε που τον υποχρέωσε ο Υψικλής να βγει δημόσια και να ζητήσει συγγνώμη από το λαό. Από τότε άρχισε σιγά-σιγά να ξεκουτιαίνει, έγινε άβουλος, παραιτήθηκε, κλείστηκε στα διαμερίσματά του και σπάνια έβγαινε αποκεί.  Και ο Υψικλής έλυνε κι έδενε στο παλάτι.

Δεν  μου άρεσε καθόλου αυτή η κατάσταση. Είχα γεννήσει εν τω μεταξύ και το δεύτερο γιο μου, η δυναστεία των Λαβδακιδών είχε εξασφαλίσει τη συνέχειά της, αλλά αυτός εδώ ο Υψικλής με ανησυχούσε, μόνο το στέμμα δεν είχε φορέσει ακόμα. Τότε ήταν που αποφάσισα να κάνω εραστή μου τον Εύδιο. Του υποσχέθηκα την αρχηγία του στρατού, αν ποτέ ο Υψικλής πάθαινε τίποτα, κανένα ατύχημα ή καμιά θανατηφόρα αρρώστια. Τέλος πάντων, ο Υψικλής γκρεμίστηκε και ησυχάσαμε και τώρα ο Εύδιος μού είναι απόλυτα αφοσιωμένος. Κάνει όνειρα κι αυτός για το στέμμα κι εγώ δεν τον αποθαρρύνω, μόνο τον συγκρατώ, δεν είναι ακόμα ο κατάλληλος καιρός, του λέω.

Τρία χρόνια μετά το γάμο μου κάναμε τα επίσημα εγκαίνια του μνημείου της Αντιγόνης.  Φτιάξαμε το άγαλμά της τεράστιο, όσο δυο ανθρώπους σε ύψος και το βάλαμε πάνω σε ψηλό βάθρο. Η Αντιγόνη στέκεται ευθυτενής σε στάση επίσημη, τα χέρια κολλητά στο σώμα, τα μαλλιά περίτεχνα χτενισμένα και στολισμένα με κορδέλες κι έχει ένα αδιόρατο χαμόγελο στα χείλη. Δεν έχει όμως εκείνη τη γυναικεία χάρη, όπως τα άλλα αγάλματα των κοριτσιών που φτιάχνουν οι τεχνίτες. Πιο πολύ μοιάζει με αγόρι, οι πλάτες της είναι φαρδιές και στενοί οι γοφοί της και κάτω από τις πτυχώσεις του φορέματός της φαίνονται οι γεροί και γυμνασμένοι μηροί της.

Είχα δώσει φυσικά τις οδηγίες μου στους γλύπτες: «Θέλω η αδελφή μου να μοιάζει λίγο με κούρο, να τη βλέπει ο λαός και να σκέφτεται την ανδρεία της. Η Αντιγόνη είχε ανδρικό φρόνημα. Λοιπόν, μια γυναίκα-κούρο θέλω να φτιάξετε, όχι καμιά λεπτεπίλεπτη κόρη». Έτσι ακριβώς την έφτιαξαν. Ωραίο άγαλμα με ωραίο συμβολισμό. Άρεσε πολύ στο λαό.  Δεν ήταν βέβαια έτσι η αδελφή μου. Κοντούλα ήταν και κάπως σκυφτή και παχουλή, αλλά τι σημασία έχει; Καλό είναι να τη θυμάται ο λαός περήφανη και στητή, γεροδεμένη σαν αγόρι. Πιο πολύ ταιριάζει αυτός ο τύπος στο ιδεώδες που θέλουμε να τονίσουμε.

Έτσι λοιπόν κάναμε ηρωίδα της Θήβας και σύμβολο κατά της βίας της εξουσίας την καημένη την Αντιγόνη. Πού να το φανταζόταν η φτωχή, όταν όρθωνε το βραχύ της ανάστημα απέναντι στον Κρέοντα...  Αυτή τα αδέλφια μας ήθελε μόνο να θάψει,  ούτε από πολιτική είχε ιδέα ούτε από αυθαιρεσίες της εξουσίας. Και τέλος πάντων, αν υποχωρούσε τότε, αν υπάκουε στην απαγόρευση του Κρέοντα, δεν θα είχαμε τρεις ακόμα απανωτούς θανάτους που κόντεψαν να ρημάξουν τον Οίκο μας. Ευτυχώς φρόντισα εγώ να τα επανορθώσω όλα. Και έχουμε τώρα την ηρωίδα εδώ πέρα και κάνουμε αγώνες προς τιμήν της. Ιδέα δεν έχουν από την αλήθεια τούτα εδώ τα κουτορνίθια, ο λαός που σήμερα ορκίζεται στο όνομά της.




Το βράδυ ξάπλωσα στο κρεβάτι μου κατάκοπη. Με είχε ζαλίσει ο ήλιος όλη μέρα, τόσο φως μέσα στα μάτια μου, κάποια στιγμή ένιωσα πως θα λιποθυμούσα.

-Πολύ ωραία ήταν  σήμερα η γιορτή, κυρά μου, είπε η Νισώ, καθώς με βοηθούσε να αλλάξω. Και ο λαός σάς λατρεύει, ορκίζεται στο όνομα της δυναστείας.

-Ασφαλώς, Νισώ, χωρίς την αγάπη του λαού του ο βασιλιάς βασιλεύει σε έρημο τόπο. Τι κάνει τώρα ο σύζυγός μου, πήγε να κοιμηθεί;

-Ναι, ο καημένος. Κουράστηκε πολύ κι αυτός όλη μέρα κάτω από τον ήλιο.

-Και οι γιοι μου;

-Κάπου στο παλάτι θα τριγυρίζουν, κυρά μου.

Στάθηκε από πάνω μου και με κοίταξε πονηρά:

-Να σβήσω τα καντήλια ή θα έχεις επισκέψεις;

-Να τα σβήσεις.

Ξάπλωσα στο κρεβάτι κι έκλεισα τα μάτια. Δύσκολη δουλειά η πολιτική. Θέλει διπλωματία, συμφωνίες κάτω από το τραπέζι, γάμους αταίριαστους καμιά φορά. Κι αν χρειαστεί, θέλει και φόνους...

 Παραγέρασε μου φαίνεται ο Κρέων, η Θήβα χρειάζεται νέο βασιλιά... Αλλά δεν είναι ώρα τώρα να το σκεφτώ αυτό, είμαι πολύ κουρασμένη.

Γύρισα στο πλάι και βολεύτηκα πάνω στα μαξιλάρια μου.

Καημένη Αντιγόνη!  Να ήσουν τώρα από μια γωνιά και να έβλεπες την άβουλη αδελφή σου τι λύκαινα έχει γίνει...με ζάλισε αυτός ο ήλιος σήμερα …κι έχω και κάτι σαν αναγούλα… ελπίζω να μην είμαι έγκυος στην ηλικία μου…να θυμηθώ αύριο να διατάξω να κόψουν τη γλώσσα της Νισώς... 



Δεν υπάρχουν σχόλια: