10/9/13

Το γενεαλογικό δέντρο (απόσπασμα). Ο θείος Μαρίνος πάσχει από το σύνδρομο του Διογένη.


...
-Λοιπόν, είπε η Αλεξάνδρα, όταν έκλεισε το τηλέφωνο, εγώ ό,τι ήξερα σου το είπα, άλλα δεν έχω να σου πω. Να ρωτήσεις, άμα θες, και το Γιώργο, τον αδελφό μου. Αυτός ξέρει σίγουρα κι άλλες λεπτομέρειες, επειδή έμεινε στο χωριό περισσότερο καιρό από μένα, εγώ έφυγα μικρή, όπως ξέρεις, παντρεύτηκα κι έμεινα στην πόλη.

-Να ρωτήσω και το θείο Μαρίνο;

Ο θείος Μαρίνος ήταν ο άλλος αδελφός της Αλεξάνδρας.

-Τι να σου πει αυτός ο διανοητικώς ανάπηρος. Ό,τι και να ήξερε, έχει γίνει τώρα χυλός μέσα στον εγκέφαλό του.

Όλοι γνώριζαν την περίπτωση του θείου Μαρίνου του ρακοσυλλέκτη. Αυτός στα νιάτα του είχε ταξιδέψει πολύ, άλλοτε σαν ναυτικός και άλλοτε έτσι, από μόνος του. Κάποτε είχε χαθεί για χρόνια, δεν είχαν νέα του και είχαν υποθέσει ότι κάπου είχε αφήσει τα κοκαλάκια του, στη Γη του Πυρός ή στη χερσόνησο της Μαντζουρίας, μπορεί να τον είχε φάει και κανένα λιοντάρι στη  ζούγκλα της Αφρικής, πολύ τυχοδιωκτικός τύπος. Μετά  εμφανίστηκε απροσδόκητα μια μέρα, είχε γεράσει και δεν του άρεσε να μιλάει, ποτέ του δεν μίλαγε πολύ, αλλά τώρα είχε σχεδόν τελείως βουβαθεί.

Λοιπόν αυτός ο θείος Μαρίνος πήγε και βρήκε ένα σπίτι στην άκρη της πόλης, ένα μισογκρεμισμένο, ερειπωμένο κτήριο, άγνωστο αν το είχε αγοράσει ή αν του το είχε παραχωρήσει ο ιδιοκτήτης του, ένας φίλος του από τα χρόνια της νεότητας, και πήγε και εγκαταστάθηκε εκεί παρέα με τις αδέσποτες γάτες της περιοχής, τις οποίες μετέτρεψε σε οικόσιτες και στις οποίες μιλούσε συχνά κατά παράβαση της συνήθειάς του να είναι αμίλητος με τους ανθρώπους.

Μετά έγινε ρακοσυλλέκτης γιατί έτσι του άρεσε, ενώ θα μπορούσε να γυρίσει στο χωριό, εφόσον είχε αποτύχει να μαζέψει χρήματα στην πολυτάραχη ζωή του, να εγκατασταθεί στο πατρικό σπίτι, στο οποίο τα αδέλφια του θα του παραχωρούσαν ένα δωμάτιο - τόσο μόνο του αναλογούσε- και να γίνει ένας αγρότης, όπως ήταν και οι άλλοι αγρότες του χωριού, να ασχοληθεί με τα χωράφια του και να έχει ένα κάποιο εισόδημα.

Αντ’ αυτού ο Μαρίνος έγινε ρακοσυλλέκτης, έμενε σ’ εκείνο το ρημάδι, σ’ ένα δωμάτιο που ήταν λιγότερο εκτεθειμένο στο κρύο και τη βροχή, και εκεί μέσα μάζευε άχρηστα αντικείμενα που έβρισκε στους δρόμους και στα σκουπίδια, με αποτέλεσμα μέσα σε λίγα χρόνια να έχουν στοιβαχτεί εκεί εκατοντάδες άδεια τενεκεδένια κουτιά, πλαστικά μπουκάλια, παλιές εφημερίδες και άγνωστης χρήσης σκουριασμένα σιδερικά που έπειτα εξαπλώθηκαν και στο υπόλοιπο χάλασμα και έξω από αυτό, σε όλη την αυλή.


Ο Στέφανος αποφάσισε να τον συμβουλευθεί. Παρά την κακεντρέχεια της αδελφής του Αλεξάνδρας και των άλλων συγγενών, ο θείος Μαρίνος διατηρούσε τα λογικά του και άμα ήθελε, μπορούσε να συντηρήσει μια συζήτηση για μερικά λεπτά, κάτι που γνώριζε ο Στέφανος που τον επισκεπτόταν πότε-πότε.

-Χμ, έκανε ο θείος Μαρίνος, όταν ο Στέφανος τον χαιρέτησε και κάθισε απέναντί του σε μια πέτρα, όσο αυτός κάτι μαστόρευε στην αυλή, ένα σκουριασμένο αντικείμενο αγνώστου χρησιμότητας, πιθανώς κάποιο εξάρτημα μηχανής.

Γύρω του περιφέρονταν ανέμελα  γάτες διαφόρων χρωμάτων και πιο πέρα ήταν αραδιασμένα στο χώμα μικρά βρώμικα πλαστικά μπολ με ξηρή γατίσια τροφή και νερό. Η αυλή ήταν γεμάτη σκουπίδια και  νάιλον παραγεμισμένες τσάντες που μάλλον περιείχαν κι αυτές σκουπίδια και ανάμεσα σ’ αυτές στέκονταν τα μυστηριώδη σκουριασμένα αντικείμενα, άλλα ογκώδη, άλλα μικρότερα, άχρηστα εξαρτήματα αρχαίων μηχανημάτων, καθώς και αμέτρητα άδεια κουτάκια αναψυκτικών.

-Θα πιεις καφέ; Ρώτησε σε λίγο ο θείος.

Ο Στέφανος  προσφέρθηκε να τον φτιάξει ο ίδιος. Μπήκε στο μισοσκότεινο δωμάτιο και με αρκετή υπομονή έψαξε και βρήκε ανάμεσα σε πολλά  άσχετα κουτιά το κουτί του καφέ, επρόκειτο για καφέ μπαγιάτικο φυσικά, πάντα τέτοιο καφέ διέθετε ο θείος Μαρίνος, και το κουτί της ζάχαρης, μπαγιάτικης κι αυτής και μια ιδέα υγρής. Άναψε το γκαζάκι, έβαλε στο μπρίκι νερό από ένα θαμπό πλαστικό μπουκάλι, βρήκε ένα κουταλάκι λιγάκι σκουριασμένο στη λαβή και έριξε στο νερό τις αναλογίες καφέ και ζάχαρης και τέλος ξετρύπωσε  δύο φλιτζανάκια του καφέ παλιομοδίτικα που τα ξέπλυνε καλά, διότι ποιος ξέρει από πού τα είχε περιμαζέψει  ο θείος.

Στην αυλή οι γάτες είχαν βαρεθεί να σουλατσάρουν και είχαν αράξει στις αγαπημένες τους γωνιές μαζεύοντας ήλιο και ο θείος Μαρίνος καταγινόταν ακόμα με αυτό το αδιευκρίνιστο εξάρτημα μηχανής.

Ήπιαν τον καφέ σιωπηλοί κατά τα έθιμα του θείου.
Μετά ο Στέφανος έκανε μια προσεχτική και λακωνική εισαγωγή στο θέμα του και με τις κατάλληλες ερωτήσεις απέσπασε μερικές ακόμα νέες πληροφορίες, σχετικές κυρίως με την τρίτη γενεά, αυτή των Δεκαπέντε. Ο θείος Μαρίνος  γνώριζε αυτή τη γενεά  από πρώτο χέρι, διότι ανήκε στην τέταρτη γενεά, αυτή των Είκοσι,  και ζούσε στο χωριό μέχρι τα εικοσιπέντε του χρόνια, όταν ξαφνικά αποφάσισε να φύγει στα καράβια και να γνωρίσει τον κόσμο, περιπέτεια που μάλλον επιβάρυνε την κατάστασή του.

Όταν δεν είχε άλλες πληροφορίες να του δώσει,  ο Μαρίνος άφησε κάτω το σκουριασμένο σιδερικό και κοίταξε απέναντι, όπου δεν υπήρχε τίποτα ενδιαφέρον εκτός από ένα μαντρότοιχο, αλλά ο θείος  ποτέ δεν κοιτούσε το συνομιλητή του στα μάτια, δεν το συνήθιζε αυτό.

-Και τι κάνει αυτή η αδελφή μου που τη λένε Αλεξάνδρα, ποτέ δεν έχει έρθει να με δει, μουρμούρισε άχρωμα κοιτάζοντας τον μαντρότοιχο.

-Καλά είναι, είπε ο Στέφανος.

-Καλά είναι τώρα η Λουκρητία Βοργία, γέρασε και ησύχασε.

Ο Στέφανος έκρινε σωστό να σιωπήσει. Κάθε φορά που πήγαινε να δει το θείο Μαρίνο, αυτός θυμόταν την αδελφή του και τη στόλιζε με τα χειρότερα επίθετα που είχαν όλα σχέση με υποθέσεις σεξουαλικής ηθικής.

-Ούτε οι κόρες της δεν την άντεξαν κι έφυγαν στη Γερμανία  να μην τη βλέπουν. Και δεν ξέρω μήπως κι ο άντρας της  έσκασε, επειδή είχε παντρευτεί μια γυναίκα  τέτοιας υποστάθμης.

-Ο θείος Παντελής σκοτώθηκε, όταν έπεσε από τη σκαλωσιά, είπε ο Στέφανος.

-Το ίδιο κάνει. Ήταν σκασμένος από τη στενοχώρια του, ζαλίστηκε κι έπεσε. Ή μπορεί να το’ κανε κι επίτηδες.

Στα επόμενα δέκα λεπτά ο θείος Μαρίνος σε μια ξαφνική κρίση ομιλητικότητας περιέλουσε την αδελφή του Αλεξάνδρα καθώς και τον αδελφό του Γιώργο με διάφορους βαρείς χαρακτηρισμούς, κατηγορώντας τους ότι  δεν ενδιαφέρθηκαν γι αυτόν, ότι τον είχαν αδικήσει στη διανομή της πατρικής περιουσίας και ότι τώρα αυτοί ζουν μέσα στη χλιδή αφήνοντάς τον αυτόν στη δυστυχία και τη φτώχεια. Όλα αυτά τα είπε κοιτάζοντας σταθερά τον απέναντι μαντρότοιχο, χωρίς να ρίξει στο Στέφανο ούτε μια ματιά.

Ο Στέφανος άκουσε υπομονετικά τις αιτιάσεις του θείου του, εξάλλου σε κάθε του επίσκεψη τα ίδια άκουγε και τα είχε εμπεδώσει καλά. Και ο πατέρας του που τον είχε ρωτήσει κάποτε, του είχε πει ότι ναι, τα αδέλφια του τον είχαν αδικήσει, ο Μαρίνος ήταν εξαφανισμένος και έκαναν τη μοιρασιά των κτημάτων καταπώς τους βόλευε, αλλά και ο Μαρίνος από τη μεριά του, όταν εμφανίστηκε μετά από χρόνια, δεν έκανε τίποτα, πήγε κι έγινε ρακοσυλλέκτης και τώρα βρίζει τα αδέλφια του, ενώ έπρεπε να κινηθεί με το νόμο και να βρει το δίκιο του.

Μετά ο θείος Μαρίνος σώπασε ξαφνικά, σηκώθηκε και μπήκε μέσα στο χάλασμα και ο Στέφανος έμεινε μόνος στην αυλή να κοιτάζει τις γάτες που κοιμούνταν χαλαρά κάτω από τον ήλιο. Πέρασε έτσι ένα εικοσάλεπτο με το θείο εξαφανισμένο στα ενδότερα του ερειπίου κι έπειτα ο Στέφανος σηκώθηκε, μπήκε μέσα και τον βρήκε να κοιμάται στο ντιβάνι...


 Απόσπασμα από την ανέκδοτη νουβέλα μου "Το γενεαλογικό δέντρο".


Δεν υπάρχουν σχόλια: