Έγραψα προ καιρού κάτι σχετικό με την
Κόλαση. Πως δηλαδή, αν υπάρχει, δεν θα είναι τόπος βασανιστηρίων από τους
δαίμονες, όπως φαντάζονταν οι παλαιότεροι, αλλά ένας τόπος αιώνιας κατάθλιψης,
όπου οι ψυχές στέκουν εκεί θλιμμένες για πάντα.
Μετά θυμήθηκα την Νέκυια, το λ της
Οδύσσειας, και σκέφτηκα ότι οι αρχαίοι μας πρόγονοι έτσι περίπου φαντάζονταν την
μετά θάνατον ζωή.
Την ξαναδιάβασα στα γρήγορα και σας την
παραθέτω εν περιλήψει, αλλά όσοι έχετε την όρεξη να τη διαβάσετε, θα απολαύσετε
ένα θαυμάσιο κείμενο.
Στον Άδη δεν υπάρχουν αθώοι και
αμαρτωλοί, δεν υπάρχει σώμα για να βασανιστεί. Όλοι όσοι πεθαίνουν, κατοικούν
εκεί ως ψυχές. Άυλες, χωρίς μνήμη, σκιές αδύναμες και άφωνες. Εκεί δεν υπάρχουν
γεγονότα, δεν υπάρχει εξέλιξη ούτε ελπίδα.
Ο Οδυσσέας κατεβαίνει στον Άδη για να
συναντήσει την ψυχή του μάντη Τειρεσία που θα του πει πώς θα γυρίσει στην
Ιθάκη.
Κάνει θυσία σφάζοντας πρόβατα που το
μαύρο αίμα τους χύνεται σ’ ένα λάκκο προσκαλώντας με τον τρόπο αυτό τις ψυχές
που βρίσκονται εκεί.
Το αίμα, η πηγή της ζωής, το οσμίζονται
οι ψυχές και αρχίζουν να συρρέουν κατακεί.
«Κι από το Έρεβος άρχισαν να μαζεύονται
οι ψυχές των νεκρών.»
Πλήθη από ψυχές κάθε λογής, νέων,
παρθένων, γέρων, πολεμιστών που χάθηκαν σε πολέμους έρχονται με μεγάλο θόρυβο
εκεί που βρίσκεται το αίμα. Ο Οδυσσέας βγάζει το ξίφος του και τις εμποδίζει να
πλησιάσουν, γιατί θέλει πρώτα να μιλήσει με τον Τειρεσία.
Ανάμεσα στις ψυχές αναγνωρίζει το
«είδωλον» του παλιού του συντρόφου Ελπήνορα που τον παρακαλεί να τον θάψει,
γιατί ακόμα είναι άταφος. Ο Οδυσσέας υπόσχεται να το κάνει. Μετά παρουσιάζεται
η ψυχή της μητέρας του Αντίκλειας και τέλος η ψυχή του Τειρεσία.
«Άφησέ με να πιω αίμα για να σου μιλήσω
κανονικά» λέει ο Τειρεσίας στον Οδυσσέα. Αυτός βάζει το σπαθί στην θήκη του και
ο μάντης ρουφά μαύρο αίμα. Το αίμα τού μεταγγίζει ένα είδος ζωής και ο
Τειρεσίας του μιλά με κανονική ανθρώπινη φωνή. Προλέγει στον Οδυσσέα τις
περιπέτειες που τον περιμένουν ακόμα και ότι τελικά θα φτάσει στην Ιθάκη.
Όταν τελειώσει τις προφητείες του, ο
Οδυσσέας που έβλεπε πιο πέρα το είδωλο της μητέρας του τού λέει:
«Βλέπω την ψυχή της πεθαμένης μάνας μου
να κάθεται βουβή κοντά στο αίμα. Δεν άντεξε να δει το πρόσωπο του γιου της ούτε
και να του μιλήσει. Πες μου πώς θα μπορούσε να αναγνωρίσει ότι είμαι εγώ;»
Ο Τειρεσίας τού εξηγεί ότι όποια ψυχή πιει
αίμα, αυτή μπορεί να μιλήσει κανονικά, ενώ οι άλλες ψυχές γυρίζουν ξανά πίσω
στο Έρεβος. Ο Οδυσσέας αφήνει την ψυχή της μητέρας του να πιει μαύρο αίμα κι
εκείνη αμέσως τον αναγνωρίζει και κλαίγοντας του λέει πώς έχει η κατάσταση στο
παλάτι του στην Ιθάκη και ότι ο γιος του Τηλέμαχος κρατά ακόμα την εξουσία.
Συγκινημένος αυτός κάνει να την
αγκαλιάσει. Τρεις φορές το προσπαθεί, αλλά το «είδωλον» της μητέρας του
ξεγλιστρά από τα χέρια του σαν σκιά ή σαν όνειρο. Παραπονεμένος τη ρωτά, γιατί
δεν τον αφήνει να την αγγίξει κι εκείνη του λέει ότι από τη στιγμή που σταματά
η ανάσα του ανθρώπου, πετά η ψυχή του και φεύγει σαν όνειρο. Η Αντίκλεια είναι
τώρα μόνο ψυχή, σκιά, όνειρο. Δεν έχει σώμα.
Μετά την Αντίκλεια ο Οδυσσέας αφήνει να
πιουν μαύρο αίμα και οι ψυχές γυναικών με ευγενική καταγωγή και ανταλλάσσει
μαζί τους λίγα λόγια με φωνή ανθρώπου: μιλά με την Τυρώ, την Αντιόπη, την Λήδη,
την Ιφιμέδεια, την Φαίδρα, την Πρόκριδα, την Αριάδνη, την Μαίρα, την Κλυμένη, την
Εριφύλη και άλλες πολλές.
Ύστερα έρχονται και πίνουν μαύρο αίμα
οι άνδρες με ευγενική καταγωγή και συνομιλούν με τον Οδυσσέα : ο Αγαμέμνων, ο
Αχιλλέας, ο Αίας ο Τελαμώνιος (σ’ αυτόν μιλά ο Οδυσσέας, αλλά ο Αίας που
κατέβηκε στον Άδη αδικημένος δεν του απαντά), ο Μίνως, ο Ωρίων, ο Τιτυός, ο
Τάνταλος, ο Σίσυφος, ο Ηρακλής.
Αμέτρητα πλήθη πεθαμένων, ερεθισμένα
από την οσμή του αίματος, έχουν εν τω μεταξύ μαζευτεί προκαλώντας τρομαχτικό
θόρυβο.
Ο Οδυσσέας νιώθει φόβο. Επιστρέφει στο
καράβι του που τον ανεβάζει στον επάνω κόσμο.
Ο Άδης λοιπόν για τον Όμηρο και για
τους αρχαίους μας προγόνους είναι ένας τόπος κατάθλιψης για τις ψυχές όλων
ανεξαιρέτως των ανθρώπων που πεθαίνουν. Είναι μια σύλληψη πολύ ανώτερη από
εκείνη των παλιών χριστιανών που φαντάζονταν καζάνια, φωτιές, ξεντεριάσματα και
δεν ξέρω τι άλλο.
Είναι γνωστό αυτό που είπε η ψυχή του
μεγάλου ήρωα Αχιλλέα στον Οδυσσέα:
«Μακάρι να ήμουν ένας αγρότης και να
υπηρετώ κάποιον φτωχό με λίγα χωραφάκια παρά να βασιλεύω στους νεκρούς του Κάτω
Κόσμου».
Υπήρχαν βέβαια και τα Ηλύσια Πεδία που
ήταν κάτι σαν Παράδεισος. Γι’ αυτά θα μιλήσουμε άλλη φορά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου