19/2/16

"Ψυχές"





Κάπου υπάρχει ένας τόπος
στο ημίφως ενός αιώνιου δειλινού
μια πόλη άχρονη
που κάθονται οι ψυχές
εκείνων που αδικήθηκαν
κάθονται στα πεζούλια
ή αγναντεύουν από τα παράθυρα
στις πόρτες άλλες στέκονται
ακίνητες και σιωπηλές
-καμιά πνοή αέρα
όλα ασάλευτα-
με πρόσωπα απαθή
κοιτάζουν τον ορίζοντα
εκεί που ο ήλιος
δεν λέει να βασιλέψει
και μάταια προσμένουν
να αντιστραφεί η πορεία των πραγμάτων
και να γυρίσει πάλι ο ήλιος
στην κορυφή του ουρανού
άγρια να φυσήξει ο άνεμος
κι από την Πύλη νά’ μπουν μέσα
δεμένοι σε αλυσίδες
αυτοί που τους αδίκησαν
να σηκωθεί βουή
κατάρες να ακουστούν
και αναθέματα
βαριές βρισιές και λόγια
γεμάτα μίσος και χολή
ώσπου να δύσει ο ήλιος επιτέλους
να έρθει το σκοτάδι
να αδειάσουν οι ψυχές
από το δηλητήριο
να αλαφρώσουν
μετά από την τόση βαρυγκώμια
και ύστερα αργά να διαλυθούν
μες τον αιώνιο ύπνο το γλυκό
δικαιωμένες.

13/2/16

Άνθρωποι που μπήκαν κρυφά στην Ιστορία






Η Ιστορία, ως γνήσια αριστοκράτισσα, επιλέγει να μνημονεύσει τους εκλεκτούς, ενώ τους αμέτρητους άλλους που ήρθαν σε τούτη τη ζωή κι έφυγαν χωρίς να κάνουν κάτι ξεχωριστό, τους αφήνει να τους καταπιεί η λήθη.

Όλοι αυτοί οι ανώνυμοι είναι κάτι σαν ντεκόρ στο μέγα δράμα της ανθρωπότητας που παίζεται στον κόσμο μας. Ούτε καν κομπάρσοι δεν είναι. Γιατί δεν φαίνονται πουθενά. Ανήκουν σε μια συγκεχυμένη και ακαθόριστη μάζα που αναλόγως την περίπτωση ονομάζεται ορδή, λαός, έθνος, κοινωνία. Έρχονται και φεύγουν και κανείς δεν τους παίρνει είδηση. Είναι εντελώς αναλώσιμοι, άσημοι και αφανείς.

Κάποιοι όμως ελάχιστοι καταφέρνουν άθελά τους και τρυπώνουν σε μια μικρή γωνιά της Ιστορίας. Ιδέα δεν έχουν ότι το όνομά τους θα μείνει στους αιώνες. Ούτε και τους νοιάζει, εδώ που τα λέμε (αν εξαιρέσουμε βέβαια τον Ηρόστρατο).

6/2/16

"Το πουλί και τα βατράχια"







Μια φορά σε κάποιο δάσος  μακρινό, σ’ ένα βάλτο δυσώδη και παχύρρευστο, όπου ζούσαν δεκάδες, μπορεί κι εκατοντάδες, βατράχια, ήρθε ένα πουλί και κάθισε στο κλαδί ενός δέντρου, από αυτά που είχαν φυτρώσει εκεί κοντά.

Άρχισε να κελαηδάει το πουλί με τον τρόπο που ήξερε, άλλον τρόπο δεν ήξερε, έτσι μόνο έβγαινε ο κελαηδισμός από το μικρό του λαρύγγι, και είπε ένα δυο τραγουδάκια καμαρωτό-καμαρωτό.

Τα βατράχια του βάλτου που το άκουσαν πρόβαλαν το κεφάλι από το νερό.

-Τι είναι πάλι τούτο εδώ; Αναρωτήθηκαν μεταξύ τους και κοίταξαν το πουλί καχύποπτα.

1/2/16

Σύμφωνο συμβίωσης για κάθε περίπτωση και παιδιά για ορισμένες περιπτώσεις







Μας ζάλισαν πια με το σύμφωνο συμβίωσης οι μεν και οι δε, από τη μια οι υποστηρικτές και από την άλλη οι πολέμιοι. Το θέμα προκαλεί εντάσεις σε μια κοινωνία σαν τη δική μας που βρίσκεται με το ένα πόδι στον σύγχρονο δυτικό κόσμο και με το άλλο στον μεσαίωνα. Και με αυτό δεν θέλω να δικαιολογήσω τις κραυγές των λεγόμενων προοδευτικών που συχνά είναι το ίδιο εμπαθείς και παράλογες με αυτές των μεσαιωνικών συμπολιτών μας.